Γράφει ο Άρης Μπιλάλης
To 1912 δυο πολεμικά πλοία βρίσκονταν υπό κατασκευή στα ναυπηγεία A.G. Vulcan στο Stettin της Γερμανίας για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης. Τα μήκους 71,1 μέτρων και πλάτους 7,6 μέτρων πλοία που είχαν μέγιστο εκτόπισμα 697 τόνων, ανήκαν στην γερμανική κλάση τορπιλοβόλων V1, αλλά στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό χαρακτηρίστηκαν λόγω του μεγέθους τους ως αντιτορπιλικά.
Η αγορά τους έγινε εσπευσμένα στις αρχές του καλοκαιριού του 1912 εξαιτίας της διαβλεπόμενης έκρηξης των εχθροπραξιών και βάση των συμβολαίων προβλεπόταν ότι θα παραδίδονταν για δοκιμές το πρώτο τον Οκτώβριο του 1912 και το δεύτερο το Νοέμβριο του ίδιου έτους. Τα χρήματα που χρειάστηκαν προέκυψαν από το Ταμείο Εθνικού Στόλου αλλά και από εράνους που διενήργησε ο ποιητής Σπύρος Ματσούκας ανά την επικράτεια και σε Έλληνες της διασποράς.
Ο ναυπηγός του Π.Ν. Αλέξανδρος Φιλίππου παρακολούθησε παιδί, το 1908, μια ομιλία του Σπ. Ματσούκα στο σχολείο του και αναφέρει: «Διήλθε όλα τα σχολεία της Ελλάδος και έκαστος μαθητής έδιδε ποσόν και ελάμβανε μίαν απόδειξιν ήτις έλεγε ότι συνείσφερε ο …. δια την κατασκευήν της πυροβολαρχίας «Νέας Γενεάς».
Από τον Αύγουστο του 1912 το Υπουργείο Ναυτικών ζητούσε από τα ναυπηγεία Vulkan την επίσπευση των εργασιών φοβούμενο ότι μετά την έναρξη των εχθροπραξιών η παράδοση των πλοίων θα ήταν αδύνατη. Σύμφωνα με την ελληνική βιβλιογραφία, επειδή το ναυπηγείο κατασκεύαζε και άλλα όμοιου τύπου σκάφη για λογαριασμό της Γερμανίας, ορισμένα από τα οποία ήταν σε πιο προχωρημένο στάδιο από τα ελληνικά σκάφη, αποφασίστηκε να δοθούν στην Ελλάδα τα υπό στοιχεία V5 και V6 πλοία που ναυπηγούνταν για το Γερμανικό Π.Ν., ενώ τα προοριζόμενα για την Ελλάδα σκάφη κατέληξαν στο Γερμανικό Π.Ν. Ωστόσο οι γερμανικές πηγές αναφέρουν ότι τα V5 και V6 καθελκύσθηκαν τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1912 και ότι πουλήθηκαν στην Ελλάδα τον Ιούλιο, χωρίς να γίνεται λόγος για αντικατάσταση τους με άλλα σκάφη.
Τα V5 και V6 έλαβαν αντίστοιχα τα ονόματα ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ και ΚΕΡΑΥΝΟΣ και αποτέλεσαν τα πρώτα πλοία του ελληνικού Στόλου που έφεραν ατμοστρόβιλους. Το καθένα έφερε δυο ζεύγη αεροστρόβιλων κατασκευής AEG-Curtiss που απέδιδαν 17.100 ονομαστικούς ίππους κινώντας τα διπλέλικα σκάφη με μέγιστη ταχύτητα 33 κόμβων. Διέθεταν τρείς λέβητες για καύση άνθρακα και έναν πετρελαίου και είχαν αυτονομία 1.190 μιλίων με ταχύτητα 17 κόμβων.
Ο οπλισμός των τορπιλοβόλων κλάσης V1 αποτελείτο από δυο μονά πυροβόλα Krupp των 8,8 εκατοστών και τέσσερις τορπιλοσωλήνες των 50 εκατοστών τοποθετημένους στο κατάστρωμα. Ωστόσο, τα δυο ελληνικά σκάφη έφεραν τέσσερα πυροβόλα Krupp των 8,8 εκατοστών και δυο τορπιλοσωλήνες Schwartzkopff των 45 εκατοστών.1Από την μελέτη των φωτογραφικών τεκμηρίων και του μοντέλου που εκτίθεται στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, προκύπτει ότι τα δυο ελληνικά σκάφη δεν έφεραν τους δυο τορπιλοσωλήνες που στα αρχικά σχέδια της κλάσης V1 βρίσκονταν τοποθετημένοι εκατέρωθεν πίσω από το πρόστεγο. Τα δυο επιπλέον πυροβόλα βρίσκονταν στο μέσο περίπου του σκάφους και πλησίον της εκατέρωθεν πλευράς του.
Εξαιτίας της πίεσης του χρόνου, υψώθηκε η ελληνική σημαία χωρίς καν να έχουν προηγηθεί δοκιμαστικά και τα πλοία αναχώρησαν από τα ναυπηγεία. Η αναχώρηση των δυο πλοίων έγινε με πολλά απρόοπτα καθώς το Υπουργείο δεν είχε φροντίσει να σταλούν εγκαίρως τα ελληνικά πληρώματα και χρειάστηκε να προσληφθούν Γερμανοί εμποροναύτες ώστε να τα επανδρώσουν. Πρώτο απέπλευσε στις 22 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ και ακολούθησε στις 1/13 Οκτωβρίου το ΚΕΡΑΥΝΟΣ το οποίο πέρασε τη διώρυγα του Κιέλου τέσσερις ημέρες αργότερα, δηλαδή την ημέρα εισόδου της Ελλάδος στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο.
Και τα δυο αναχώρησαν χωρίς να παραλάβουν τα πυρομαχικά τους καθώς η βιομηχανία Krupp που τα παρήγαγε αρνιόταν την παράδοση τους εξαιτίας της ανώμαλης κατάστασης. Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα επιστρατεύτηκε ένας λαθρέμπορος ο οποίος αγόρασε τα πυρομαχικά με υποτιθέμενο σκοπό να τα εξάγει στην Πορτογαλία αλλά τα φόρτωσε σε ένα πλοίο το οποίο έπλευσε προς συνάντηση του ΚΕΡΑΥΝΟΣ στα ανοιχτά των εκβολών του ποταμού Έλβα.
Στο μεταξύ το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ κατέπλευσε στο Vlissingen της Ολλανδίας και το ελληνικό πλήρωμα που ανέμενε εκεί αντικατέστησε το γερμανικό. Έτσι όταν έφτασε το ΚΕΡΑΥΝΟΣ στην Ολλανδία το γερμανικό πλήρωμα αποχώρησε και παρέμειναν σε αυτό μόνο οι τέσσερις αξιωματικοί και τέσσερις κελευστές μηχανικοί που το συνόδευαν. Η εν τω μεταξύ έναρξη των εχθροπραξιών περιόριζε, βάση των κανόνων ουδετερότητας, το χρόνο παραμονής του ΚΕΡΑΥΝΟΣ στο ολλανδικό λιμάνι σε 24 ώρες.
Οι ολλανδικές αρχές δεν επέτρεψαν την μεταφορά μελών του πληρώματος του ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ και έτσι την επόμενη μέρα οι αρχές ανέμεναν ότι το ΚΕΡΑΥΝΟΣ θα παραδιδόταν σε αυτούς μην έχοντας τη δυνατότητα να αποπλεύσει. Ωστόσο ο Ύπαρχος έλυσε τους κάβους και το ΚΕΡΑΥΝΟΣ αναχώρησε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παραβρισκόμενων. Αυτό που δε γνώριζαν ήταν ότι στις ώρες που μεσολάβησαν, τα απαραίτητα μέλη από το πλήρωμα του είχαν κατορθώσει να επιβιβαστούν μεταμφιεσμένοι σε μικροπωλητές ξεγελώντας τους Ολλανδούς φρουρούς. Έτσι τα πλοία έπλευσαν στα ανοιχτά της Ολλανδίας, όπου κατέπλευσε και ένα ναυλωμένο ατμόπλοιο2Ο Ι. Θεοφανίδης αναφέρει στο βιβλίο του «Ιστορία του Ελληνικού Ναυτικού 1909-1913» ότι το πλήρωμα του ΚΕΡΑΥΝΟΣ μεταφέρθηκε από το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ όπου είχε επιβιβαστεί πριν την κήρυξη των εχθροπραξιών που μετέφερε το πλήρωμα του ΚΕΡΑΥΝΟΣ. Κατόπιν μεταφέρθηκαν τα πυρομαχικά που προορίζονταν για το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ σε αυτό.
Ωστόσο τα δυο πλοία χρειάστηκε να πλεύσουν και στο Ντόβερ της Αγγλίας προκειμένου να παραλάβουν τα πυρομαχικά των νεοαποκτηθέντων τεσσάρων αντιτορπιλικών τύπου ΑΕΤΟΣ. Κατά τη διάρκεια χειρισμών στο Ντόβερ το ΚΕΡΑΥΝΟΣ προσέκρουσε σε μια προβλήτα και χρειάστηκε να γίνουν πρόχειρες επισκευές για να συνεχίσει το πλου του.
Ήδη από αυτές τις πρώτες ημέρες έγινε κατανοητό ότι τα νέα πλοία δεν συμπεριφέρονταν ικανοποιητικά σε ταραγμένη θάλασσα. Η κλάση V 1 αποδείχτηκε κατώτερη των προσδοκιών σε ότι αφορά τη συμπεριφορά των σκαφών στη θάλασσα, υποφέροντας από ισχυρό διατοιχισμό ενώ ο χειρισμός τους ήταν δύσκολος όταν έπνεαν ισχυροί άνεμοι. Το χαμηλότερο κατάστρωμα μεταξύ πρόστεγου και γέφυρας καθιστούσε αδύνατη τη χρήση του εκεί οπλισμού σε συνθήκες ανέμου άνω των 6 μποφόρ, ενώ το σύνολο του οπλισμού ήταν δύσκολο να χρησιμοποιηθεί σε συνθήκες άνω των 7 μποφόρ.
Τελικά τα δυο πλοία κατόρθωσαν να πλεύσουν στην Ελλάδα και να ενωθούν με τον υπόλοιπο στόλο στις 8/21 Νοεμβρίου. Κυβερνήτης του ΚΕΡΑΥΝΟΣ υπήρξε από την παραλαβή του ο Πλωτάρχης Α. Γέροντας και του ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ ο Πλωτάρχης Γ. Καλαμίδας, ενώ το κάθε σκάφος είχε πλήρωμα 74 ανδρών.
Τα δυο πλοία αρχικά αποτέλεσαν μια ξεχωριστή ομάδα του στολίσκου ελαφρών σκαφών. O ρόλος του «ελαφρού στόλου» ήταν να περιπολεί στην έξοδο των Στενών με σκοπό αφενός να επιθεωρούν τα εισπλέοντα εμπορικά πλοία και αφετέρου να αναγγείλουν στην Θωρηκτή Μοίρα τυχόν έξοδο τουρκικών πολεμικών.
Στις 7/20 Νοεμβρίου 1912 αναχώρησαν από το Μούδρο τα τέσσερα ελληνικά θωρηκτά, τα αντιτορπιλικά ΙΕΡΑΞ, ΝΙΚΗ και ΑΣΠΙΣ, τα τορπιλοβόλα 12 και 14, το βοηθητικό ΚΑΝΑΡΗΣ και το επίτακτο ΠΕΛΩΨ με προορισμό τη Λέσβο. Το πρωί της επομένης συναντήσαν νοτίως της Μυτιλήνης το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ που είχε συνοδεύσει από τον Πειραιά τα επιταγμένα ατμόπλοια ΙΣΜΗΝΗ και ΚΑΛΟΥΤΑΣ τα οποία μετέφεραν ένα τάγμα πεζικού.
Το μεσημέρι και ενώ ολοκληρωνόταν η κατάληψη της πόλης, έπλευσαν στο λιμάνι της το ΚΕΡΑΥΝΟΣ μαζί με τα εύδρομα (εξοπλισμένα επιβατηγά) ΕΣΠΕΡΙΑ και ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Ωστόσο ο κατάπλους του στη Μυτιλήνη είχε ως αποτέλεσμα το αντιτορπιλικό ΝΙΚΗ να το εκλάβει ως εχθρικό και να προετοιμαστεί για να το αντιμετωπίσει. Ασφαλώς θα έπαιξε ρόλο και η τότε περιρέουσα φημολογία ότι οι Τούρκοι σκόπευαν να αποπειραθούν τορπιλική επίθεση εναντίον του ΑΒΕΡΩΦ με κάποιο από τα αντιτορπιλικά που έμοιαζαν με τα τύπου Κεραυνός3Τα τέσσερα τουρκικά αντιτορπιλικά κλάσης Muavenet-i Milliye είχαν ναυπηγηθεί το 1908-10 στα F. Schichau στη Γερμανία σε σχέδια της κλάσης S 138 που είχε προηγηθεί της κλάσης V 1. Ένα τους ναυάγησε το 1916 στη Βάρνα, ένα βυθίστηκε από τους Βρετανούς στο Βόσπορο το 1917 και διαλύθηκε το 1924, ενώ τα άλλα δυο παροπλίστηκαν το 1918 και παρέμειναν ως πλωτές αποθήκες ναυπηγείων μέχρι που διαλύθηκαν το 1953. Το Υπουργείο Ναυτικών είχε μάλιστα στείλει σήμα που μεταξύ άλλων ανέφερε: «Άνευ προειδοποιήσεως ημετέρας επί εμφανίσει πλοίων όμοιου τύπου και αν φέρωσιν Ελληνικήν σημαίαν, βάλατε κατ΄ αυτών. Πρόκειται περί στρατηγήματος βασιζόμενου εις ομοιότητα πλοίων». Ευτυχώς η καλή ορατότητα επέτρεψε να αναγνωριστεί το πλοίο ως ελληνικό και να αποφευχθεί τυχόν συμβάν.
Τα μεσάνυχτα της 11/24 Νοεμβρίου 1912 η Μοίρα των Ευδρόμων, με τα ΕΣΠΕΡΙΑ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ και ΑΡΚΑΔΙΑ ακολουθούμενη από τα ΚΕΡΑΥΝΟΣ και ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ, συνόδευσε από τη Μυτιλήνη στη Χίο τα μεταγωγικά ΠΑΤΡΙΣ, ΣΑΠΦΩ και ΕΡΙΕΤΤΑ προκειμένου να γίνει η απόβαση του ελληνικού Στρατού. Στις 28 Νοεμβρίου/10 Δεκεμβρίου το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ αποσπάστηκε από την Μοίρα Ευδρόμων και ενώθηκε με τον υπόλοιπο στόλο, τον οποίο και ακολούθησε στο ορμητήριο του Μούδρου, ενώ το ΚΕΡΑΥΝΟΣ κατέπλευσε στο Ναύσταθμο Σαλαμίνος προς επισκευή.
Στις 1/14 Δεκεμβρίου τα ελληνικά αντιτορπιλικά ΣΦΕΝΔΟΝΗ και ΛΟΓΧΗ εντόπισαν το τουρκικό αντιτορπιλικό BASRA να πλέει στα ανοιχτά των Στενών και σύντομα έσπευσαν σε ενίσχυση τους τα αντιτορπιλικά ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΣΑ και ΘΥΕΛΛΑ. Στην πραγματικότητα οι Τούρκοι είχαν χρησιμοποιήσει το σκάφος τους ως θήραμα για να προσελκύσουν τα ελληνικά πολεμικά ενώ τα ανέμενε το καταδρομικό MEDJIDIEH που διαδρομούσε μεταξύ Στενών και Ίμβρου. Το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ μαζί με τα ΒΕΛΟΣ και ΔΟΞΑ έσπευσαν από το ορμητήριο του Ελαφρού Στόλου στην Τένεδο για να υποστηρίξουν τα σκάφη που είχαν ήδη εμπλακεί.
Η συμπλοκή διήρκησε για μια περίπου ώρα, χωρίς να πληγεί κάποιο σκάφος, και ήταν το πρελούδιο για τη Ναυμαχία της Έλλης που έλαβε χώρα δυο ημέρες αργότερα, κατά την οποία το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ ήταν η ναυαρχίδα των αντιτορπιλικών. Κατά τη ναυμαχία της Έλλης, τα αντιτορπιλικά πήραν θέση σε απόσταση μεγαλύτερων των χιλίων μέτρων αριστερά της γραμμής των ελληνικών θωρηκτών και ανέμεναν τη σχετική εντολή για να εμπλακούν. Πραγματικά, στις 10:04 και ενώ ο τουρκικός στόλος είχε τραπεί σε φυγή, ο Ναύαρχος Κουντουριώτης διέταξε τα σκάφη να επιτεθούν με τις τορπίλες τους. Ωστόσο, η κεραία του ασυρμάτου του ΑΒΕΡΩΦ είχε κοπεί από το εχθρικό πυρ και η διαταγή δεν μεταδόθηκε.
Το MEDJIDIEH πραγματοποίησε μια ακόμη έξοδο στις 9/22 Δεκεμβρίου και συνεπλάκει με ελληνικά αντιτορπιλικά αλλά το ΚΕΡΑΥΝΟΣ δεν μπόρεσε να συμμετάσχει καθώς δεν είχε επάρκεια καυσίμου και μόλις που κατόρθωσε να πλεύσει ως το Μούδρο. Ταυτόχρονα παρουσιάστηκε βλάβη στους λέβητες του σκάφους και για αυτό τρεις ημέρες αργότερα αναχώρησε για το Ναύσταθμο, συνοδεύοντας το επίσης χρίζον επισκευής υποβρύχιο ΔΕΛΦΙΝ, για να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες. Εκεί παρέμενε υπό επισκευή και στις 5/18 Ιανουαρίου 1913, όπως και το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ, με αποτέλεσμα να μη συμμετέχει κανένα τους στη Ναυμαχία της Λήμνου. Κατόπιν κυβερνήτης του ΚΕΡΑΥΝΟΣ ανέλαβε ο Πλωτάρχης Κ. Μαλικόπουλος.
Στα τέλη Μαρτίου υπήρξε η πληροφορία ότι ο τουρκικός στρατός ενίσχυε τις θέσεις του στη Μικρασιατική ακτή απέναντι από τη Χίο και τη Μυτιλήνη. Έτσι στις 22 Μαρτίου/4 Απριλίου το ΚΕΡΑΥΝΟΣ απέπλευσε από τη Μυτιλήνη για μια περιπολία στον κόλπο της Σμύρνης προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για τυχόν επανεξοπλισμό του τουρκικού πολεμικού MUIN I-ZAFER, που ναυλοχούσε στη Σμύρνη. Την επομένη βομβάρδισε θέσεις του τουρκικού στρατού στα Βουρλά ενώ στις 24 Μαρτίου/6 Απριλίου προέβη σε νηοψίες στον κόλπο της Σμύρνης.
Ακολούθως διατάχθηκε να μεταβεί για περιπολίες στις έναντι της Μυτιλήνης ακτές και έτσι στις 27 Μαρτίου/9 Απριλίου το ΚΕΡΑΥΝΟΣ βομβάρδισε τουρκική κατασκήνωση και στρατώνα στο Αϊβαλί, με αποτέλεσμα την απομάκρυνση των τουρκικών δυνάμεων από την περιοχή.
Τον Απρίλιο το ΚΕΡΑΥΝΟΣ, το ΠΑΝΘΗΡ και το ΔΟΞΑ συνόδευσαν το θωρηκτό ΥΔΡΑ στα ανοιχτά Πορτ Σάιδ όπου παρέμειναν για να αποτρέψει τυχόν νέα έξοδο του τουρκικού καταδρομικού HAMIDIYE στη Μεσόγειο. Καθοδόν τα πλοία διατάχθηκαν να καταπλεύσουν στο Καστελόριζο προκειμένου να βεβαιωθούν για την ασφάλεια του πληθυσμού καθώς είχαν φθάσει πληροφορίες για σφαγές και διώξεις. Πραγματικά η μοίρα αγκυροβόλησε την 1/14η Απριλίου στο ακριτικό νησί του οποίου οι κάτοικοι παρέμεναν ασφαλείς και είχαν ήδη κηρύξει δια πρωτοκόλλου την ένωση τους με την Ελλάδα.
Στις 6/19 Απριλίου η Μοίρα του Λιβυκού Πελάγους, όπως ονομάστηκε, έφτασε σε απόσταση 4 μιλίων από το Πορτ Σάιδ, εκτός της αιγιαλίτιδος ζώνης, και αγκυροβόλησε. Το ΚΕΡΑΥΝΟΣ και το ΥΔΡΑ παρέμειναν εκεί για 45 ημέρες, εγκλωβίζοντας με επιτυχία το HAMIDIYE στην Ερυθρά Θάλασσα όπου είχε διαφύγει. Κατόπιν της σύναψης της ανακωχής, τα ελληνικά πολεμικά επέστρεψαν στον Μούδρο.
Με την έκρηξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, ο Ελληνικός Στόλος αμέσως προχώρησε στον αποκλεισμό των παραλίων της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης που κατέχονταν από το Βουλγαρικό στρατό. Στις 11/25 Ιουλίου έγινε απόβαση στο Δεδεαγάτς (κατόπιν Αλεξανδρούπολη) υπό την επίβλεψη των θωρηκτών ΑΒΕΡΩΦ, ΣΠΕΤΣΑΙ και ΥΔΡΑ και των αντιτορπιλικών ΑΣΠΙΣ, ΘΥΕΛΛΑ και ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ.
Το επόμενο πρωί η πόλη κατελήφθη δι’ αγημάτων του στόλου, αφού κατά την προηγουμένη νύκτα το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ κανονιοβόλησε επιτυχώς μικρό σώμα βουλγαρικού ιππικού το οποίο είχε επιδοθεί σε λεηλασίες των παράλιων χωριών. Ακολούθως ανατέθηκε στο ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ η εποπτεία της Μάκρης, δυτικά του Δεδεαγάτς.
Η αγορά των δυο πλοίων εκ του αποτελέσματος κρίθηκε μάλλον ως αποτυχία. Τα ελληνικά πληρώματα δεν ήταν εξοικειωμένα με τους ατμοστροβίλους με αποτέλεσμα να προκαλούνται συχνά μηχανικές βλάβες. Ωστόσο αυτό φαίνεται πως δεν φάνηκε εξαρχής ή θεωρήθηκε πως το πρόβλημα θα επιλυθεί, καθώς τον Ιούνιο του 1914 η Ελλάδα επιχείρησε να αποκτήσει από τη Γερμανία δυο ακόμη τορπιλοβόλα με ατμοστροβίλους, αυτή τη φορά της κλάσης V 25. Τα πλοία αυτά ήταν μεγαλύτερα κατά 275 τόνους και ισχυρότερα τόσο σε οπλισμό όσο και ιπποδύναμη. Ωστόσο η αγορά τους δεν ολοκληρώθηκε καθώς τον Αύγουστο του 1914 επιτάχθηκαν από τη Γερμανία ενώ βρίσκονταν ακόμη στις εσχάρες των ναυπηγείων F. Schichau στο Elbing.
Το Σεπτέμβριο του 1916 οι Σύμμαχοι κατάσχεσαν το σύνολο του ελαφρού ελληνικού στόλου, ενώ τα θωρηκτά υποχρεώθηκαν σε αδράνεια με ελαττωμένο πλήρωμα. Το ΚΕΡΑΥΝΟΣ ύψωσε γαλλική σημαία την 19 Οκτωβρίου/1 Νοεμβρίου και το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ ακολούθησε στις 23 Δεκεμβρίου 1916/5 Ιανουαρίου 1917. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 4/17 Ιανουαρίου το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ εξέπεμψε σήμα κινδύνου ενώ βρισκόταν περί τα 20 μίλια Ν.Α. της Σαπιέντζας. Το σκάφος έπλεε ακυβέρνητο και η κατάσταση του ήταν κρίσιμη καθώς ο καιρός επιδεινωνόταν ραγδαία.
Σε βοήθεια του έσπευσαν δυο άλλα γαλλικά πολεμικά και τέθηκε υπό ρυμούλκηση για να φθάσει μετά από 20 ώρες στην Κορώνη. Οι προσπάθειες να τεθούν οι μηχανές του σε λειτουργία δεν καρποφόρησαν και χρειάστηκε να ρυμουλκηθεί εκ νέου μέχρι το Αργοστόλι. Αναφέρεται από τον μετέπειτα Αρχηγό Στόλου Επ. Καββαδία ότι στην περίοδο που οι Γάλλοι διαχειρίστηκαν τα δυο σκάφη «τα κακοποίησαν», ενώ και άλλες μαρτυρίες κάνουν λόγο για την εξαιρετικά κακή κατάσταση των σκαφών που επεστράφησαν σταδιακά το 1917-18. Το ΚΕΡΑΥΝΟΣ επεστράφη στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1917 ενώ για το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ δεν εντοπίστηκε η ημερομηνία επιστροφής.
Το ΚΕΡΑΥΝΟΣ βρέθηκε σε κακή κατάσταση με σημαντικές βλάβες στο προωστήριο σκεύος (ιδίως στον δεξιό ατμοστρόβιλο), στους βραστήρες και στα βοηθητικά μηχανήματα με αποτέλεσμα να λειτουργεί μόνο η μια μηχανή και η ταχύτητα του να μην μπορεί να υπερβεί τους επτά κόμβους. Για αυτό στις 2/15 Αυγούστου 1917 απέπλευσε υπό την διακυβέρνηση του πλωτάρχη Σταμ. Πλατσούκα για τον Ναύσταθμο της Τουλών προκειμένου να επισκευαστεί. Με μόνο μια έλικα να λειτουργεί και την δεύτερη στερεωμένη στο κατάστρωμα το σκάφος βρέθηκε αντιμέτωπο με θύελλα κατά τον πλου του από την Νάπολη προς την Κορσική αλλά επέδειξε κατά τον Πλατσούκα «μεγάλη ναυτική αντοχή και αξιοσημείωτο ευστροφία» κατορθώνοντας να βγει αλώβητο.
Το ΚΕΡΑΥΝΟΣ παρέμεινε στη Γαλλία μέχρι τον Μάρτιο του 1918 αλλά τα συνεργεία δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τις επισκευές στα πτερύγια του δεξιού ατμοστρόβιλου. Λίγο μετά τον απόπλου του από την Τουλών εκδηλώθηκε πυρκαγιά στον πετρελαιολέβητα, η οποία έθεσε σε κίνδυνο το σκάφος και που κατασβήστηκε χάριν στην υπερπροσπάθεια του πληρώματος. Τελικά το αντιτορπιλικό επέστρεψε στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας όπου και τελικά ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης της βλάβης. O μετέπειτα Ναύαρχος Μεζεβίρης υπηρέτησε το 1918-19 ως ύπαρχος στο ΚΕΡΑΥΝΟΣ και αναφέρει ότι «οι μηχανές του που ήταν ελαττωματικές από την παραλαβή τους, είχαν υποστεί και αρκετές ζημιές στο διάστημα χρησιμοποιήσεώς του από τους Γάλλους και είχαν ανάγκη από συχνές επισκευές».
Το Μάρτιο του 1919 τα δυο αδελφά αντιτορπιλικά βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ως μέρος του συμμαχικού στόλου που ναυλοχούσε εκεί. Κατόπιν το ΚΕΡΑΥΝΟΣ πέρασε τα στενά του Βοσπόρου με προορισμό το Βατούμι της Αμπχαζίας, όμως εξαιτίας της κακοκαιρίας η πλεύση του πλοίου εκεί δεν στάθηκε δυνατή. Κατόπιν διατάχθηκε να καταπλεύσει στη Σεβαστούπολη για να υποστηρίξει την εκστρατεία της Αντάντ στη Μεσημβρινή Ρωσία. Το σκάφος έφθασε εκεί στις 6/19 Μαρτίου και υπηρέτησε επί 28 ημέρες στον Εύξεινο Πόντο, μεταβαίνοντας στις 14/27 Μαρτίου στην Οδησό για να επιστρέψει μετά από δώδεκα ημέρες στη Σεβαστούπολη όπου παρέμεινε μέχρι την 30 Μαρτίου/12 Απριλίου οπότε και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Μετά από λίγες ημέρες το ΚΕΡΑΥΝΟΣ επέστρεψε στο Ναύσταθμο Σαλαμίνος ολοκληρώνοντας τη δράση του στο Πολεμικό Ναυτικό.
Ο ύπαρχος του σκάφους Γ. Μεζεβίρης αναφέρει σχετικά στα απομνημονεύματα του: «Τον Απρίλιο του 1919 αποπλεύσαμε με σκληρές καιρικές συνθήκες για την Κωνσταντινούπολη και μετά ολιγοήμερη παραμονή εκεί γυρίσαμε στον Ναύσταθμο για γενική επισκευή. Αυτό το ταξίδι του A/T «ΚΕΡΑΥΝΟΣ» ήταν και το τελευταίο του ωραίου αυτού πλοίου που έπεσε θύμα των κατά περιόδους σπασμωδικών μέτρων του Ναυτικού μας, που καταδικάστηκε ως άχρηστο υλικό ενώ με ριζική επισκευή θα αποτελούσε μια καλή μονάδα του ελαφρού μας Στόλου για αρκετά χρόνια ακόμα». Πραγματικά, στη Γερμανία όσα από τα αδελφά σκάφη της κλάσης V 1 είχαν επιζήσει των εχθροπραξιών μετασκευάστηκαν με επέκταση του πρόστεγου βελτιώνοντας τη συμπεριφορά τους στη θάλασσα και ορισμένα υπηρέτησαν σε εκπαιδευτικούς ρόλους μέχρι και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στο τέλος Απριλίου 1919 έληξε η εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία και μη έχοντας πλέον ουσιαστικό αντίπαλο στην ανατολική Μεσόγειο το Πολεμικό Ναυτικό προχώρησε στον σταδιακό παροπλισμό των λιγότερο χρήσιμων σκαφών του.
Κατά την εκκίνηση της Μικρασιατικής εκστρατείας, στις 1/14 Μαΐου το ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ αποβίβασε στα Βουρλά ένα λόχο ευζώνων που κατέλαβαν την κωμόπολη. Κατόπιν κινήθηκε μεταξύ Ναυστάθμου και Κωνσταντινούπολις. Εξαιτίας της απόφασης για μείωση του Στόλου και των σοβαρών δυσκολιών που αντιμετώπιζε το Π.Ν. στη συντήρηση των δυο σκαφών, αποφασίστηκε το 1919 να παροπλιστούν παρόλο της μικρής τους ηλικίας και ήδη το Νοέμβριο του 1920 αναφέρονταν ως «υπό εκποίηση».
Σε έκθεση που συντάχθηκε στα τέλη του 1921 σχετικά με την κατάσταση του Στόλου, καταγράφεται ότι είχαν ήδη αφαιρεθεί από τα δυο σκάφη τα βοηθητικά μηχανήματα, η ηλεκτρική εγκατάσταση, το πυροβολικό κ.α. Τα οχτώ πυροβόλα των 88 χιλιοστών τοποθετήθηκαν τον Μάιο-Ιούνιο του 1921 στα επίτακτα επιβατηγά ΑΔΡΙΑΤΙΚΟΣ, ΜΥΚΑΛΗ και ΝΑΞΟΣ προκειμένου να ενισχύσουν τις επιχειρήσεις στα Μικρασιατικά παράλια ως εξοπλισμένα εύδρομα. Τον Ιούλιο του 1922 ένα από τα πυροβόλα μεταφέρθηκε από το ΜΥΚΑΛΗ στο κρατικό φορτηγό ατμόπλοιο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ. Μετά το τέλος των επιτάξεων των πλοίων, τα πυροβόλα αφαιρέθηκαν και αποθηκεύτηκαν. Αργότερα, το 1926, κατά την επισκευή των τορπιλοβόλων ΘΥΕΛΛΑ, ΣΦΕΝΔΟΝΗ, ΝΙΚΗ και ΑΣΠΙΣ αφαιρέθηκαν τα πυροβόλα τους και στη θέση τους το καθένα έλαβε δυο από τα πυροβόλα Krupp των ΚΕΡΑΥΝΟΣ και ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ. Αν και η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρει ότι τα δυο σκάφη διαλύθηκαν περί το 1927, τουλάχιστον για το ΚΕΡΑΥΝΟΣ η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Το ΚΕΡΑΥΝΟΣ δεν έμεινε παροπλισμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά εκποιήθηκε τον Ιούνιο του 1924 ως «άχρηστο υλικό» και αγοράστηκε από τους Μπραβάκο (έμπορο παλαιοσιδήρων), Σκριβάνο & Σία που με την σειρά τους πούλησαν το σκάφος στην Α.Ε. Κ. Αλεξόπουλος & Σια. Το σκάφος οδηγήθηκε στα ναυπηγεία όπου αφαιρέθηκαν οι υπερκατασκευές του και το κύτος που απέμενε μετασκευάστηκε για χρήση ως φορτηγίδα. Ως εμπορικό πλέον σκάφος καταχωρήθηκε τον Ιούλιο του 1924 στο νηολόγιο φορτηγίδων του Πειραιά (με αύξον αριθμόν 1193) και διατηρώντας το όνομα ΚΕΡΑΥΝΟΣ καταμετρήθηκε στους 498 κόρους ολικής χωρητικότητας. Τον Ιούνιο του 1928 μετανηολογήθηκε στην Καλαμάτα λαμβάνοντας τον αριθμό 55 στο νηολόγιο φορτηγίδων.
Τον Αύγουστο του 1933 το σκάφος μετεγράφηκε στο νηολόγιο ποταμόπλοιων του Πειραιά με αύξων αριθμό 52 και μετονομάστηκε ΑΡΗΣ υπό ιδιοκτησία του Μ. Χαμπούρη & Σια. Το σκάφος χρησιμοποιήθηκε ως πλωτή αποθήκη πετρελαίων στον λιμένα Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου, μαζί με το πάλαι ποτέ αντιτορπιλικό ΛΟΓΧΗ. Στις 8 Μαρτίου 1935 τα πρυμνήσια των δυο σκαφών κόπηκαν κατά την διάρκεια τρικυμίας με αποτέλεσμα να παρασυρθούν στη ξηρά. Κατόπιν με τη συνδρομή ρυμουλκών επανήλθαν στη θέση τους. Η κατάληψη της χώρας τον Απρίλη του 1941, βρήκε το στον Βόλο όπου και κατασχέθηκε από τις γερμανικές αρχές. Κατόπιν το σκάφος στάλθηκε στη Σούδα όπου παρέμεινε μέχρι την παράδοση των Γερμανών.
Το ΑΡΗΣ περιήλθε τον Μάιο του 1945 στις βρετανικές ναυτικές αρχές που το ρυμούλκησαν στον Πειραιά όπου τον ερχόμενο Ιανουάριο κατασχέθηκε από την Ν. Δ. Πειραιά έχοντας ήδη μετονομαστεί σε ΚΑΡΧΑΡΙΑΣ και χαρακτηριζόμενο ως δεξαμενόπλοιο σλέπι. Ωστόσο, τον Ιανουαρίου 1947 με απόφαση του Δικαστηρίου Λειών Πολέμου, ακυρώθηκε η κατάσχεση και ως ΑΡΗΣ περιήλθε στην Τράπεζα Λακωνίας. Τον ίδιο χρόνο πουλήθηκε στην Αφοί Α. Κανελλόπουλου, ενώ το 1954 πέρασε στην Α.Ε. Τσιμέντων «Τιτάν».
Το Δεκέμβριο του 1960 μετονομάστηκε ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ και πέρασε στους Χ. Κουρουκλή & Δ. Διαμαντίδη. Σε ανακαταμέτρηση που έγινε το 1964 καταγράφηκε ότι το σκάφος ήταν 385 κ.ό.χ. με μήκος 57,2 μέτρα, πλάτος 7 και βάθος 4 μέτρα. Το σλέπι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ δεν έχει διαγραφεί από το ελληνικό νηολόγιο μέχρι σήμερα. Ωστόσο καθώς η τελευταία εγγραφή στις σελίδες του νηολογίου αφορά την πώληση του το 1984 στους Θ. Μπεκρή & Ν. Καραγιάννη, εικάζεται ότι το σκάφος έχει παύσει να υπάρχει προ πολλού και ότι προφανώς παραλήφθηκε να διαγραφεί από το νηολόγιο.
Ωστόσο δύο από τα πυροβόλα Krupp που κάποτε ήταν τοποθετημένα στα δύο αδελφά πλοία έχουν επιβιώσει ως κειμήλια και τώρα «φυλάνε» την είσοδο του αρχηγείου του Διοικητηρίου του Ναυστάθμου στη Σαλαμίνα. Τα πυροβόλα είχαν αφαιρεθεί από ένα από τα ΣΦΕΝΔΟΝΗ, ΝΙΚΗ ή ΑΣΠΙΣ που είχε επιβιώσει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παροπλίστηκαν το 1945.4Ταυτοποιήθηκαν από τον Αρχιπλοίαρχο Π.Ν. (ε.α.) Λεωνίδα Τσιαντούλα το 2023.
Μπορείτε να διαβάσετε άρθρο του navalhistory.gr για τον Σπύρο Ματσούκα ΕΔΩ
























































