Γράφει ο Ηρακλής Καλογεράκης
Η πορεία του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν μπορεί να αποσπαστεί από το ευρύτερο πλαίσιο του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Από τον Οκτώβριο του 1940 έως και την άνοιξη του 1941, το Ναυτικό υπήρξε κρίσιμος παράγοντας στη διατήρηση των θαλάσσιων επικοινωνιών, στην υποστήριξη του μετώπου της Αλβανίας και στη διασφάλιση της εθνικής άμυνας1Hellenic Navy General Staff, History of the Hellenic Navy 1821–1945 (Athens: HNGS, 1985), 412-420.
Παρά τη δυσανάλογη σχέση δυνάμεων, με έναν στόλο σημαντικά μικρότερο και τεχνολογικά κατώτερο, το Ελληνικό πολεμικό ναυτικό ανταποκρίθηκε με επιτυχία στις απαιτήσεις της πρώτης φάσης του πολέμου. Η κατάσταση αυτή όμως επρόκειτο να ανατραπεί δραματικά με την είσοδο της Γερμανίας στον πόλεμο2Gerhard L. Weinberg, A World at Arms (Cambridge: Cambridge University Press, 2005), 138–140.
Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου του 1941, σηματοδότησε μια από τις πιο κρίσιμες και δραματικές φάσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για τη χώρα. Σηματοδότησε τη μετάβαση σε μια νέα μορφή πολέμου, όπου η αεροπορία καθίσταται κυρίαρχος παράγοντας και τα πλοία μετατρέπονται από μέσα ισχύος σε ευάλωτους στόχους.
Σε αυτό το περιβάλλον, το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό τότε, κλήθηκε να επιχειρήσει υπό συνθήκες που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις επιχειρησιακές του δυνατότητες. Με περιορισμένα μέσα, γερασμένα πλοία και χωρίς σύγχρονα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, βρέθηκε αντιμέτωπο με την απόλυτη κυριαρχία της γερμανικής «Λούφτ-βαφφε».
Ωστόσο, η ιστορική αποτίμηση της δράσης του ναυτικού, δεν μπορεί να περιοριστεί σε αριθμούς απωλειών ή σε συγκρίσεις ισχύος. Αντιθέτως, αναδεικνύεται η επιχειρησιακή ευελιξία, η αντοχή και κυρίως το υψηλό φρόνημα των πληρωμάτων, τα οποία κατόρθωσαν όχι μόνο να συνεχίσουν να επιχειρούν, αλλά και να διασώσουν τον πυρήνα του στόλου, εξασφαλίζοντας τη συνέχιση του αγώνα στη Μέση Ανατολή.
Η κατάσταση του Ελληνικού Στόλου
Για να κατανοηθεί η δράση του Ναυτικού, είναι απαραίτητο να εξεταστεί η πραγματική του κατάσταση.
Ο Ελληνικός Στόλος το 1941:
- αποτελούνταν από περιορισμένο αριθμό μονάδων
- περιλάμβανε πλοία μεγάλης ηλικίας
- διέθετε ελάχιστα σύγχρονα μέσα
- επιχειρούσε χωρίς ουσιαστική αεροπορική κάλυψη
Ειδικότερα:
- δεν υπήρχαν ραντάρ ή μέσα έγκαιρης προειδοποίησης
- τα αντιαεροπορικά όπλα ήταν λιγοστά και παρωχημένης τεχνολογίας, η δε αντιαεροπορική άμυνα ανεπαρκής
- η σκόπευση γινόταν οπτικά
- τα πυρομαχικά ήταν περιορισμένα
Τα πλοία του ναυτικού βασίζονταν αποκλειστικά στην οπτική επαφή για την αναγνώριση στόχων, ενώ η εμπλοκή αεροσκαφών γινόταν με όπλα χαμηλής αποτελεσματικότητας. Η επιχειρησιακή αυτή υστέρηση δεν ήταν ελληνική ιδιαιτερότητα. Αντιθέτως, αντανακλούσε το γενικό επίπεδο τεχνολογίας των ναυτικών δυνάμεων πριν την πλήρη εξέλιξη του αεροναυτικού πολέμου. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας, η έλλειψη πόρων και η παλαιότητα του υλικού επιδείνωναν περαιτέρω την κατάσταση.
Η γερμανική αεροπορική υπεροχή
Η «Λούφτ-βαφφε» εισήλθε στο ελληνικό θέατρο επιχειρήσεων με συντριπτική ισχύ. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η 8η Αεροπορική Δύναμη διέθεσε πάνω από 843 πολεμικά αεροσκάφη3John Carr, The Defence and Fall of Greece 1940–1941 (Barnsley: Pen & Sword, 2013), 215–220 στην περιοχή, βομβαρδιστικά, μαχητικά και αναγνωριστικά και είχε πλήρη επιχειρησιακή ευελιξία. Επιπροσθέτως υποστηριζόταν και από 160 Ιταλικά αεροπλάνα που ήταν στην Αλβανία και από 150 στην Ιταλία.
Βέβαια τα αεροπλάνα τους αυτά δεν είχαν ραντάρ, αφού αυτό μπήκε δοκιμαστικά το 1941 και την επόμενη χρονιά, σε αρκετά από αυτά.
Η ελληνική και βρετανική αεροπορία, δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την «Λούφτ-βαφφε», γεγονός που οδήγησε σε πλήρη αεροπορική κυριαρχία του αντιπάλου4Richard Overy, The Air War 1939–1945 (Washington: Potomac Books, 2005), 112–118.
Η δική μας αεροπορία διέθετε 68 μόνο επιχειρησιακά ικανά Α/Φ (από τα 160 που είχε) και Βρετανοί είχαν διαθέσει για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα μόνο 80 Επιχειρησιακά ικανά Α/Φ (από τα 208 που είχαν).
Για πρώτη φορά, τα πλοία επιχειρούσαν υπό συνεχή εναέρια επιτήρηση, όπου κάθε κίνηση μπορούσε να εντοπιστεί και να προσβληθεί.
Η αλλαγή της φύσης του πολέμου στη θάλασσα
Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ναυτική ισχύς βασιζόταν σε στόλους επιφανείας, σε ναυμαχίες μεταξύ πλοίων και στη χρήση πυροβολικού μεγάλου βεληνεκούς. Η εισαγωγή όμως της μαζικής αεροπορικής ισχύος άλλαξε ριζικά τα δεδομένα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας τα πλοία δεν αντιμετώπιζαν άλλους στόλους, δεν υπήρχαν κλασικές ναυμαχίες η δε κύρια απειλή προερχόταν από τον αέρα.
Η «Λούφτ-βαφφε» χρησιμοποιούσε αναγνωριστικά αεροσκάφη και βομβαρδιστικά καθέτου εφόρμησης (Stuka), όπως και μεσαία βομβαρδιστικά (Ju 88, Do 17). Ιδιαίτερα τα «στούκας», επιτίθεντο με μεγάλη ακρίβεια, μειώνοντας δραματικά τις πιθανότητες αποφυγής.
Οι πρώτες επιθέσεις και η αντίδραση του Ναυτικού
Από τις πρώτες ημέρες της εισβολής, τα ελληνικά πλοία βρέθηκαν υπό συνεχή επίθεση.
Οι επιδρομές ήταν συχνές, περιλάμβαναν πολλαπλά κύματα και στόχευαν τόσο πλοία, όσο και λιμάνια.
Ειδικά στην περιοχή του Πειραιά και του Σαρωνικού, η ένταση ήταν ιδιαίτερα υψηλή. Σε διάστημα λίγων ημερών πραγματοποιήθηκαν αλλεπάλληλες επιθέσεις, με αποτέλεσμα να υπάρξουν σοβαρές ζημιές σε εγκαταστάσεις, απώλειες πλοίων και διατάραξη των πολεμικών επιχειρήσεων.
Το νέο δόγμα: Κίνηση – Διασπορά – Νύχτα
Η απάντηση του Πολεμικού Ναυτικού δεν ήταν η αντιπαράθεση ισχύος, αλλά η προσαρμογή.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στις εκθέσεις δράσης της εποχής, η δράση της εχθρικής αεροπορίας ήταν συνεχής και εντεινόμενη, με αποτέλεσμα τα πλοία να βρίσκονται υπό διαρκή απειλή και να αναγκάζονται να μετακινούνται συνεχώς για να αποφύγουν τον εντοπισμό. Η επιχειρησιακή αυτή πραγματικότητα διαμόρφωσε ένα νέο δόγμα δράσης για το ναυτικό
Συνεχής κίνηση: Τα πλοία απέφευγαν να παραμένουν σε σταθερές θέσεις. Η συνεχής μετακίνηση δυσχέραινε τον εντοπισμό τους.
Διασπορά: Αντί για συγκεντρωμένες δυνάμεις, τα πλοία διασπείρονταν σε μικρότερες ομάδες ή μεμονωμένα, μειώνοντας τον κίνδυνο μαζικών απωλειών.
Νυχτερινές επιχειρήσεις: Οι μετακινήσεις πραγματοποιούνταν κυρίως τη νύχτα, ώστε να αποφεύγεται η αεροπορική προσβολή.
Το δόγμα αυτό δεν αποτελούσε ένδειξη αδυναμίας, αλλά προσαρμογή στις νέες συνθήκες.
Οι επιχειρήσεις και οι απώλειες του Απριλίου 1941
Η «Λούφτ-βαφφε» στόχευσε εξαρχής τις κύριες λιμενικές εγκαταστάσεις, τα αγκυροβολημένα πλοία στις προσβάσεις των λιμένων και τις γραμμές ανεφοδιασμού. Με την έναρξη δε της γερμανικής εισβολής, το επίκεντρο των επιχειρήσεων μεταφέρθηκε άμεσα στον Σαρωνικό κόλπο και ειδικότερα στον Πειραιά, το μεγαλύτερο λιμάνι, που ήταν ο κυριότερος κόμβος ανεφοδιασμού της χώρας και που επίσης ήταν κοντά στο ναύσταθμο. Επίσης κύριοι στόχοι έγιναν η Σαλαμίνα, η Ελευσίνα, τα Μέγαρα και η Κόρινθος.
Οι επιθέσεις αυτές της «Λούφτ-βαφφε» δεν ήταν μεμονωμένες. Ήταν συνεχείς και οργανωμένες σε κύματα δηλ. με επιθέσεις κατά των ίδιων στόχων. Σύμφωνα με την έκθεση Πεπραγμένων Ναυτικού προς το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, μόνο στο διάστημα 6–10 Απριλίου 1941, πραγματοποιήθηκαν 6 ημερήσιες και 2 νυκτερινές αεροπορικές επιδρομές στον Πειραιά[/mfn], συνδυάζοντας βομβαρδισμούς και ναρκοθετήσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές σε εγκαταστάσεις, βυθίστηκε μεγάλος αριθμός πλοίων και το λιμάνι παρέλυσε προσωρινά. Ο Πειραιάς ουσιαστικά εξουδετερώθηκε ως εφοδιαστική βάση, για κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Τότε, στις 10 Απριλίου, ήταν που αποφασίστηκε και η αποδημία του στόλου, στη Μέση Ανατολή. Η απόφαση αυτή του ΑΝΣ, τέθηκε υπόψη του πρωθυπουργού Κορυζή για έγκριση και μετά εκδόθηκε η διαταγή που έλεγε ότι «όλα τα αντιτορπιλικά και υποβρύχια, καθώς και ένας αριθμός επίτακτων και βοηθητικών πλοίων, θα πρέπει να είναι συνεχώς έτοιμα για άμεσο απόπλου και πλήρως εφοδιασμένα σε καύσιμα, πυρομαχικά και τρόφιμα». Η διαταγή εκδόθηκε αλλά η εκτέλεση του «απόπλου» των πλοίων του Στόλου, καθυστερούσε να υλοποιηθεί για πολλούς λόγους. Κύρια αιτία ήταν η αναποφασιστικότητα και η σύγχυση που επικρατούσε στην τότε πολιτική ηγεσία για τον χρόνο που θα επιβιβαζόταν σε αυτά η κυβέρνηση για να μεταφερθεί στην νέα της έδρα. Ένα γεγονός που αργότερα δημιούργησε πολλά προβλήματα. Έτσι, τα πολεμικά μας πλοία, αποτέλεσαν επί δύο εβδομάδες, το στόχο των Γερμανικών αεροπορικών επιδρομών. Σημειωτέων πως τα αεροπλάνα, εκτός από τις βόμβες, έριχναν και νάρκες.
Οι απώλειες του Ελληνικού Ναυτικού υπήρξαν βαριές. Στις 14 Απριλίου βυθίστηκε το αντιτορπιλικό Βασιλεύς Γεώργιος και την επομένη στις 15 Απριλίου το αντιτορπιλικό Λέων.
Κατά την περίοδο της εισβολής προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές στις εγκαταστάσεις του Ναυστάθμου, χάθηκαν συνολικά 19 πλοία, ενώ 10 αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας καταστράφηκαν.
Οι απώλειες αυτές δεν προήλθαν από ναυμαχίες, αλλά σχεδόν αποκλειστικά από αεροπορικές επιθέσεις. Το Πολεμικό Ναυτικό δεν ηττήθηκε σε συμβατική σύγκρουση. Υπέστη φθορά από μια νέα μορφή πολέμου για την οποία δεν είχε ακόμη προσαρμοστεί.
Η «Μάχη των Αθηνών» και το «Μαύρο Πάσχα»
Η κορύφωση των επιχειρήσεων σημειώθηκε γύρω στις 20–22 Απριλίου 1941, περίοδος που έχει μείνει γνωστή ως το «Μαύρο Πάσχα».
Στην περιοχή Ελευσίνα, Μέγαρα, Πειραιάς πραγματοποιήθηκαν μαζικές επιθέσεις από γερμανικά βομβαρδιστικά.
Τα χαρακτηριστικό των επιθέσεων ήταν η χρήση μεγάλων σχηματισμών, οι επαναλαμβανόμενες προσβολές, ιδιαίτερα με βυθίσεις των βομβαρδιστικών κάθετης εφόρμησης και η στόχευση κινούμενων πλοίων. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι σε μία μόνο ημέρα, πάνω από 80 αεροσκάφη (Ju 87, Ju 88, Do 17) επιτέθηκαν στην περιοχή, σε διαδοχικά κύματα. Η ένταση ήταν τέτοια, ώστε η περιοχή μετατράπηκε σε πεδίο συνεχούς βομβαρδισμού, χωρίς ουσιαστικά διαλείμματα.
Το αντιτορπιλικό ΨΑΡΑ ευρισκόμενο στον κόλπο των Μεγάρων, εντοπίστηκε από τα γερμανικά αεροσκάφη και δέχθηκε επίθεση δεκάδων «στούκας». Τα πληρώματα αντέδρασαν άμεσα, τα δε αντιαεροπορικά πυρά ήταν συνεχόμενα. Όμως, τα αεροσκάφη επιτίθεντο κάθετα, ο χρόνος αντίδρασης ήταν ελάχιστος και η ακρίβεια των βομβών υψηλή. Παρά τους ελιγμούς και την αντίσταση το πλοίο τελικά βυθίστηκε. Η περίπτωση αυτή του «ΨΑΡΑ» αναδεικνύει και την αποφασιστικότητα του πληρώματος.
Ανάλογη ήταν η τύχη του αντιτορπιλικού ΥΔΡΑ. Το πλοίο επιχειρούσε στον Σαρωνικό υπό συνεχή πίεση.
Στις 22 Απριλίου, δέχθηκε επανειλημμένες επιθέσεις. Τα Stuka βομβάρδιζαν ακατάπαυστα ενώ η αντιαεροπορική άμυνα του πλοίου ήταν ανεπαρκής και το πλοίο βυθίστηκε μέσα σε 14 λεπτά από την έναρξη της επίθεσης.
Η απώλεια αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του «ΨΑΡΑ», κατέδειξε με σαφήνεια ότι τα αντιτορπιλικά, παρά την ταχύτητά τους, δεν μπορούσαν να επιβιώσουν επ’ αόριστον, υπό συνθήκες συνεχούς αεροπορικής επίθεσης.
Τα παλαιά θωρηκτά ΚΙΛΚΙΣ και ΛΗΜΝΟΣ, ήταν στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας και συνεπώς ήταν εύκολοι στόχοι. Τα πλοία αυτά ήταν μεγάλα και συνεπώς εύκολα εντοπίσημα, δεν μπορούσαν να ελιχθούν και δεν διέθεταν επαρκή αντιαεροπορική προστασία. Η «Λούφτ-βαφφε» εκμεταλλεύτηκε πλήρως την κατάσταση και έτσι και τα δύο πλοία καταστράφηκαν από τις αεροπορικές επιθέσεις.
Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό κανόνα της περιόδου, ότι η παραμονή χωρίς ελιγμούς αύξανε δραματικά τον κίνδυνο απώλειας.
Τα τορπιλοβόλα και η μάχη επιβίωσης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δράση των μικρών σκαφών, όπως τα τορπιλοβόλα.
Το τορπιλοβόλο ΚΥΔΩΝΙΑΙ που κατάφερε να διαφύγει αρχική επίθεση με ελιγμούς και εκμετάλευση της ταχύτητας του, συνέχισε την αποστολή του. Ωστόσο, όταν την επομένη μέρα, εντοπίστηκε αγκυροβολημένο, χωρίς δυνατότητα ελιγμών, στη Μονεμβασιά, δέχθηκε νέα επίθεση και τελικά βυθίστηκε μαζί με το εμπορικό πλοίο που συνόδευε.
Από τη δράση των τορπιλοβόλων προκύπτει ότι η ταχύτητα παρείχε προσωρινή προστασία, η ευελιξία αύξανε τις πιθανότητες επιβίωσης ενώ η η παραμονή χωρίς ελιγμούς αύξανε τον κίνδυνο απώλειας.
Η τακτική της «Λούφτ-βαφφε»
Η αεροπορική κυριαρχία της Luftwaffe στην εκστρατεία του 1941 κατέστησε τα ναυτικά μέσα, τόσο τα ελληνικά όσο και τα βρετανικά, εξαιρετικά ευάλωτα.
Η επιτυχία των γερμανικών επιθέσεων οφείλεται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:
α. Κάθετη εφόρμηση. Τα βομβαρδιστικών καθέτου εφορμήσεως (Stuka) επιτίθεντο από μεγάλο ύψος, σχεδόν κάθετα και σε ευθεία γραμμή προς στόχο, μειώνοντας τον χρόνο αντίδρασης και αυξάνοντας ταυτόχρονα την ακρίβεια.5Antony Beevor, Crete: The Battle and the Resistance (London: John Murray, 1991), 32–35. Η ακρίβεια τους ήταν τρομαχτική. Είχαν μέσο σφάλμα ~100 πόδια (≈30 m), ενώ με έμπειρους πιλότους, ήταν πολύ μικρότερο. Επίσης τα Stuka είχαν σειρήνες(Jericho Trumpet) που ούρλιαζαν, προκειμένου να ασκήσουν ψυχολογικό τρόμο και αποδιοργάνωση πληρωμάτων (όχι στρατιωτική αξία, αλλά τεράστια ψυχολογική επίδραση)
β. Επιθέσεις κορεσμού.6Williamson Murray and Allan R. Millett, A War to Be Won (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2000), 247–250. Οι επιθέσεις πραγματοποιούνταν σε κύματα με 20–50 αεροσκάφη ανά στόχο, με το ένα κύμα να διαδέχεται το άλλο. Αποτέλεσμα ήταν τα πλοία στόχος, να μην έχουν χρόνο ανασύνταξης. Υπήρχε πάντα σύγχυση και κορεσμός.
γ. Συνεχής επιτήρηση. Η παρουσία των γερμανικών αεροπλάνων στην περιοχή ήταν διαρκής. Κάθε κίνηση εντοπιζόταν και τα πλοία μπορούσαν να γίνουν γρήγορα στόχοι.
Η κατάρρευση του μετώπου και η νέα αποστολή του Ναυτικού
Στα μέσα Απριλίου 1941, η στρατιωτική κατάσταση στην ηπειρωτική Ελλάδα επιδεινώθηκε ραγδαία. Η προέλαση των γερμανικών δυνάμεων, η κατάρρευση του μετώπου και η αδυναμία συγκρότησης αποτελεσματικής άμυνας κατέστησαν σαφές ότι η συνέχιση του αγώνα εντός της χώρας δεν ήταν πλέον εφικτή.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό ανέλαβε μια νέα, κρίσιμη αποστολή. Τη διατήρηση της επιχειρησιακής του υπόστασης, τη διαφυγή του στόλου, τη μεταφορά κρίσιμων πόρων και προσώπων και τη συνέχιση του πολέμου εκτός Ελλάδος.
Η αποστολή αυτή δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνη από τις μάχες που είχαν προηγηθεί. Αντιθέτως, πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες συνεχούς εχθρικής επιτήρησης, έντονης αεροπορικής δραστηριότητας και περιορισμένου χρόνου αντίδρασης.
Το ηθικό και η ποιότητα των πληρωμάτων
Παρά τις δυσκολίες, τις δυσμενείς συνθήκες και τις απώλειες, το ηθικό των πληρωμάτων παρέμεινε υψηλό. Οι άνδρες του Ναυτικού επιχειρούσαν υπό συνεχή απειλή, γνώριζαν την τεχνολογική υστέρηση και αντιμετώπιζαν έναν αντίπαλο με απόλυτη υπεροχή. Παρόλα αυτά, παρέμειναν στις θέσεις τους, εκτελούσαν τις αποστολές τους, διατηρούσαν πειθαρχία και συνοχή και επέδειξαν επαγγελματισμό.
Δυστυχώς όμως, λίγο πριν την κατάληψη της Αθήνας, είχαμε και ντροπιαστικά γεγονότα. Μετά τη λήψη απόφασης του ΑΝΣ για την «αποδημία» του Στόλου, η αναβλητικότητα της εκτέλεσης της από την πολιτική ηγεσία, σε συνδυασμό με τη μεγάλη σύγχυση που επικρατούσε και τους φόβους ορισμένων, είχε σαν αποτέλεσμα τη στάση του πληρώματος του Α/Τ ΑΕΤΟΣ, την Μεγάλη Πέμπτη 17 Απριλίου. Οι στασιαστές, στη πλειοψηφία πανδρεμένοι, δεν ήθελαν να συνεχίσουν τον πόλεμο. Ο νεοτοποθετηθείς Κυβερνήτης, Πλωτάρχης Ι. Τούμπας, κατάφερε να επιβάλει τη τάξη και με την άφιξη στο πλοίο του Διοικητή Αντιτορπιλικών, Πλοιάρχου Μεζεβίρη, δόθηκε η δυνατότητα στους στασιαστές να εγκαταλείψουν το πλοίο και το πλοίο να συνεχίσει τον αγώνα με τους πιο πολύ πατριώτες.
Στο πλοίο έμειναν 6 αξιωματικοί 3 δίοποι και 24 ναύτες. Το πλήρωμα συμπληρώθηκε με ενέργειες του Κυβερνήτη, από το προσωπικό που πριν μερικές μέρες είχε υπό τις διαταγές του στα Ναυτικά Οχυρά του Θερμαϊκού και είχαν αποδεσμευτεί. Για τα λυπηρά αυτά γεγονότα, έγιναν ανακρίσεις και οι υποκινητές και πρωτεργάτες των επεισοδίων αυτών, δικάστηκαν αργότερα στην Αλεξάνδρεια. Περισσότερες λεπτομέρειες για αυτά αναφέρονται στο βιβλίο του Ι. Τούμπα «Εχθρός εν όψει», στα κεφάλαια «Επί του ΑΕΤΟΥ» και «Πατριωτισμός αλλά και έλλειψη ψυχραιμίας».
Κατά τα άλλα, τα πληρώματα του Πολεμικού Ναυτικού επέδειξαν αξιοσημείωτη ψυχραιμία και επιχειρησιακή ικανότητα. Δεν παρατηρήθηκε κατάρρευση πειθαρχίας ή εγκατάλειψης αποστολών, σε αντίθεση με άλλα ναυλωμένα πλοία. Αντίθετα, καταγράφηκαν πράξεις αυτοθυσίας, προσπάθειες διάσωσης συναδέλφων και επιμονή μέχρι την τελευταία στιγμή.
Η ποιότητα αυτή του ανθρώπινου δυναμικού αποτέλεσε τον σημαντικότερο παράγοντα επιβίωσης του στόλου.
Η οργάνωση και η υλοποίηση της αποδημίας του στόλου
Η αποδημία του στόλου προς τη Μέση Ανατολή δεν υπήρξε αποτέλεσμα μιας απλής διαταγής, αλλά μιας σύνθετης και επικίνδυνης επιχείρησης. Μιας επιχείρησης με πολλές δυσκολίες.
Τα λιμάνια βρίσκονταν υπό συνεχή βομβαρδισμό, οι θαλάσσιες οδοί απειλούνταν από τη γερμανική αεροπορία και τις νάρκες και ο εχθρός είχε πλήρη εικόνα των κινήσεων, με τις πτήσεις των αναγνωριστικών αεροσκαφών από την Σικελία και τη Βουλγαρία.
Τα πλοία δεν μπορούσαν να αποπλεύσουν μαζικά. Αντίθετα κινούνταν μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες, εκμεταλλεύονταν τη νύχτα και απέφευγαν προκαθορισμένες διαδρομές
Παρά τις δυσκολίες, ένα σημαντικό τμήμα του στόλου (16 πλοία και πάνω από 3.000 άτομα)7Hellenic Navy General Staff, History of the Hellenic Navy, 430–435 κατόρθωσε να διαφύγει. Μέχρι τις αρχές Μαΐου 1941 τα εναπομείναντα αξιόπλοα πλοία είχαν φθάσει στην Αλεξάνδρεια. Η επιτυχία αυτή διατήρησε τη ναυτική ισχύ της Ελλάδας, επέτρεψε τη συνέχιση της συμμετοχής στον πόλεμο και ενίσχυσε το κύρος της χώρας στους Συμμάχους.
Το ανθρώπινο στοιχείο
Η έκβαση της αποδημίας δεν ήταν αποτέλεσμα μιας ενιαίας κίνησης, αλλά του συνδυασμού επιμέρους προσπαθειών η δε επιτυχία της επιχείρησης οφείλεται κυρίως στους ανθρώπους.
Τα πληρώματα επιχειρούσαν επί εβδομάδες χωρίς ανάπαυση, αντιμετώπιζαν συνεχή κίνδυνο και εκτελούσαν αποστολές υψηλής ευθύνης.
Η ψυχραιμία και η αφοσίωσή τους επέτρεψαν τη διατήρηση της τάξης, διασφάλισαν την επιτυχία των επιχειρήσεων και απέδειξαν το υψηλό επίπεδο του προσωπικού.
Τα πλοία που αποδήμησαν
Το θωρηκτό Αβέρωφ και 6 αντιτορπιλικά (Βασίλισσα Όλγα, Κουντουριώτης, Σπέτσες, Αετός, Ιέραξ και Πάνθηρ) κατάφεραν να διαφύγουν από τον Σαρωνικό, να αποφύγουν επαναλαμβανόμενες επιθέσεις και να φτάσουν στη Μέση Ανατολή. Η επιτυχής διαφυγή βασίστηκε στη ταχύτητα, ελιγμούς και εμπειρία πληρωμάτων
Τα πέντε ελληνικά υποβρύχια (Νηρεύς, Παπανικολής, Τρίτων, Κατσώνης και Γλαύκος), εκμεταλλεύτηκαν τη δυνατότητα κατάδυσης, απέφυγαν την αεροπορική απειλή και συνέχισαν επιχειρήσεις εκτός ελληνικών υδάτων. Η συμβολή τους υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική στη συνέχεια του πολέμου.
Τα βοηθητικά και μικρότερα σκάφη, παρά τις απώλειες, συμμετείχαν σε μεταφορές, υποστήριξαν αποστολές διαφυγής και συνέβαλαν στη συνολική επιχείρηση. Τρία από τα τορπιλοβόλα (Ασπίς, Σφενδόνη και Νίκη), το πλωτό συνεργείο Ήφαιστος και πέντε ναρκαλιευτικά (ΣΕΒΑΣΤΗ-ΧΡΗΣΤΟΣ-ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΣ-ΘΑΛΕΙΑ-ΛΙΒΑΝΟΣ), κατάφεραν να διαφύγουν και να φτάσουν στη Μέση Ανατολή, απ’ όπου συνέχισαν τον πόλεμο ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα
Η μεταφορά κρίσιμων πόρων και προσώπων
Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του Ναυτικού ήταν η μεταφορά του χρυσού και των αποθεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (έγινε από Α/Τ Βασ. Γεώργιος και Βασ. Όλγα), του βασιλιά και της πολιτικής ηγεσίας και των κυβερνητικών στελεχών.
Οι επιχειρήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν υπό άμεση απειλή, απαιτούσαν απόλυτη μυστικότητα και είχαν τεράστια στρατηγική σημασία. Τα αποθέματα
Η επιτυχής ολοκλήρωσή τους διασφάλισε τη συνέχεια της ελληνικής κρατικής οντότητας, τη δυνατότητα εξόριστης κυβέρνησης και τη συμμετοχή στον συμμαχικό αγώνα.
Η στρατηγική σημασία της αποδημίας
Η διάσωση του στόλου είχε συνέπειες που ξεπερνούσαν το άμεσο στρατιωτικό επίπεδο.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, συνεχίστηκαν οι επιχειρήσεις και ενισχύθηκαν οι συμμαχικές δυνάμεις.
Σε πολιτικό επίπεδο, διατηρήθηκε η κυβέρνηση που έτυχε διεθνούς αναγνώρισης.
Σε συμβολικό επίπεδο, διατηρήθηκε το εθνικό φρόνημα και ο αγώνας κατά των Ναζιστικών δυνάμεων συνεχίστηκε.
Η αποδημία του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της περιόδου. Παρά τις απώλειες που υπέστη, ο στόλος δεν καταστράφηκε, η επιχειρησιακή του ικανότητα διατηρήθηκε και ο αγώνας συνεχίστηκε. Το Ναυτικό απέδειξε ότι η αξία ενός στόλου, δεν μετριέται μόνο σε πλοία, αλλά στην ικανότητά του να προσαρμόζεται και να επιβιώνει.
Η συνέχεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή
Με την άφιξη στην Αλεξάνδρεια, το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό δεν τέθηκε εκτός δράσης. Αντιθέτως εντάχθηκε στις συμμαχικές επιχειρήσεις, συμμετείχε σε συνοδείες και έλαβε μέρος σε ναυτικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο.
Η παρουσία του ενίσχυσε τις συμμαχικές δυνάμεις, διατήρησε την ελληνική σημαία ενεργή και απέδειξε τη συνέχεια της εθνικής αντίστασης
Η σύγκριση με άλλα ναυτικά
Η επιτυχία της αποδημίας αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με άλλες περιπτώσεις.
Σε πολλές χώρες στόλοι καταστράφηκαν ή παραδόθηκαν, πλοία αιχμαλωτίστηκαν και η επιχειρησιακή συνέχεια χάθηκε. Αντίθετα, στην περίπτωση της Ελλάδας ο στόλος διασώθηκε και συνέχισε να επιχειρεί. Το γεγονός αυτό αποτελεί μοναδικό επίτευγμα, δεδομένων των συνθηκών.
Επανεκτίμηση της δράσης του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πέρα από τους αριθμούς
Η αποτίμηση της δράσης του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού τον Απρίλιο του 1941 απαιτεί προσοχή και ιστορική ακρίβεια. Συχνά, η αξιολόγηση στρατιωτικών επιχειρήσεων περιορίζεται σε μετρήσιμους δείκτες, όπως αριθμός απωλειών, καταστροφή εχθρικών μέσων και έκβαση συγκρούσεων.
Στην περίπτωση όμως του Ελληνικού Ναυτικού, μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν ελλιπής. Οι αριθμοί δείχνουν σημαντικές απώλειες πλοίων και σχεδόν ανύπαρκτες καταρρίψεις εχθρικών αεροσκαφών. Ωστόσο, δεν αποτυπώνουν τις συνθήκες υπό τις οποίες επιχειρούσαν τα πλοία, την ασυμμετρία της σύγκρουσης, την προσαρμοστικότητα και την αντοχή των πληρωμάτων.
Με αυτά που είδαμε, εύλογα μπορεί να τεθεί το ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν πολεμικά πλοία που δέχονταν επιθέσεις από πολλά αεροσκάφη να μην καταρρίπτουν κανένα; Η απορία αυτή είναι απολύτως λογική, ιδιαίτερα όταν συγκρίνεται με εμπειρίες από το κυνήγι, όπου μια βολή προς σμήνος πτηνών μπορεί να αποδώσει πολλαπλά αποτελέσματα. Ωστόσο, η αντιαεροπορική μάχη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου διέπεται από εντελώς διαφορετικούς κανόνες, φυσικούς, τεχνολογικούς και τακτικούς.
Στον πόλεμο, η αντιμετώπιση των αεροσκαφών από τα πλοία, δεν είναι όπως στο κυνήγι, που ρίχνεις μια τουφεκιά σε ένα σμήνος πουλιών τα οποία έχουν χαμηλή ταχύτητα και τα σκάγια έχουν διασπορά. Στον αντιαεροπορικό πόλεμο, πυροβολείς μεμονωμένους στόχους, τα αεροπλάνα, που έχουν ταχύτητα 300–500 km/h και η βολή είναι μονή (βλήμα), όχι διασπορά. Για να χτυπήσεις αεροπλάνο, πρέπει να λάβεις υπόψη και να υπολογίσεις ταχύτητα στόχου, γωνία, απόσταση, χρόνο πτήσης βλήματος και διεύθυνση-ένταση ανέμου. Αυτό λέγεται μελλοντική θέση, προπορεία (lead)8U.S. Navy, Naval Gunnery Principles and Practices (Washington, DC: U.S. Government Printing Office, 1942), 88–95.
Τα πλοία του 1941 δεν είχαν συστήματα υπολογισμού, ή είχαν πολύ πρωτόγονα. Επίσης, τα αντιαεροπορικά συστήματα της εποχής ήταν σχεδιασμένα για αντιμετώπιση οριζόντια κινουμένων στόχων και όχι για αεροπλάνα κάθετης επίθεσης. Τα Stuka έπεφταν σχεδόν κάθετα, ο πιλότος στόχευε με το μάτι και διόρθωνε συνεχώς την πορεία του. Αποτέλεσμα ήταν να μην έχει πλάγια κίνηση, φαινόταν «σταθερό» αλλά ερχόταν με τεράστια ταχύτητα. Ένα Stuka ξεκινούσε τη βύθιση από 3.000 με 4.000 μέτρα και έφτανε στο στόχο μέσα σε 10–20 δευτερόλεπτα.9Overy, The Air War, 130–132. Αυτό σήμαινε ότι είχες μόνο λίγα δευτερόλεπτα για εντοπισμό, στόχευση, διόρθωση και βολή. Αν βέβαια ο καιρός και η ορατότητα επέτρεπαν.
Τα πυροβόλα των πλοίων, είχαν γεμιστήρες που σημαίνει καθυστερήσεις ο δε ρυθμός πυρός δεν ήταν συνεχής, απαιτούσε επαναγέμιση και επίσης μειωνόταν λόγω υπερθέρμανσης
Υπήρχαν «μηχανικοί περιορισμοί», όπως καθυστέρηση στην περιστροφή και ύψωση, περιορισμένη ταχύτητα στόχευσης, ιδίως σε κάθετη εφόρμηση, και υπήρχαν κραδασμοί (vibration), κατά τη βολή ανάλογα με την ταχύτητα του πλοίου.
Αν το μεταφράσουμε στη λογική του κυνηγού, δεν είναι σαν να πυροβολείς σε ένα σμήνος πουλιών. Είναι σαν να προσπαθείς να πετύχεις ένα γεράκι που πέφτει κάθετα πάνω σου με 300 km/h, με ένα όπλο που καθυστερεί να ανταποκριθεί και που δεν έχει σκοπευτικά.
Από στατιστικά στοιχεία του Β’ΠΠ βλέπουμε πως για μία κατάρριψη χρειαζόταν εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες βλήματα, με μέσο όρο 1.500 βολές.10Murray and Millett, A War to Be Won, 252. Απλά σκεφτείτε το.
Δυστυχώς, τα πλοία μας, ιδιαίτερα τα αντιτορπιλικά και τορπιλοβόλα, είχαν ανεπαρκή αντιαεροπορικό οπλισμό και επιπροσθέτως υπήρχε και έλλειψη αντιαεροπορικών πυρομαχικών. Να υπενθυμίσουμε, πως λόγω αυτής της ελλείψεως, τα πλοία είχαν διαταχθεί να κάνουν οικονομία και να βάλουν κατά των εχθρικών αεροπλάνων, μόνο για αυτοάμυνα. Δηλαδή, μόνον όταν δεχόταν επίθεση. Τα πυροβόλα ήταν παλιάς τεχνολογίας, η σκόπευση γινόταν μόνο οπτικά, παρουσίασαν αφενός συχνές εμπλοκές και αφετέρου λόγω ανάπτυξης υψηλών θερμοκρασιών τα κινητά μέρη κόλλαγαν. Τα πληρώματα ήταν εκτεθειμένα και όχι μέσα σε πύργους, γιαυτό και αρκετές ομοχειρίες εξοντώθηκαν με τις πρώτες ριπές.
Τα πλοία δεν είχαν συστήματα εντοπισμού, παρακολούθησης (ραντάρ), υπόδειξης και προσβολής στόχων (Συστήματα Διευθύνσεως βολής-ΣΔΒ) ούτε και σύγχρονα όπλα μεγάλου βεληνεκούς. Ο εντοπισμός γινόταν οπτικά και αυτός επιτυγχανόταν σε μικρές αποστάσεις, σε αποστάσεις οπτικού ορίζοντα. Ο καλός καιρός, οι φωτιστικές βόμβες και τα φωτιστικά βλήματα, βοηθούσαν τον εντοπισμό.
Η επίλυση του προβλήματος βολής, γινόταν με απλές συσκευές και απλούς υπολογισμούς, όμως, η υπόδειξη των στόχων στα περισσότερα πλοία γινόταν με φωνή, με το χέρι ή με δείκτες. Η σκόπευση και η επίλυση του προβλήματος βολής εναντίον των αεροσκαφών, γινόταν με τις γνωστές εσχάρες ανοικτής σκόπευσηw. Τα σύννεφα, η χαμηλή νέφωση, ο ήλιος και η παραγωγή καπνού από ειδικές συσκευές βοηθούσαν πολύ στην απόκρυψη των πλοίων και δυσκόλευαν τον αντίπαλο. Σήμερα όλα είναι ορατά. Σχεδόν πουθενά δεν μπορείς να κρυφτείς
Η έννοια των απωλειών και η πραγματικότητα
Είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό δεν ηττήθηκε σε κλασική ναυμαχία. Δεν υπήρξε σύγκρουση στόλων. Δεν υπήρξε αναμέτρηση ισοδύναμων δυνάμεων.
Αντίθετα τα πλοία δέχθηκαν επιθέσεις από τον αέρα, η απειλή ήταν συνεχής και μονόπλευρη και δεν υπήρχε δυνατότητα ουσιαστικής ανταπόδοσης.
Οι μεγάλες απώλειες που υπέστη, ήταν αποτέλεσμα καθυστερήσεων στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, σε τεχνολογική υστέρηση, σε αλλαγή της φύσης του πολέμου και βεβαίως στην απόλυτη αεροπορική υπεροχή του αντιπάλου.
Το ζήτημα των καταρρίψεων και μια αναγκαία διευκρίνιση
Ένα συχνό ερώτημα αφορά τον αριθμό των γερμανικών αεροσκαφών που καταρρίφθηκαν από το ΠΝ. Η ανάλυση των διαθέσιμων στοιχείων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες καταρρίψεις11Carr, The Defence and Fall of Greece, 260–262 από ελληνικά πολεμικά πλοία, ενώ οι μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν τεκμηριώνονται όλες επαρκώς.
Το γεγονός αυτό δεν υποδηλώνει αδυναμία των πληρωμάτων, αλλά τεχνολογικό έλλειμμα, τακτική υπεροχή της «Λούφτ-βαφφε» και φύση των επιθέσεων (κάθετη εφόρμηση, κορεσμός).
Η απουσία επιβεβαιωμένων καταρρίψεων από ελληνικά πολεμικά πλοία έχει συχνά παρερμηνευθεί. Η πραγματικότητα είναι ότι τα πλοία δεν διέθεταν τα μέσα για αποτελεσματική αντιαεροπορική άμυνα, οι επιθέσεις πραγματοποιούνταν με ταχύτητα και ακρίβεια ενώ οι συνθήκες εμπλοκής ήταν εξαιρετικά δυσμενείς.
Η μη καταγραφή καταρρίψεων δεν μειώνει την αξία των πληρωμάτων. Αντίθετα, αναδεικνύει τα όρια της τεχνολογίας της εποχής και τη ριζική αλλαγή του πολέμου.
Η σύγκριση με το Βρετανικό ναυτικό (Royal Navy)
Η σύγκριση με το Βρετανικό Ναυτικό είναι αποκαλυπτική και επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Το Βρετανικό ναυτικό διέθετε πλοία με ισχυρότερη αντιαεροπορική άμυνα, μεγαλύτερο όγκο πυρός, διέθετε πολύκανα αντιαεροπορικά πολυβόλα, που ήταν τα μόνα αποτελεσματικά, ιδιαίτερα κατά των αεροσκαφών καθέτου εφορμήσεως, τα «Στούκας», είχε μεγαλύτερη εμπειρία και χρησιμοποιούσε σε ορισμένα πλοία και αεροσκάφη, ραντάρ.
Παρόλα αυτά, κατά τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα και την Κρήτη, δεν μπόρεσε να αποτρέψει τις επιθέσεις. Έχασε 9 μεγάλα πολεμικά πλοία,[i] υπέστη εκτεταμένες ζημιές και κατέρριψε περιορισμένο αριθμό αεροσκαφών (περίπου 20 με 30).
Αν το Βρετανικό Ναυτικό έχασε τόσο πλοία, με ραντάρ και ισχυρά Α/Α, τότε το αποτέλεσμα του Ελληνικού ναυτικού ήταν αναμενόμενο. Η σύγκριση αυτή αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν ήταν εθνικό, αλλά δομικό. Η ναυτική ισχύς της εποχής δεν είχε ακόμη προσαρμοστεί στην αεροπορική κυριαρχία και η αεροπορική κυριαρχία της «Λούφτ-βαφφε», ήταν καθοριστικός παράγοντας για όλα τα ναυτικά.
Το πραγματικό επίτευγμα του Ελληνικού Ναυτικού
Το ουσιαστικό επίτευγμα του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού δεν βρίσκεται στις καταρρίψεις ή στην καταστροφή εχθρικών μέσων αλλά σε τρία βασικά στοιχεία:
α. Διατήρηση επιχειρησιακής συνοχής. Παρά τις απώλειες, το Ναυτικό, δεν διαλύθηκε, δεν απώλεσε τον έλεγχο και συνέχισε να λειτουργεί
β. Επιτυχής αποδημία. Η διάσωση του στόλου εξασφάλισε τη συνέχιση του πολέμου, διατήρησε τη ναυτική παρουσία της Ελλάδας και ενίσχυσε τους Συμμάχους
γ. Συνέχιση του αγώνα. Στη Μέση Ανατολή, το ναυτικό μας συμμετείχε ενεργά σε επιχειρήσεις, απέδειξε τη μαχητική του ικανότητα και διατήρησε το εθνικό κύρος.
Το ανθρώπινο στοιχείο ως καθοριστικός παράγοντας
Σε όλες τις φάσεις των επιχειρήσεων, το ανθρώπινο στοιχείο υπήρξε καθοριστικό.
Τα πληρώματα επιχειρούσαν με ελλιπή μέσα, αντιμετώπιζαν συνεχείς κινδύνους και εκτελούσαν αποστολές υψηλής ευθύνης. Σε γενικές γραμμές, η συμπεριφορά τους χαρακτηρίστηκε από υψηλή πειθαρχία, επαγγελματισμό και αυτοθυσία. Αυτά ήταν και τα στοιχεία που αποτέλεσαν τον πυρήνα του αξιόμαχου του Ναυτικού.
Η ευρύτερη ιστορική σημασία
Η δράση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού το 1941 έχει σημασία που υπερβαίνει το άμεσο επιχειρησιακό πλαίσιο. Έχει
α. Στρατιωτική σημασία. Διατήρηση ναυτικής ισχύος και συμβολή στις συμμαχικές επιχειρήσεις
β. Πολιτική σημασία. Διασφάλιση της συνέχειας του κράτους και ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας
γ. Ηθική σημασία. Διατήρηση του εθνικού φρονήματος, παράδειγμα αντίστασης
Το αξιόμαχο του Ελληνικού Ναυτικού
Το αξιόμαχο ενός ναυτικού δεν ορίζεται μόνο από την τεχνολογία, τον εξοπλισμό ή τον αριθμό των μονάδων. Ορίζεται κυρίως από την ικανότητα προσαρμογής, την αντοχή σε δυσμενείς συνθήκες και την ποιότητα του προσωπικού.
Το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό το 1941 στερούνταν σύγχρονων μέσων, αντιμετώπισε έναν ισχυρό αντίπαλο και επιχειρούσε υπό ακραίες συνθήκες. Παρόλα αυτά, διατήρησε την επιχειρησιακή του ικανότητα, διέσωσε τον στόλο και συνέχισε τον αγώνα. Σχεδόν όλες οι απώλειες πλοίων, προήλθαν από εισροή υδάτων που οφείλεται σε ρήγματα που προήλθαν από τις πιέσεις/υποπιέσεις των εκρήξεων. Βλέπετε τότε οι λαμαρίνες των πλοίων δεν ήταν συγκολλημένες αλλά περτσινωμένες.
Τελικό συμπέρασμα
Η ιστορική αποτίμηση της δράσης του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού τον Απρίλιο του 1941 δεν μπορεί να βασιστεί σε δείκτες «επιτυχιών» όπως οι καταρρίψεις ή στις συγκρίσεις ισχύος. Η ουσία βρίσκεται αλλού. Στη διατήρηση επιχειρησιακής συνοχής μετά τη κατάρρευση του μετώπου, στη διάσωση του στόλου, στην αποφασιστικότητα και στην ικανότητα να συνεχίζει τον αγώνα εκτός Ελλάδος και στην αυτοθυσία των πληρωμάτων.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, τα πλοία του ΠΝ, δεν ηττήθηκαν σε ναυμαχία, αλλά υπέστησαν φθορά από έναν αντίπαλο που επιχειρούσε σε διαφορετικό επίπεδο πολέμου.
Τελικά, η αξία του δεν μετριέται σε καταρρίψεις, αλλά σε κάτι βαθύτερο: στην ικανότητα να συνεχίζει να μάχεται, ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν το ευνοούν. Και αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό στοιχείο που αναδεικνύει τη δύναμη και το αξιόμαχο των πληρωμάτων του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.
Επίλογος
Ο Απρίλιος του 1941 αποτελεί μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Μέσα σε αυτή τη δοκιμασία, το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό απέδειξε ότι ακόμη και με περιορισμένα μέσα, ακόμη και υπό συνθήκες απόλυτης εχθρικής υπεροχής, μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Η δράση του δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο ως στρατιωτικό γεγονός, αλλά ως παράδειγμα επαγγελματισμού, αντοχής και εθνικής ευθύνης.
Και αυτό είναι το στοιχείο που δικαιώνει τη μνήμη των πληρωμάτων του και αναδεικνύει το πραγματικό μέγεθος της προσφοράς τους.

























































