Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΑΛΑΤΤΑ του ‘’Ελληνικού Ινστιτούτου Ναυτικής Ιστορίας’’, τεύχος δεύτερο, Ιούνιος 2021
Γράφει ο Άρης Μπιλάλης
65 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την άνανδρη βύθιση του νοσοκομειακού πλοίου ΑΤΤΙΚΗ ενώ διέσχιζε το στενό του Καφηρέα. Η ιστορία του πλοίου ξεκινάει το 1895 όταν καθελκύσθηκε στα σκωτσέζικα ναυπηγεία Al. Stephen & Sons στο Linthouse. Το 2.158 κόρων ολικής χωρητικότητας επιβατηγό-φορτηγό ατμόπλοιο είχε παραγγελθεί από την νεοσύστατη Trinidad Shipping & Trading Co. Ltd. που είχε την έδρα της στην γειτονική Γλασκόβη.
Το μήκους 85,8 μέτρων και πλάτους 11,9 σκάφος καθελκύσθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1896 λαμβάνοντας το όνομα GRENADA – της νήσου της Καραϊβικής που τότε ήταν βρετανική αποικία. Η τρικύλινδρη παλινδρομική ατμομηχανή κατασκευής των ναυπηγείων που απέδιδε ιπποδύναμη 345 ΝΗP κινώντας μια προπέλα που του επέτρεπε να κινηθεί με μέγιστη ταχύτητα 12 κόμβων.
Το GRENADA ύψωσε την βρετανική σημαία και ξεκίνησε τα ταξίδια του από την Νέα Υόρκη προς τη Γρενάδα, το Τρινιντάντ και τη Demerara στο σημερινό Σουρινάμ της νοτίου Αμερικής, μεταφέροντας επιβάτες και στα τέσσερα αμπάρια του εμπορεύματα.
Το 1913 το πλοίο πουλήθηκε στην βρετανική Booker Line και μετονομάστηκε σε ARAKAKA. Η νέα του εταιρία είχε μακρά επιχειρηματική παρουσία στην τότε Βρετανική Γουιάνα και το νέο της πλοίο ξεκίνησε πλόες μεταξύ Λίβερπουλ και Demerara μεταφέροντας κυρίως ζάχαρη. To ARAKAKA βγήκε αλώβητο από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά μια εκδοχή κατόπιν ενεπλάκη σε παράνομες μεταφορές οινοπνευματωδών προς στις ΗΠΑ όσο ίσχυε η ποτοαπαγόρευση.
Το 1924 η Booker Line παρέλαβε ένα νεότευκτο πλοίο και το ARAKAKA πουλήθηκε στην Atlantic Steamship Co. της Γλασκώβης που το μεταπώλησε τον Οκτώβριο του 1924 αντί 11.000 λιρών Αγγλίας στην Ελληνική Εταιρεία Θαλασσίων Επιχειρήσεων. Η ΑΕΕΘΕ είχε ιδρυθεί το 191η από τον πλοίαρχο Αντώνιο Παληό και σύντομα μεγεθύνθηκε με την απορρόφηση άλλων παραδοσιακών ακτοπλοϊκών εταιριών της εποχής, όπως της Ατμοπλοΐας Γουδή και της Ατμοπλοΐας Τζων Μακ Δούαλ και Βαρβούρ.
Ο πρόωρος θάνατος του ιδρυτή της το 1919 σε συνδυασμό με τις διαρκείς επιτάξεις των πλοίων κατά τον Μικρασιατικό πόλεμο, έθεσαν τέλος στην περαιτέρω ανάπτυξη της εταιρίας. Η νέα μονάδα της ΑΕΕΘΕ μετονομάστηκε ΑΤΤΙΚΗ, καταχωρήθηκε στο νηολόγιο Πειραιά με αριθμό νηολογίου 557 και ξεκίνησε τις εργασίες προσαρμογής του στα νέα του καθήκοντα, την γραμμή Θεσσαλονίκης – Πειραιά – Μασσαλίας, με το πρώτο του ταξίδι να έχει προγραμματιστεί για τις 18 Αυγούστου 1925.
Στις 2 Αυγούστου το πλοίο εξήλθε της δεξαμενής Βασιλειάδη και έδεσε στην Ακτή Τζελέπη προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Ωστόσο, τις πρώτες ώρες της 3ης Αυγούστου παρουσιάστηκε διαρροή στο κύτος του με αποτέλεσμα να αρχίσει να κλίνει προς τα αριστερά. Το γεγονός έγινε αντιληπτό από τα γειτονικά πλοία που σήμαναν συριγμούς κινδύνου, ενώ τα ευρισκόμενα στον προλιμένα θωρηκτά ΚΙΛΚΙΣ και ΛΗΜΝΟΣ φώτισαν με τους προβολείς τους το ΑΤΤΙΚΗ προκειμένου να βοηθήσουν τα ρυμουλκά που έσπευσαν σε βοήθεια. Εξαιτίας αμέλειας του πληρώματος μηχανής είχε παραμείνει ανοικτός ένας κρουνός κατάκλισης με αποτέλεσμα τα διπύθμενα του ΑΤΤΙΚΗ να πληρωθούν με ύδατα προκαλώντας μια αρχική κλίση που έφερε έναν σωλήνα εξαγωγής τέφρας κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας οπότε και εισήλθαν ύδατα στο λεβητοστάσιο προκαλώντας τελικά την ανατροπή του ΑΤΤΙΚΗ. Το σκάφος έγειρε μέχρι που ακούμπησε με τα πλευρά του στο βυθό του λιμένα με την θάλασσα να καλύπτει περί το ήμισυ του πλάτους του. Αμέσως μετά το ατυχές συμβάν ξεκίνησαν οι εργασίες ανέλκυσης που ανατέθηκαν στην δανέζικη εταιρία Svitzer που στάθμευε στον Πειραιά το ναυαγοσωστικό DANMARK.
Η ανέλκυση του ατμόπλοιου ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο και ακολούθησαν οι απαραίτητες επισκευές. Στις 22 Νοεμβρίου 1925 πραγματοποιήθηκαν στον Πειραιά τα εγκαίνια του ΑΤΤΙΚΗ που αποτέλεσε μια μεγάλη και σύγχρονη μονάδα για τα τότε ακτοπλοϊκά δεδομένα. Το ΑΤΤΙΚΗ διέθετε 112 κλίνες Α’ θέσης σε μονόκλινες και δίκλινες καμπίνες, 65 κλίνες Β’ θέσης σε δίκλινες έως τετράκλινες καμπίνες και 100 κλίνες Γ’ θέσεις που στεγάζονταν σε ενιαίο κοιτώνα. Επίσης το σκάφος μπορούσε να μεταφέρει και επιβάτες καταστρώματος που έφερναν οι ίδιο τα κλινοσκεπάσμα τους. Κάθε ταξίδι του ΑΤΤΙΚΗ από τον Πειραιά προς τη Μασσαλία διαρκούσε τρείς ημέρες.
Η κρίση που έπληξε την ακτοπλοΐα στα τέλη του δεκαετίας του είκοσι, απόρροια του άκρατου ανταγωνισμού, οδήγησε την ΑΕΕΘΕ σε οικονομικό αδιέξοδο. Ανήμπορη να ικανοποιήσει τους πιστωτές της, η εταιρία έβλεπε τα πλοία της να κατάσχονται. Έτσι και το ΑΤΤΙΚΗ περιήλθε τον Απρίλιο του 1927 στην προμηθεύτρια καύσιμης ύλης, εταιρία γαιανθράκων Γκλαμόργκαν (Ελλάς) Α.Ε., συμφερόντων της εφοπλιστικής και επιχειρηματικής οικογένειας Γιαννουλάτου. Δυο μέρες αργότερα το σκάφος μεταβιβάστηκε στον Αλέξανδρο Γιαννουλάτο.
Τον Μάρτιο του 1929 το ΑΤΤΙΚΗ μεταφέρθηκε στην ιδιοκτησίας της Ιονικής Ατμοπλοΐας των αδελφών Γιαννουλάτου και τρεις μήνες αργότερα ενσωματώθηκε στην νεοσύστατη Ακτοπλοΐα της Ελλάδος Α.Ε. Η νέα του εταιρία προέκυψε από την προσπάθεια συσπείρωσης έξι ακτοπλοϊκών εταιριών προκειμένου να ανασταλεί ο εξοντωτικός ανταγωνισμός και να δημιουργηθούν οικονομίες κλίμακος. To εγχείρημα απέδωσε καρπούς και η Ακτοπλοΐα της Ελλάδος κυριάρχησε στα ακτοπλοϊκά δρώμενα για την επόμενη δεκαετία.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 5ης Μαΐου 1931 μια πυρκαγιά ξέσπασε σε αποθήκη υλικών του ΑΤΤΙΚΗ ενώ βρισκόταν δεμένο στην Ηετωνεία Ακτή του Πειραιά. Η φωτιά κατασβήστηκε με την βοήθεια ρυμουλκών, αλλά λίγες ώρες αργότερα εκδηλώθηκε νέα πυρκαγιά και τα ρυμουλκά επέστρεψε ρίχνοντας τόνους νερού με αποτέλεσμα το ΑΤΤΙΚΗ να λάβει κλίση. Το ναυαγοσωστικό ΆΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ανέλαβε να αντλήσει τα ύδατα και κατάφερε να επαναφέρει το σκάφος σε ισορροπία.
Το ΑΤΤΙΚΗ συνέχισε να ταξιδεύει τόσο σε εσωτερικές γραμμές όσο και σε εξωτερικού. Έτσι, το 1938 πραγματοποιούσε δυο ταξίδια το μήνα στη γραμμή Πειραιάς – Αλεξάνδρεια – Πορτ Σάϊδ – Γιάφφα – Χάιφα – Βυρηττό – Τρίπολι Συρίας – Αμμόχωστο – Λάρνακα – Λεμεσό. Το 1939 μεταβιβάστηκε μαζί με το ΘΡΑΚΗ, το ΙΩΝΙΑ και το νεοαποκτηθέν ΚΟΡΙΝΘΙΑ στην νεοσύστατη θυγατρική της Ακτοπλοΐας της Ελλάδος, τις Ελληνικές Μεσογειακές Γραμμές. Η ΕΛ.ΜΕΣ θα συγκέντρωνε τα πλοία των Μεσογειακών πλοών, ενώ η ΑΚΤ.ΕΛ. θα επικεντρωνόταν στην εγχώρια ακτοπλοΐα. Ωστόσο το 1940 η κυβέρνηση Μεταξά αποφάσισε την δημιουργία της Κοινής Διεύθυνσης Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών (Κ.Δ.Α.Σ.) η οποία ανέλαβε τη διαχείριση του ελληνικού ακτοπλοϊκού στόλου.
Με την κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου, το σύνολο του ακτοπλοϊκού στόλου επιτάχθηκε για να συνδράμει στην εθνική προσπάθεια. Το ΑΤΤΙΚΗ επιλέχθηκε να μετατραπεί σε πλωτό νοσοκομείο προκειμένου να μεταφέρει τραυματίες από το μέτωπο στα μετόπισθεν. Το πλοίο βάφτηκε λευκό και έφερε στα πλευρά πράσινη ρίγα και δυο κόκκινους σταυρούς, όπως ορίζουν οι διεθνείς κανονισμοί για τα νοσοκομειακά πλοία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου το ΑΤΤΙΚΗ πραγματοποίησε με επιτυχία 25 ταξίδια, μεταφέροντας από 280 έως 425 τραυματίες στο καθένα.
Η αδελφή Εύφη Σπηλιοπούλου που επέβαινε στο σκάφος από τον Ιανουάριο του 1941 περιέγραψε τους πλόες του ΑΤΤΙΚΗ: «Τα ταξίδια μας στις αρχές επί του Ιταλικού πολέμου περιορίζονταν ως επί το πλείστο από Μεσολόγγι μέχρι Πειραιά, όπου διακομίζαμε τους βαρέως πάσχοντες, βραδύτερον δε και από Μεσολόγγι στον Βόλο, Καμένα Βούρλα, Αιδηψό, Λουτράκι και Χαλκίδα.»
Στις 9 Φεβρουαρίου το πλοίο ήταν πλευρισμένο στο Μεσολόγγι επιβιβάζοντας τραυματίες όταν δέχθηκε την επίθεση ιταλικών αεροσκαφών. Δυο δέσμες βομβών έπεσαν σε μικρή απόσταση συγκλονίζοντας το σκάφος και προκάλεσαν τον θάνατο 7 στρατιωτών που βρίσκονταν στην αποβάθρα και τον τραυματισμό άλλων είκοσι.
Στις 6 Απριλίου το ΑΤΤΙΚΗ αναχώρησε από τον Πειραιά όπου βρισκόταν υπό επισκευή καθώς του ανατέθηκε η μεταφορά τραυματιών από τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης. Κατά την πλου της επιστροφής του διατάχθηκε να αποβιβάσει τους τραυματίες στην Αιδηψό και να πλεύσει προς τη Θάσο.
Στις 10 Απριλίου 1941 το ΑΤΤΙΚΗ παρέλαβε από την Θάσο περί τα εξήντα άτομα από το προσωπικό του Νοσοκομείου Δράμας που είχε εκκενωθεί εξαιτίας της γερμανικής προέλασης. Το πλωτό νοσοκομείο έπλευσε νότια προς το αγκυροβόλιο των Ωρεών όπου έφθασε την 4η πρωινή. Το επομένη, περί την 10η πρωινή, ο έφεδρος Πλοίαρχος Δημήτριος Μελετόπουλος διέταξε τον απόπλου του σκάφους από τους Ωρεούς με προορισμό τη Σύρο όπου είχε διαταχθεί να αποβιβάσει το προσωπικό του νοσοκομείου.
Το ΑΤΤΙΚΗ κινήθηκε ανατολικά της Εύβοιας και περί τα μεσάνυχτα το πλοίο, έπλεε διέπλεε το Στενό του Καφηρέως ολόφωτο και με όλα τα γνωρίσματα του Ερυθρού Σταυρού εμφανή. Εκεί το πλοίο έγινε αντιληπτό από γερμανικά πολεμικά αεροσκάφη που καταπατώντας τις διεθνείς συνθήκες επιτέθηκαν με βόμβες και πολυβολισμούς εναντίον του ανυπεράσπιστου πλοίου.
Τρεις από τις βόμβες έπληξαν το σκάφος στο πρωραίο τμήμα και πλησίον αυτού, δημιουργώντας ένα μεγάλο ρήγμα, που το καταδίκασε. Η αδελφή Σπηλιοπούλου περιέγραψε τις στιγμές που έζησε: «Αίφνης ένας δυνατός βόμβος ακούστηκε τόσο κοντά μας που νομίζω πως δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Ταυτοχρόνως ένας δαιμονιώδης κρότος συνεκλόνισε το σκα΄φος ολόκληρο σαν να του τράβηξε μιας τιτάνειος δύναμις την καρένα. Είχαν αρχίσει να εκρήγνονται βόμβες στην πλώρη και στο υπ.αρ. 1 κύτος που είχε διασκευασθεί σε θάλαμο ασθενών. Το σκάφος επί τινά δευτερόλεπτα εσείετο ολόκληρο και έπειτα ένοιωσα ότι έγειρε πολύ προς τα εμπρός, τόσο που η πλώρη του να βυθιστεί τουλάχιστον τρία πόδια.»
Ο Πλοίαρχος Μελετόπουλος αντιλαμβανόμενος την κατάσταση του σκάφους του έκανε κράτει τις μηχανές και διέταξε την εγκατάλειψη του και την άμεση καθαίρεση όλων των σωσίβιων λέμβων. Όμως ο ασύρματος είχε υποστεί βλάβη κατά την επίθεση και δεν ήταν δυνατόν να σταλεί σήμα κινδύνου. Δεκαέξι μέλη του πληρώματος φονεύθηκαν στο πρωραίο κατάστρωμα όπου αναπαύονταν την ώρα της επίθεσης.
Η εκκένωση πραγματοποιήθηκε με τάξη παρόλο που τα γερμανικά αεροσκάφη ωστόσο συνέχισαν να πολυβολούν το σκάφος ακόμη και κατά τη διάρκεια της καθαίρεσης των λέμβων. Αφού σιγουρεύτηκε ότι η εκκένωση του σκάφους είχε ολοκληρωθεί, ο κυβερνήτης Μελετόπουλος επιβιβάστηκε και αυτός σε μια βάρκα που είχε μισοβυθιστεί καθώς ήταν διάτρητη από τους πολυβολισμούς.
Περίπου είκοσι άτομα είχαν πέσει στην κρύα θάλασσα και προσπαθούσαν να μείνουν στην επιφάνεια, στηριζόμενοι στα σωσίβια και στις σχεδίες που είχε ρίξει το πλήρωμα. Βλέποντας την βάρκα τους να βυθίζεται όλο και περισσότερο, ο πλοίαρχος Μελετόπουλος πρότεινε να πέσουν στην θάλασσα όσοι μπορούσαν να κολυμπήσουν για να ελαφρύνει η βάρκα που μετέφερε νοσηλεύτριές και άτομα που δεν ήξεραν κολύμπι. Ο ίδιος έπεσε πρώτος στη θάλασσα για να δώσει το παράδειγμα και των ακολούθησαν άλλοι. Κατόπιν ο πλοίαρχος άρχισε να κολυμπά προς το πλοίο αλλά έχασε τις αισθήσεις του και παρασύρθηκε έχοντας πιθανώς υποστεί έφραγμα εξαιτίας του ψύχους και της έντασης.
Το ΑΤΤΙΚΗ τελικά βυθίστηκε δυο ώρες μετά την επίθεση σε θέση περί τα 16 μίλια βόρεια της Άνδρου. Οι λέμβοι – πλην της ημιβυθισμένης – κατευθύνθηκαν προς τις ακτές της νότιας Εύβοιας και περί τις 03.30’ οι ναυαγοί εξήλθαν στην παραλία του χωριού Αμυγδαλιά. Από εκεί στάθηκε δυνατόν να επικοινωνήσουν με τις αρχές και λίγο αργότερα κατέπλευσε σε βοήθεια τους το αντιτορπιλικό KOYNTOYPIΩTHΣ που εντόπισε την ημιβυθισμένη λέμβο και περισυνέλλεξε τους επιζώντες καθώς και δυο σωρούς, μια εκ των οποίων ήταν του κυβερνήτη. Κατόπιν μετέβη στην Αμυγδαλιά όπου επιβίβασε πολλούς από ναυαγούς και τους μετέφερε στα Μέγαρα, δεχόμενο και αυτό κατά τον πλου επιθέσεις γερμανικών αεροσκαφών που απέκρουσε με επιτυχία.
Το ναυάγιο του ΑΤΤΙΚΗ παραμένει επί ογδόντα χρόνια στο σκοτάδι, αναπαυόμενο στο βυθό του Αιγαίου. Το ΑΤΤΙΚΗ μαζί με το παρακείμενο ευρισκόμενο ναυάγιο του υποβρυχίου ΤΡΙΤΩΝ καθώς και το ναυάγιο του υποβρυχίου ΠΡΩΤΕΥΣ που βρίσκεται στα θαλάσσια σύνορα μας με την Αλβανία, αποτελούν τα τρία σημαντικότερα ναυάγια του Πολεμικού Ναυτικού που δεν έχουν ακόμη καταγραφεί. Το ακριβές σημείο που βρίσκεται δεν είναι γνωστό αλλά τα
βάθη στην ευρύτερη περιοχή είναι μεγάλα και τυχόν καταγραφή του ναυαγίου μπορεί να γίνει μόνο με τεχνικά μέσα. Με τον πρόσφατο εντοπισμό και την καταγραφή του υποβρυχίου ΚΑΤΣΩΝΗΣ, το Πολεμικό Ναυτικό έδειξε για ακόμη μια φορά ότι τιμά την ιστορία του. Ο εντοπισμός και η καταγραφή των ναυαγίων του ΑΤΤΙΚΗ και
του ΤΡΙΤΩΝ θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια επόμενη πρόκληση.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
• Ντούνης Χρήστος, Τα ναυάγια στις Ελληνικές Θάλασσες 1900-1950, Finatec, Αθήνα, 2000.
• Με το πλωτόν νοσοκομείον «Αττική» εις τον πόλεμον. Ο βομβαρδισμός και η βύθισης του. Από το ημερολόγιο της προϊσταμένης αδελφής Εύφης Σπηλιοπούλου. Ναυτική Ελλάς. 1945.
• Ημερολόγιο Πολέμου, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού.
























































