Κείμενο Χρήστος Αμπατζής
Ο πόλεμος του Βιετνάμ αποτελεί μια από τις μελανότερες σελίδες τις αμερικανικής ιστορίας. Αν και απολάμβαναν πλήρη αεροπορική, υλική και τεχνολογική υπεροχή, οι ΗΠΑ απέτυχαν να μετατρέψουν τις νίκες επί του πεδίου σε στρατηγική κατίσχυση. Ωκεανοί μελάνης έχουν χυθεί αναλύοντας την σύγκρουση, τις επιμέρους μάχες, τις τακτικές και τα λάθη των δύο αντιπάλων. Κι όμως, λίγοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν ότι, η χερσαία – κατά κύριο λόγο – αυτή αναμέτρηση πυροδοτήθηκε από μια θαλάσσια αψιμαχία, γνωστή ως το περιστατικό του κόλπου του Tonkin.
Μια σύντομη περίληψη του όλου συμβάντος είναι η εξής. Στις 4.8.1964, δύο αμερικανικά πολεμικά δέχθηκαν επίθεση από ομάδα τορπιλακάτων του Βορείου Βιετνάμ. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε τον Πρόεδρο Johnson, να εγκρίνει την Επιχείρηση «Pierce Arrow», μια σειρά από εντατικές αεροπορικές προσβολές σε βάρος εχθρικών στόχων εντός του Β. Βιετνάμ. Παράλληλα, το Κογκρέσο επέτρεψε την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων στην μακρινή αυτή χώρα της Νοτιο-ανατολικής Ασίας. Αυτή ήταν, εν ολίγοις, η αρχή μας πολεμικής αναμέτρησης που διήρκεσε επτά ολόκληρα χρόνια και προκάλεσε μια πραγματική οικονομική και υλική αφαίμαξη στις ΗΠΑ, καθώς και χιλιάδες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.
Έχοντας το πλεονέκτημα να απέχουμε, σχεδόν, έξι δεκαετίες από τα γεγονότα, με τα πάθη να έχουν καταλαγιάσει – αν όχι σιγήσει πλήρως – και με την ιδιότητα ενός τρίτου, αποστασιοποιημένου παρατηρητή, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα που έχει αρχίσει να κάνει αισθητή την εμφάνισή του. Το περιστατικό του κόλπου του Tonkin συνέβη πραγματικά ή μήπως αποτέλεσε προϊόν μιας σειράς σφαλμάτων;
Προπαρασκευαστικές ενέργειες.
Η περίπτωση του Βιετνάμ εντάσσεται στο πλαίσιο της τότε αμερικανικής θεώρησης των πραγμάτων του Ψυχρού Πολέμου. Συγκεκριμένα, κατά την υπό εξέταση περίοδο, η Ουάσιγκτων διακατεχόταν από την θεωρία του ντόμινο. Με απλά λόγια, οι Αμερικανοί ιθύνοντες εκτιμούσαν πως μια κομμουνιστική επικράτηση στην Άπω Ανατολή, θα πυροδοτούσε σειρά πολιτικών ανατροπών και στον υπόλοιπο πλανήτη, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τις ίδιες τις ΗΠΑ. Με την ιστορική γνώση του σήμερα, καθώς και με μια μικρή δόση κοινής λογικής, μπορούμε να διατυπώσουμε ασφαλώς την θέση πως οι ανωτέρω ισχυρισμοί ήταν κάτι παραπάνω από αβάσιμοι. Πιο συγκεκριμένα κινούνταν στα όρια της υπερβολής. Εντούτοις, για τις ΗΠΑ της δεκαετίας του ’60, ο κίνδυνος ήταν σχεδόν προφανής.
Θέλοντας να αποτρέψουν την προαναφερθείσα κατάσταση, οι Αμερικανοί είχαν επενδύσει σημαντικά στην ασφάλεια του Ν. Βιετνάμ. Πέραν της τεράστιας οικονομικής και υλικής βοήθειας που εισέρρεαν διαρκώς στη χώρα, 15.000 άνδρες είχαν αναπτυχθεί επί του πεδίου σε ρόλο «συμβούλων» των Νοτιοβιετναμέζικων Ε.Δ.
Προφανώς, η αμερικανική εμπλοκή θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Ωστόσο, ο Πρόεδρος Johnson προτιμούσε να μην κλιμακώσει την όλη κατάσταση. Ο λόγος; Το 1964 ήταν έτος εκλογών. Επιδεικνύοντας ένα πιο μετριοπαθές προφίλ, σε αντίθεση με την οριακώς πολεμοχαρή εικόνα του αντιπάλου του, του Δημοκρατικού Barry Goldwater, ο Johnson προσδοκούσε σε μια εκλογική νίκη. Βέβαια, αυτό ήταν πιο εύκολο στα λόγια.
Στην πράξη, ο Πρόεδρος θα έπρεπε να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί. Αφενός, δεν ήθελε να φανεί ως πολεμοκάπηλος. Αφετέρου, έπρεπε να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως αδυναμία η οποία όχι μόνο θα ενθάρρυνε τον κομμουνιστικό Βορρά, αλλά και θα τσάκιζε το ηθικό του εθνικιστικού Νότου.
Η πολυπόθητη χρυσή τομή, εντοπίστηκε στο «Σχέδιο Επιχειρήσεων 34Α» (Operations Plan 34A), το οποίο προέβλεπε την διενέργεια σειράς καταδρομικών πληγμάτων, σε τακτική βάση, καθ’ όλο το μήκος των βορειοβιετναμέζικων ακτογραμμών, από μικρά σκάφη. Στόχος των ανωτέρω ενεργειών ήταν η συλλογή πληροφοριών καθώς και πρόκληση ζημιών ή/και καταστροφή παράκτιων στρατιωτικών στόχων. Εν ολίγοις, έπρεπε να ασκείται διαρκής πίεση στον Βορρά και να μην του επιτραπεί να εφησυχάσει. Μάλιστα, για να μπορούν να αποφύγουν την κατηγορία της ενεργούς εμπλοκής, τα χτυπήματα διεξάγονταν από άνδρες του Ν. Βιετνάμ, οίτινες, όμως, τελούσαν υπό την άμεση καθοδήγηση και τις εντολές της αμερικανικής ναυτικής βάσης στο Da Nang.
Οι ανωτέρω επιδρομές είχαν ξεκινήσει τον Φεβρουάριο του 1964 και μέχρι τον Ιούλιο είχαν αυξηθεί τόσο σε ένταση και κλίμακα όσο και αριθμητικά. Τη νύχτα της 30ης Ιουλίου, μια ομάδα καταδρομέων διενήργησε ένα ισχυρό πλήγμα εναντίον ενός σταθμού ραντάρ στη νήσο Hon Me στο Κόλπο του Tonkin. Το εγχείρημα στέφθηκε από επιτυχία και ο στόχος υπέστη σοβαρές ζημιές, σχεδόν καταστράφηκε.
Το πρωί της επόμενης ημέρας το αντιτορπιλικό USS Maddox (DD-731), κλάσης Allen M. Sumner, ξεκίνησε την περιπολία του κατά μήκος των βορειοβιετναμέζικων ακτών. Η ενέργεια εντασσόταν στην κατηγορία των καλούμενων «Περιπολιών Desoto» (DeHaven Special Operations off TsingtaO). Επί της ουσίας, αμερικανικά πολεμικά έπλεαν παράλληλα προς την ακτή επιτηρώντας και καταγράφοντας τις δυνατότητες των παράκτιων σταθμών ραντάρ, σημειώνοντας τις θέσεις τους και συλλέγοντας πάσης φύσεως λοιπές πληροφορίες.
Το Maddox συνεπικουρείτο στο έργο του από δύο αμερικανικούς σταθμούς πληροφοριών ευρισκόμενους στο Phu Bai και στο San Miguel, του Ν. Βιετνάμ και των Φιλιππίνων αντίστοιχα. Οι τελευταίοι, υπέκλεπταν τα βορειοβιτναμέζικα σήματα, τα αποκρυπτογραφούσαν, τα μετέφραζαν και στην συνέχεια προσπαθούσαν να καταλάβουν το ακριβές μήνυμα του περιεχομένου τους, πριν προωθήσουν τις συλλεχθείσες πληροφορίες στην κλίμακα της ιεραρχίας. Τοιουτοτρόπως, σχημάτιζαν μια – κατά το δυνατόν – σαφή εικόνα των προθέσεων και των κινήσεων των κομμουνιστών. Το μόνο ελάττωμα ήταν πως η ροή των πληροφοριών δεν ήταν αμφίδρομη. Συνεπώς, οι σταθμοί δεν διαβίβαζαν πληροφορίες σε φίλιες μονάδες που δρούσαν επί του πεδίου. Ως εκ τούτου, όταν το Maddox πλησίασε σε απόσταση μερικών μιλίων από τη νήσο Hon Me, ουδείς είχε την παραμικρή ιδέα για την διενεργηθείσα καταδρομική επιχείρηση μόλις πριν από δύο ημέρες!
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι δυνάμεις του Β. Βιετνάμ βρίσκονταν, όχι απλά σε εγρήγορση, αλλά με το δάχτυλο στη σκανδάλη, φοβούμενες ενδεχόμενη επανάληψη της επιδρομής. Ευθύς αμέσως μόλις τα ραντάρ εντόπισαν το πλησιάζον αντιτορπιλικό, οι αμερικανικοί σταθμοί πληροφοριών άρχισαν να κατακλύζονται από μια φρενίτιδα υποκλαπέντων σημάτων, τα οποία υποδείκνυαν επερχόμενη επίθεση κατά του Maddox. Συγκεκριμένα, στις 2.8.1964, 14:24 τ.ώ., ο σταθμός του San Miguel προώθησε σήμα με την πληροφορία πως: «Το βορειοβιετναμέζικο ναυτικό ενδέχεται να επιτεθεί σε περιπολία Desoto.»
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, τρεις εχθρικές τορπιλάκατοι, οι Τ-333, Τ-336 και Τ-339 κατεδίωξαν το αμερικανικό αντιτορπιλικό πάση δυνάμει και εκτόξευσαν τορπίλες εναντίον του. Αμέσως το Maddox άρχισε ελιγμούς αποφυγής ενώ παράλληλα τα πυροβόλα του ανταπέδιδαν τα πυρά. Επιπροσθέτως, ζητήθηκε αεροπορική κάλυψη, αίτημα στο οποίο ανταποκρίθηκε το αεροπλανοφόρο USS Ticonderoga απονηώνοντας αεροσκάφη F-8 Crusaders, άτινα κατηύθυνε το Maddox εναντίον των επιβουλέων του.
Η συμπλοκή κράτησε ελάχιστα λεπτά, μέσα στα οποία όλες οι εχθρικές τορπιλάκατοι βλήθησαν και υπέστησαν ζημιές, γεγονός που τις ανάγκασε να εγκαταλείψουν το πεδίο, έχοντας 4 νεκρούς και 6 τραυματίες. Στον αντίποδα, το αντιτορπιλικό απεχώρησε από την περιοχή αλώβητο. Μόνο ένα F-8 υπέστη κάποιες ζημιές με συνέπεια να αναγκαστεί να προσγειωθεί στο πλησιέστερο αεροδρόμιο του Da Nang.
Πλέοντας νότια, μακριά από οποιοδήποτε κίνδυνο, το Maddox έστειλε σήμα στην Ουάσιγκτων όπου ανέφερε τα όσα είχαν διαδραματιστεί. Με τις εκλογές να απέχουν μόλις μερικές εβδομάδες, το τελευταίο πράγμα που ήθελε ο Πρόεδρος Johnson ήταν μια κλιμάκωση με απρόβλεπτες διαστάσεις. Ως εκ τούτου, οι ΗΠΑ περιορίστηκαν σε ένα αυστηρό διάβημα διαμαρτυρίας, προειδοποιώντας το Ανόι πως: «…τυχόν πρόσθετες απρόκλητες ενέργειες θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις…».
Τα «πραγματικά» περιστατικά
Στις 3.8.1964, το Maddox διατάχθηκε να επαναλάβει την περιπολία του, συνοδευόμενο, αυτή τη φορά, από το αντιτορπιλικό USS Turner Joy (DD-951), κλάσης Forrest Sherman. Κατά το μεγαλύτερο διάστημα αυτής, καθώς και της επόμενης, ημέρας, τα δύο αντιτορπιλικά τελούσαν υπό την άγρυπνη επιτήρηση σκαφών του Β. Βιετνάμ. Τα τελευταία, τηρούσαν αποστάσεις ασφαλείας, κάνοντας, ωστόσο, αισθητή την παρουσία τους. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα νεύρα όλων ήταν τεντωμένα, με τα αμερικανικά πληρώματα να φοβούνται μια νέα επίθεση.
Στις 18:40 της 4ης Αυγούστου, ήχησε συναγερμός όταν ο σταθμός υποκλοπών στο Phu Bai τηλεγράφησε πως: «Επικείμενα σχέδια ναυτικής δράσης Β.Βιετνάμ, πιθανώς κατά αποστολής Desoto.». Το σήμα παρέθετε αναλυτικά εντολή που είχε δοθεί προς τις κανονιοφόρους Τ-142 και Τ-146, κλάσης Swatow, να προετοιμαστούν για να αναλάβουν «στρατιωτικές επιχειρήσεις» την ίδια νύχτα. Επίσης, ανέφερε ότι και η Τ-333 θα έπρεπε να συμπεριληφθεί, μόλις προμηθευτεί επιπλέον καύσιμα.
Όταν οι ανωτέρω πληροφορίες διαβιβάστηκαν στο Maddox, στις 19:30, το αντιτορπιλικό και η συνοδεία του, πραγματοποίησαν στροφή, ανέπτυξαν ταχύτητα και άρχισαν να κατευθύνονται νοτιο-ανατολικά προκειμένου να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν περισσότερο από τις ακτές και τις βάσεις των εχθρικών σκαφών.
Η νύχτα ήταν από τις πλέον δύσκολες. Όχι μόνο τα νεύρα όλων ήταν τεντωμένα, αλλά τα πληρώματα είχαν παραμείνει σε θέσεις μάχης επί ώρες με συνέπεια να καταπονηθούν σωματικά και ψυχικά. Παράλληλα, η ορατότητα, λόγω του σκότους, ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, σε μια ακτίνα μόλις 274 μέτρων. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι καιρικές συνθήκες είχαν αρχίσει να επιδεινώνονται.
Αίφνης, στις 19:46, ο χειριστής ραντάρ σήμανε συναγερμό. Άγνωστη επαφή εντοπίστηκε στα 36 ν.μ. βορειο-ανατολικά, ενώ λίγο αργότερα ανέφερε τον εντοπισμό δύο πρόσθετων επαφών στο ίδιο στίγμα. Όλοι πίστεψαν πως επρόκειτο περί εχθρικών τορπιλακάτων, οι οποίες ετοιμάζονταν να επιτεθούν. Αμέσως δόθηκαν οι σχετικές διαταγές και όλοι προετοιμάστηκαν για τα χειρότερα. Ωστόσο, ο χειριστής δήλωσε πως οι πορείες των τριών επαφών φαίνονταν να συγκλίνουν και όχι να κατευθύνονται προς τα αντιτορπιλικά, κάτι που προκάλεσε αρκετά ερωτηματικά.
Λίγο αργότερα, στις 20:15 το ραντάρ εντόπισε νέες επαφές, τις οποίες χαρακτήρισε ως αεροσκάφη που πλησίαζαν από τα βορειο-δυτικά. Η αναφορά επέτεινε το κλίμα ανησυχίας και φόβου. Μια τορπιλική επίθεση από ταχέα σκάφη μέσα στη νύχτα ήταν από μόνη της ένα τρομακτικό – πλην όμως διαχειρίσιμο – σενάριο. Μια τορπιλική επίθεση συνδυασμένη με αεροπορική προσβολή ήταν σωστός εφιάλτης. Ως εκ τούτου ειδοποιήθηκε άμεσα το Ticonderoga να παράξει αεροπορική κάλυψη, όπερ και εγένετο. Παράλληλα, τα αντιτορπιλικά μετέβαλαν πορεία με μέτωπο προς Νότο προκειμένου να απομακρυνθούν από τις επαφές που είχαν εντοπίσει. Δεκάδες μάτια ήταν καρφωμένα στο περιβάλλον σκοτάδι προσπαθώντας εναγωνίως να εντοπίσουν κάποια σιλουέτα να κάνει την εμφάνισή της.
Λίγο μετά τις 21:00, ο Πλωτάρχης James Stockdale ενημέρωνε δι’ ασυρμάτου πως βρισκόταν πάνω από τα αντιτορπιλικά έτοιμος να παράσχει κάλυψη. Τα αμερικανικά πληρώματα μπόρεσαν να ανασάνουν με ανακούφιση καθώς, πλέον, δεν αισθάνονταν τελείως εκτεθειμένα. Στις 21:17 διατάχθηκε να διερευνήσει μια νέα επαφή που είχε εντοπιστεί ανατολικά των δύο πολεμικών σε μικρή απόσταση.
.Φτάνοντας στο σημείο, ο Αμερικανός πιλότος ανέφερε πως δεν υπήρχε τίποτα, με τον χειριστή ραντάρ να επιμένει πως το στίγμα παρέμενε εκεί. 10 λεπτά αργότερα, το ραντάρ απώλεσε την επαφή, η οποία εξαφανίστηκε ως διά μαγείας!
Δεν είχαν προλάβει, καλά καλά, να συνέλθουν οι Αμερικανοί όταν, στις 21:35, το Maddox ανέφερε νέα επαφή στα ανατολικά, σε απόσταση μικρότερη των 5 ν.μ., να κατευθύνεται πάνω του! Αυτή την φορά, δεν τέθηκε ζήτημα οπτικής επιβεβαίωσης. Αντιθέτως, αμφότερα σκάφη άρχισαν να βάλουν κατά του στόχου με όλα τα διαθέσιμα πυροβόλα! Όταν το ραντάρ ανέφερε πως ο στόχος απομακρύνεται, η κίνηση ερμηνεύτηκε ως αποχώρηση μετά από εκτόξευση τορπιλών. Συνεπώς, τα αντιτορπιλικά άρχισαν, με την σειρά τους, ελιγμούς αποφυγής.
Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η νύχτα εξελίχθηκε σε μια τρέλα. Διαρκώς τα ραντάρ ανέφεραν στόχους να εμφανίζονται αιφνιδίως σε αποστάσεις αναπνοής. Οι ομοχειρίες των πυροβόλων υπερέβαλαν εαυτόν, βάλλοντας αδιάκοπα προς τις συντεταγμένες κάθε νέου στίγματος. Παράλληλα, υπό το καθεστώς φόβου τορπιλικών επιθέσεων, τα αντιτορπιλικά μετέβαλαν αδιάκοπα πορεία, προβαίνοντας σε διαρκείς ελιγμούς ενώ έπλεαν με μεγάλη ταχύτητα. Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής της μοίρας, Πλοίαρχος John Herrick, «βομβάρδιζε» την Ουάσιγκτων με σήματα όπου ανέφερε πως τα πλοία του δέχονταν συνεχείς επιθέσεις με τορπίλες.
Οι εν λόγω αναφορές κοινοποιήθηκαν τάχιστα στην στρατιωτική ιεραρχία, φτάνοντας, εν τέλει, στα χέρια του Υπουργού Άμυνας, Robert McNamara. Κατακλυζόμενος από νέες πληροφορίες, μέσα σε ένα κλίμα χάους, ο McNamara τηλεφώνησε στον Johnson για να τον ενημερώσει σχετικά. Η συνομιλία που ακολούθησε είναι ενδεικτική της σύγχυσης που επικρατούσε στην κεντρική διοίκηση.
– Κύριε Πρόεδρε, μόλις πληροφορηθήκαμε τηλεφωνικά από τον Ναύαρχο Sharp (σ.σ. Ανώτατος Ναυτικός Διοικητής Ειρηνικού) ότι το αντιτορπιλικό δέχεται επίθεση με τορπίλες. Νομίζω πως πρέπει να καλέσω τον Dean Rusk (σ.σ. Υπουργός Εξωτερικών) και τον Mac Bundy (σ.σ. Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας) και να τους ζητήσω να έρθουν εδώ και θα εξετάσουμε τις ενέργειες αντιποίνων μας. Και έπειτα, σκεφτήκαμε να…
– Από πού προέρχονται αυτές οι τορπίλες;
– Δεν γνωρίζουμε. Μάλλον από αυτά τα μη ταυτοποιημένα σκάφη που σας ανέφερα πριν από λίγο. Νομίζαμε πως τα μη ταυτοποιημένα σκάφη ίσως περιελάμβαναν μία τορπιλάκατο, η οποία έχει δυνατότητα εκτόξευσης τορπιλών, και δύο σκάφη κλάσης Swatow τα οποία εκτιμούμε ότι δεν έχουν τέτοια δυνατότητα, αν και ίσως την διαθέτουν.
Όσο αυτά γίνονταν στην Ουάσιγκτων, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, τα δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά συνέχιζαν τους ελιγμούς και τα αδιάκοπα πυρά. Μόλις στις 23:30 τα ραντάρ ανέφεραν με ανακούφιση πως δεν εντόπισαν άλλες απειλές. Δύο ώρες αργότερα, η τελική αναφορά έφτανε στην Ουάσιγκτων. Ο τελικός απολογισμός ανέφερε τα εξής. Τα δύο πλοία είχαν βάλει περισσότερα από 300 βλήματα. Επίσης, δήλωναν πως είχαν αποφύγει, τουλάχιστον, 21 τορπίλες, τις οποίες εκτόξευσαν 13 διαφορετικά εχθρικά σκάφη, 3 εκ των οποίων είχαν πληγεί επιτυχώς και βυθιστεί.
Το ερώτημα πλέον ήταν, τί μέλλει γενέσθαι. Εκ πρώτης όψεως, η απάντηση ήταν απλή. Αμερικανικά πολεμικά είχαν δεχθεί ισχυρότατη επίθεση από άγνωστα σκάφη. Η απάντηση έπρεπε να είναι άμεση και δυναμική. Ωστόσο, ρίχνοντας μια πιο προσεκτική ματιά στην τελική αναφορά του Πλοιάρχου Herrick, ο Πρόεδρος Johnson είχε αρχίσει να διακατέχεται από αμφιβολίες. Το κείμενο έγγραφε, μεταξύ άλλων, ότι: «…το Maddox δεν σημείωσε κανένα επιβεβαιωμένο πλήγμα και ποτέ δεν κατάφερε να ταυτοποιήσει με βεβαιότητα κάποιο εχθρικό σκάφος…το Joy έβαλε κατά 13 επαφών, υποστηρίζει ότι έπληξε 3 και βύθισε μία. Επίσης επιβεβαιώνει ότι δεν είχε οπτική επαφή ούτε εντόπισε απόνερα…όλη η αναμέτρηση αφήνει πολλές αμφιβολίες.». Πέραν αυτών, ο Πλοίαρχος Herrick είχε ζητήσει, επιπλέον, την πραγματοποίηση αεροπορικής κατόπτευσης της ευρύτερης περιοχής προκειμένου να σχηματίσει μια σαφέστερη εικόνα του τί ακριβώς είχε συμβεί. Ωστόσο, των ενημέρωσαν πως κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό μόνο μετά την ανατολή του ήλιου, ήτοι σε αρκετές ώρες. Το χρονικό κενό ήταν υπέρ αρκετό για να εξαφανιστούν τα όποια ίχνη.
Όλα τα προαναφερθέντα, έφεραν τον Johnson και το επιτελείο του ενώπιων ενός μεγάλου διλήμματος. Αν όντως είχε σημειωθεί επίθεση κατά αμερικανικών πολεμικών, τότε θα ήταν εκ τους πράγμασι υποχρεωμένοι να απαντήσουν, και μάλιστα γρήγορα και δυναμικά. Άλλωστε, εν όψει και των επικείμενων εκλογών, δεν είχε την πολυτέλεια να δείξει το παραμικρό σημάδι αδυναμίας, ιδίως μπροστά σε μια εξόφθαλμη κομμουνιστική επιθετική ενέργεια.
Λίγες ώρες αργότερα, η NSA παρουσίασε ένα σήμα που υπέκλεψε από το ναυτικό του Β. Βιετνάμ. Σύμφωνα με το μεταφρασμένο κείμενο, επρόκειτο περί απενημέρωσης μετά την επίθεση κατά του Maddox. Μεταξύ άλλων, γινόταν λόγος για «…δύο καταρριφθέντα εχθρικά αεροσκάφη…δύο βυθισθέντα φίλια σκάφη…ουδεμία άλλη φίλια απώλεια…εκτίμηση πως εχθρικό πλοίο είχε υποστεί ζημιά…». Το εν λόγω σήμα προβλήθηκε από τον McNamara ως η ατράνταχτη απόδειξη πως, πράγματι, κομμουνιστικές δυνάμεις είχαν επιτεθεί κατά των αμερικανικών αντιτορπιλικών.
Πεπεισμένος, πλέον, ο Πρόεδρος Johnson ενέκρινε την επιχείρηση Pierce Arrow, ήτοι την διεξαγωγή αεροπορικών πληγμάτων από τα αεροπλανοφόρα USS Ticonderoga και Constellation κατά των βορειοβιετναμέζικων βάσεων ταχέων σκαφών στα Hon Gay, Loc Chao, Phuc Loi και Quang Khe, καθώς και των εγκαταστάσεων πετρελαίου της Vinh. Μάλιστα, η ανωτέρω έγκριση ήρθε λιγότερο από έξι ώρες μετά την φερόμενη επίθεση κατά των αντιτορπιλικών. Το ίδιο απόγευμα, σε τηλεοπτικό του διάγγελμα, ο Πρόεδρος ενημέρωνε τον Αμερικανικό λαό ότι σημειώθηκε και δεύτερη επίθεση κατά πολεμικών πλοίων και πως, πλέον, οι ΗΠΑ δεν είχαν άλλη εναλλακτική από το να απαντήσουν δυναμικά.
Μόλις ολοκληρώθηκε το προεδρικό διάγγελμα, ξεκίνησαν οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί στο Βιετνάμ. 33 σκάφη, καθώς και οι αποθήκες πετρελαίου καταστράφηκαν. Στον αντίποδα, τα βορειοβιετναμέζικα αντιαεροπορικά πυρά κατέρριψαν δύο αεροσκάφη. Ένας από τους πιλότους που διασώθηκαν ήταν και ο Ανθυποπλοιαρχος Everett Alvarez, όστις απετέλεσε και τον πρώτο Αμερικανό αιχμάλωτο πολέμου. Ο ατυχής αξιωματικός απελευθερώθηκε μόλις τον Φεβρουάριο του 1973!
Ωστόσο, ο Πρόεδρος Johnson δεν περιορίστηκε απλώς σε αεροπορικά πλήγματα. Αντιθέτως, εισήγαγε στο Κογκρέσο μια «Κοινή Απόφαση για προώθηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας στην νοτιο-ανατολική Ασία». Με το εν λόγω ψήφισμα, το οποίο έμεινε γνωστό και ως «Απόφαση του Κόλπου του Tonkin», ο Αμερικανός Πρόεδρος επεδίωκε, ουσιαστικά, να διασφαλίσει μια μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων, για μετά τις εκλογές, σε ό,τι αφορούσε το Βιετνάμ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το λεκτικό του κειμένου. Διαβάζοντάς το κανείς εντοπίζει μερικά ιδιαίτερα σημεία. Αρχικά, αναφέρεται πως το Βόρειο Βιετνάμ «…εσκεμμένα και επανειλημμένα επιτέθηκε σε σκάφη των ΗΠΑ…», πως «…οι εν λόγω επιθέσεις αποτελούν μέρος μιας ηθελημένης και συστηματικής εκστρατείας επιθετικότητας…», καθώς και πως «…οι ΗΠΑ είναι, εφεξής, έτοιμες, κατά την κρίση του Προέδρου, να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ένοπλης βίας προκειμένου να υποστηρίξουν κάθε κράτος της Νοτιο-ανατολικής Ασίας…».
Εν ολίγοις, ο Πρόεδρος εξουσιοδοτείτο να αναπτύξει αμερικανικά στρατεύματα στο έδαφος του Βιετνάμ.Έπειτα από μια σύντομη διαβούλευση, το κείμενο εγκρίθηκε και από τα δύο κοινοβουλευτικά (Γερουσία 88 υπέρ έναντι 2 κατά, Κοινοβούλιο ομόφωνα) όργανα των ΗΠΑ, και μάλιστα με μεγάλες πλειοψηφίες, στις 7 Αυγούστου, τιθέμενο σε ισχύ στις 10 Αυγούστου. Αυτή ακριβώς η νομοθετική εξουσιοδότηση θα καθόριζε την επόμενη δεκαετία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, εμπλέκοντας τη χώρα στη δίνη του πολέμου του Βιετνάμ, μιας αναμέτρησης που θα στοίχιζε στην Ουάσιγκτων 60.000 νεκρούς και στο Ανόι πάνω από 1.000.000. Ωστόσο, όπως απεδείχθη στην συνέχεια, επρόκειτο περί μιας νομοθετικής πρόβλεψης η οποία στηρίχθηκε πάνω σε μια επίθεση που ουδέποτε συνέβη.
Του λόγου το αληθές;
Το συμπέρασμα ότι μια επίθεση κατά αμερικανικών πολεμικών είχε σημειωθεί στηριζόταν σε τρία βασικά «αποδεικτικά στοιχεία». Πρώτον, τη διαταγή επίθεσης, που έθετε τις Τ-142 και Τ-146 σε ετοιμότητα ανάληψης πολεμικής δράσης. Δεύτερον, τα ίχνη που είχε εντοπίσει το ραντάρ του Maddox, καθώς και τις τορπίλες. Τρίτον, την απενημέρωση που είχε συντάξει η NSA λίγες ώρες μετά το πέρας του όλου συμβάντος. Όμως, μια πιο προσεκτική ματιά, όλων των ανωτέρω, είναι αρκετή για να προκαλέσει σοβαρές ενστάσεις για την αλήθεια/ακρίβεια των αμερικανικών ισχυρισμών.
Ξεκινώντας από τις αναφορές του Maddox, παρατηρείται πως ο ίδιος ο κυβερνήτης μιλάει υποθετικά και συνεχώς εικάζει. Μάλιστα, στην αναφορά του δηλώνει πως «…οι αναφορές περί τορπιλών είναι αμφίβολες διότι εικάζεται πως ο χειριστής του σόναρ άκουγε τον θόρυβο από τις προπέλες του καραβιού να αντανακλάται στα πηδάλια κατά την αλλαγή πορείας…». Εν ολίγοις, ο χειριστής εντόπιζε την ηχώ που προκαλούσαν οι συνεχείς και απότομες μεταβολές πορείας του αντιτορπιλικού ενώ αυτό έπλεε με μεγάλη ταχύτητα, και την οποία εξελάμβανε ως ήχο τορπίλης! Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκονται και τα ίχνη που φέρεται να «εντόπισε» το ραντάρ του πλοίου. Συγκεκριμένα, τα όποια στίγματα εντοπίστηκαν εν μέσω άσχημων καιρικών συνθηκών και μάλιστα σε μια περιοχή του πλανήτη που ήταν γνωστή για την πρόκληση ανώμαλων στιγμάτων στις οθόνες των ραντάρ. Ακόμα, όμως, κι αν κάποιος διατηρούσε επιφυλάξεις περί των ανωτέρω, υπάρχουν και οι αναφορές των πιλότων που κλήθηκαν να παράσχουν αεροπορική κάλυψη στα δύο αντιτορπιλικά. Τόσο αυτοί, όσο και οι συνάδελφοί τους που πραγματοποίησαν αναγνωριστικές πτήσεις το επόμενο πρωί, δήλωσαν πως δεν εντόπισαν κανένα ίχνος που να μαρτυρούσε την παρουσία εχθρικού σκάφους. Μάλιστα, ο Πλωτάρχης Stockdale ανέφερε χαρακτηριστικά «…ούτε σκάφη, ούτε απόνερα σκαφών, ούτε εξωστρακισμοί σε σκάφη, ούτε πλήγματα κατά σκαφών, ούτε ίχνη τορπιλών, τίποτα πέραν μαύρης θάλασσας και αμερικανικής ισχύος πυρός…».
Έπειτα, παρατηρείται το εξής αξιοπερίεργο γεγονός. Πράγματι, πριν από το όλο συμβάν, οι Αμερικανοί είχαν υποκλέψει εχθρικά σήματα τα οποία ανέφεραν επακριβώς την πορεία και το στίγμα του Maddox. Ωστόσο, στις 4 Αυγούστου δεν υπήρξε καμία σχετική αναφορά. Όχι μόνο αυτό, αλλά και τα αμερικανικά αντιτορπιλικά δεν εντόπισαν ούτε συνομιλίες ασυρμάτου ούτε ίχνη ραντάρ από τα υποτιθέμενα βορειο-βιετναμέζικα σκάφη που τα προσέβαλαν. Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως, αν πράγματι μια επίθεση έλαβε χώρα, τότε τα βιετναμέζικα σκάφη, κατάφεραν να εντοπίσουν τα αμερικανικά αντιτορπιλικά σε απόσταση μεγαλύτερη των 100 ν.μ. από τις ακτές, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες, χωρίς την βοήθεια ραντάρ και να τους επιτεθούν, σε διαδοχικές φάσεις, με άριστο συντονισμό υπό πλήρη σιγή ασυρμάτου! Ένα τέτοιο εγχείρημα, θα συνιστούσε ναυτικό άθλο σήμερα, πολύ περισσότερο τότε και σίγουρα θα κατέτασσε το βιετναμέζικο ναυτικό στις κορυφαίες θέσεις επιχειρησιακής δεινότητας!
Ερχόμενοι στην περιβόητη διαταγή επιθέσεως, η οποία αποτέλεσε και τον βασικό λόγο για τον οποίο τα δύο αντιτορπιλικά πίστευαν πως ενδεχομένως να προσβάλονταν από εχθρικές δυνάμεις, εντοπίζουμε ένα μεγάλο πρόβλημα. Συγκεκριμένα, τα αναγραφόμενα σκάφη, τα οποία φέρονται να επιτέθηκαν κατά των Maddox και Turner Joy ουδέποτε πλησίασαν τα δύο αντιτορπιλικά! Συγκεκριμένα, στις 21:40 της 4ης Αυγούστου, ο σταθμός πληροφοριών του Phu Bai ανέφερε πως η τορπιλάκατος Τ-333 προετοιμαζόταν να ρυμουλκηθεί για επισκευές και τα άλλα δύο σκάφη συνέδραμαν στο όλο εγχείρημα. Αυτό υποδηλώνει πως οι Αμερικανοί χειριστές απέδωσαν την βιετναμέζικη φράση «hanh quan» ως «στρατιωτική επιχείρηση», αγνοώντας πως οι ίδιες λέξεις δύνανται να σημαίνουν και «μεγάλη πορεία» ή/και «κίνηση». Εν ολίγοις υπήρξε λάθος στη μετάφραση του υποκλαπέντος σήματος!
Εφόσον όμως, οι φερόμενοι δράστες διαθέτουν σχετικό άλλοθι, τότε το ερώτημα που προκύπτει εύλογα είναι, ποιος επιτέθηκε κατά των αντιτορπιλικών; Όπως φαίνεται, οι ΗΠΑ γνώριζαν τα παραπάνω ή, τουλάχιστον, τα πληροφορήθηκαν κατόπιν εορτής. Ωστόσο, όχι μόνο είχαν ήδη διενεργηθεί αεροπορικοί βομβαρδισμοί κατά του Βιετνάμ, αλλά και ο ίδιος ο Πρόεδρος είχε βγει στην τηλεόραση και είχε διαβεβαιώσει τον Αμερικανικό λαό για την απρόκλητη επίθεση κατά των αντιτορπιλικών. Πλέον ήταν πολύ αργά για οποιαδήποτε υπαναχώρηση. Επιπροσθέτως, το πολιτικό κόστος μιας δημόσιας αποδοχής ενός σφάλματος τέτοιου μεγέθους θα ήταν καταστροφικό για τον Johnson.
Στις 6 Αυγούστου, η NSA έστειλε σήμα στο Maddox με το οποίο ζητούσε να της παρασχεθούν «…όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες που αποδεικνύουν μια βιετναμέζικη επίθεση στις 4 Αυγούστου…». Φανταστείτε την έκπληξη που προκλήθηκε όταν έλαβε την λακωνική απάντηση «Ουδεμία απόδειξης επιθέσεως στις 4 Αυγούστου.»! Αντιμέτωπη με ένα τέτοιο φιάσκο, η NSA επιστράτευσε όλη της την δημιουργικότητα και συνέταξε μια αναφορά σύμφωνα με την οποία, δεδομένου ότι το Maddox ήταν σχετικά (περισσότερα από 70 ν.μ.) κοντά στη ναυτική βάση της Quang Khe, πρέπει να δέχτηκε επίθεση από σκάφη που ναυλοχούσαν εκεί. Το εν λόγω κείμενο επέλεγε να αγνοήσει το γεγονός ότι, τα μόνα υφιστάμενα στην προαναφερθείσα βάση σκάφη ήταν κανονιοφόροι κλάσης Swatow οι οποίες δεν ήταν ικανές να διενεργήσουν τορπιλικές επιθέσεις! Ως εκ τούτου, δεν ήταν λίγοι εκείνοι, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Johnson, που δεν πείστηκαν από την αναφορά της NSA. Μάλιστα, λίγες μέρες αργότερα, ο Πρόεδρος θα δήλωνε χαρακτηριστικά: «Διάολε, αυτοί οι πανηλίθιοι ναύτες απλά πυροβολούσαν χελιδονόψαρα!». Αυτό, βέβαια, δεν τον εμπόδισε από το να συνεχίζει να υποστηρίζει την «επίσημη» θέση των ΗΠΑ αναφορικά με τα όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ.
Τέλος, υπάρχει και η απενημέρωση που συνέταξε η NSA.Το εν λόγω κείμενο παρουσιάζει σωρεία προβλημάτων, πρωτίστως ότι δεν προσιδιάζει ουδόλως σε απενημέρωση! Συγκεκριμένα, δεν αναγράφει το ακριβές χρονικό πλαίσιο και αλληλουχία των γεγονότων αλλά ούτε και παραθέτει πληροφορίες υπό την μορφή που ένας αξιωματικός θα τις μετέφερε στους ανωτέρους του μέσα από την προβλεπόμενη αναφορά του. Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα εντοπίζεται στην ώρα. Το κείμενο υπεβλήθη στις 22:42, μία ολόκληρη ώρα πριν περατωθεί το όλο επεισόδιο! Κατά κάποιον, ανεξηγήτως περίεργο τρόπο, η NSA φαίνεται πως είχε σχηματίσει πλήρη εικόνα του όλου συμβάντος πολύ πριν αυτό ολοκληρωθεί και χωρίς να έχει ακόμα υποβάλει την αναφορά του ο κυβερνήτης του Maddox!
Πέραν αυτού, προβλήματα εντοπίζονται και στο περιεχόμενο. Ειδικότερα, στο κείμενο εντοπίζεται η, αποδιδόμενη στους Βιετναμέζους, φράση «θυσιάσαμε δύο σκάφη», την στιγμή που το αρχικό υποκλαπέν από το Phu Bai σήμα έλεγε «θυσιάσαμε δύο συντρόφους» το οποίο μπορεί μεν να σημαίνει απώλεια δύο πλοίων, μπορεί όμως και να αφορούσε τους δύο νεκρούς που είχαν οι Βιετναμέζοι κατά την αψιμαχία της 2ης Αυγούστου, πράγμα πιο πιθανόν. Εντούτοις, η NSA επέλεξε να υιοθετήσει την πρώτη ερμηνεία στηρίζοντάς την σε έτερη μνεία υποκλαπέντος σήματος την οποία παραθέτει και σύμφωνα με την οποία «…το εχθρικό σκάφος μπορεί να έχει υποστεί ζημιές…».
Ωστόσο, το δεύτερο εδάφιο προέρχεται από ένα τελείως διαφορετικό σήμα! Στην ουσία, η NSA πήρε δύο υποκλαπέντα σήματα, την απενημέρωση των Βιετναμέζων για την αψιμαχία που σημειώθηκε στις 2 Αυγούστου, και την αναφορά του κυβερνήτη της τορπιλακάτου Τ-142 όστις παραπλέοντας τις βιετναμέζικες ακτές, στις 4 Αυγούστου, παρατήρησε τις φωτοβολίδες που έβαλαν τα αντιτορπιλικά και δήλωσε εσφαλμένα ότι «…ένα εχθρικό αεροσκάφος εντοπίστηκε να πέφτει στη θάλασσα. Το εχθρικό σκάφος ενδεχομένως να έχει υποστεί ζημιά.».
Εν ολίγοις, είτε λόγω ανικανότητας (λίαν αμφίβολο, όχι όμως και απίθανο), είτε λόγω υπερβάλλοντος ζήλου και επιθυμίας να παράσχουν στους ανωτέρους τους ένα έγγραφο που θα «αποδείκνυε» ότι μια επίθεση είχε πράγματι σημειωθεί (πιθανότερο), οι αναλυτές της NSA πραγματοποίησαν μια ενδιαφέρουσα σύνθεση δύο διαφορετικών τηλεγραφημάτων, δημιουργώντας μια νέα, δική τους αλήθεια!
Επίλογος
Επί τη βάση όλων των προαναφερθέντων στοιχείων, οι ΗΠΑ προχώρησαν, αφενός στον εκτεταμένο αεροπορικό βομβαρδισμό του Βορείου Βιετνάμ και αφετέρου στην ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων στην μακρινή χώρα της Νοτιο-ανατολικής Ασίας. Για τα επόμενα έτη, τόσο η κυβέρνηση όσο και η NSA εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν ότι μια επίθεση είχε πράγματι λάβει χώρα τη νύχτα της 4ης Αυγούστου. Μάλιστα, τον Οκτώβριο του 1964, η NSA δημοσίευσε την επίσημη έκθεσή της για τα γεγονότα, η οποία όμως στηριζόταν σε μόλις 6 από τα συνολικά 59 υποκλαπέντα σχετικά σήματα. Εν ολίγοις, οτιδήποτε μπορούσε, έστω και ενδεχομένως, να καταρρίψει τους επίσημους ισχυρισμούς, απλά αποσιωπήθηκε.
Συνοψίζοντας τα προαναφερθέντα, καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα. Αναμφίβολα, ουδεμία επιθετική ενέργεια σημειώθηκε εκείνη την μοιραία νύχτα. Πράγματι, τα δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά, έχοντας λάβει εσφαλμένες πληροφορίες από τους σταθμούς υποκλοπών τους και με τα ραντάρ τους να γεμίζουν άγνωστα στίγματα προχώρησαν σε μια εικονική αναμέτρηση μοναδικά θύματα της οποίας υπήρξαν τα όποια άτυχα αφρόψαρα βρέθηκαν τη δεδομένη χρονική στιγμή στην ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδισε την αμερικανική κυβέρνηση, να εκμεταλλευτεί το όλο συμβάν και να εξασφαλίσει την απεριόριστη δυνατότητα εμπλοκής της στο Βιετνάμ.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ang, C. G. (2002). The Vietnam War from the Other Side.
Buchholz, H. J. (1987). Law of the Sea Zones in the Pacific Ocean. ASEAN Economic Research Unit, Institute of Southeast Asian Studies.
Colman, J. (2010). “Vietnam: Going to War, 1963-5“. The Foreign Policy of Lyndon B. Johnson: The United States and the World, 1963–69. Edinburgh University Press.
Moïse, E. E. (2019). Tonkin Gulf and the Escalation of the Vietnam War(revised ed.). Annapolis: Naval Institute Press.
Hanyok, R. J. (2001). Skunks, Bogies, Silent Hounds, and the Flying Fish. Cryptologic Quarterly. 19/20 (4/1). Fort Meade: National Security Agency.

























































