Γράφει ο Δημήτρης Μπαλόπουλος
Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ενώ το κύμα της Βιομηχανικής Επανάστασης σαρώνει τον κόσμο, ολοένα και περισσότεροι εύποροι τοποθετούν παραγγελίες για τη ναυπήγηση θαλαμηγών, οι περισσότερες από τις οποίες χτίζονταν στα πολυάριθμα ναυπηγεία του Ηνωμένου Βασιλείου.
Γεγονός είναι ότι τα συγκεκριμένα πλοία άλλαζαν με τα χρόνια πολλές σημαίες, ιδιοκτήτες και ονόματα, καθώς το χρήμα άλλαζε συχνά χέρια, και βέβαια, εκτός από τα ταξίδια αναψυχής -για τα οποία ήταν προορισμένα – σε κάθε πολεμική σύρραξη επιτάσσοντο για να χρησιμοποιηθούν με διάφορους ρόλους σε ναυτικές αποστολές.
Η επιχειρησιακή ζωή των επιταγμένων θαλαμηγών δεν σταματούσε με το τέλος των πολέμων, αλλά συνήθως ακολουθούσε η μετασκευή τους σε επιβατηγά που κάλυπταν τις ακτοπλοϊκές ανάγκες. Γεγονός είναι ότι μετά από τις μετασκευές αυτές τα πλοία αυτά ελάχιστα θύμιζαν την προηγούμενη εικόνα τους.
Στον ελληνικό χώρο οι πρώτες θαλαμηγοί εμφανίστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Είναι μια περίοδος που παρατηρείται ένας μετασχηματισμός της νεοελληνικής κοινωνίας και η «ελληνική αστική τάξη» αποκτά και αυτή σταδιακά συνήθειες που έρχονται από την Δυτική Ευρώπη.
Το επιβατηγό ατμόπλοιο «Καλαμάρα», πρώην: «Seanymph», «Jeannette», «Cala Mara», 312 τόννων, ναυπηγήθηκε το 1898 στο Ηνωμένο Βασίλειο και ήταν πράγματι ένα πλοίο με πολλές ζωές.
Θαλαμηγός του τραπεζίτη Ι. Δροσόπουλου (1870 – 1939), ο οποίος εργάστηκε στην «Εθνική Τράπεζα» επί τριάντα δύο συνολικά χρόνια, διατελέσας Υποδιοικητής και επί σειρά ετών Διοικητής. Υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα της εποχής και επηρέασε σημαντικά τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής της περιόδου του μεσοπολέμου.
Η θαλαμηγός «Cala Mara» επιτάχθηκε με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου και χρησιμοποιήθηκε ως ναρκαλιευτικό. Είναι το πλοίο στο οποίο επιβιβάστηκε το προσωπικό του Ναυτικού Οχυρού Μεγάλου Εμβόλου (Βλ. Ι. Τούμπας Εχθρός εν όψει) όταν οι Γερμανοί εισήλθαν στον ελληνικό χώρο. Λίγο αργότερα διέφυγε, τον Ιούνιο του 1941, στη Μ. Ανατολή όπου επιτάχθηκε εκ νέου αυτή τη φορά από το Royal Navy, χρησιμοποιούμενη σε διάφορες αποστολές στη Μεσόγειο.
Μετά τον πόλεμο, το 1946, επανήλθε στην Ελλάδα και αρχικά ανήκε στην «Εκτελεστική Επιτροπή Θαλασσίων Συγκοινωνιών» που έβαλε το πλοίο (με το όνομα «ΚΑΛΑΜΑΡΑ» πλέον) στα δρομολόγια Χαλκίδος, Αιδηψού και Βόλου. Βρισκόμαστε στην περίοδο που οι οδικές και σιδηροδρομικές συγκοινωνίες ήταν κατεστραμμένες και η μόνη διέξοδος ήταν αυτή της ακτοπλοϊκής σύνδεσης.
Το «ΚΑΛΑΜΑΡΑ» στη συνέχεια αγοράστηκε από την οικογένεια Βατικιώτη, όπως φαίνεται από το χαρακτηριστικό V στο φουγάρο του, και δρομολογήθηκε στη γραμμή του Αργοσαρωνικού από το 1947 μέχρι το 1956, συνδέοντας τον Πειραιά με την Αίγινα, τα Μέθανα, τον πόρο, την Ύδρα, τις Σπέτσες, την Ερμιόνη και το Παράλιο Άστρος.
Η οικογένεια Βατικιώτη έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ακτοπλοϊα ιδιαίτερα στον Αργοσαρωνικό, κυρίως με το «ΚΑΛΑΜΑΡΑ» αλλά και το «ΚΑΜΕΛΙΑ», που ήταν το πρώτο πλοίο μετά τον πόλεμο που κατασκευάστηκε, το 1962, εξ’ ολοκλήρου σε ελληνικά ναυπηγεία (βλ. Ναυπηγεία Αναστασιάδη – Τσορτανίδη στο Πέραμα), το «ΠΙΝΔΟΣ ΙΙ» και άλλα πλοία.
Το «ΚΑΛΑΜΑΡΑ» μετά από ατύχημα που είχε στα Τσελεβίνια (1954), ξαναφτιάχτηκε και συνέχισε να ταξιδεύει με το όνομα «Πόρος».
Βγήκε εκτός λειτουργίας το 1961, εξήντα τρία ολόκληρα χρόνια μετά την ναυπήγησή του έχοντας γράψει τη δική του ξεχωριστή ιστορία.
























































