Κείμενο: Γεράσιμος Λειβαδάς και Δημήτρης Μπαλόπουλος
Η «Σχεδία της Μέδουσας» του Τεοντόρ Ζερικώ / Jean Louis Theodore Gericaut (1791-1824) είναι ένα έργο μεγάλων διαστάσεων (4,91 x 7,16 m) που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. Το ζωγράφισε σε ηλικία 27 ετών την περίοδο 1818-1819 και το εξέθεσε στο Σαλόν του 1819 αρχικά με τον τίτλο «Σκηνή ενός ναυαγίου». Πηγή έμπνευσης απετέλεσε ένα πραγματικό γεγονός, «Το ναυάγιο της Μέδουσας», που έγινε σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από τις ακτές της Μαυριτανίας και είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη της εποχής.
Τα γεγονότα έχουν ως εξής: Στις 17 Ιουνίου του 1816 η γαλλική Κυβέρνηση στέλνει έναν στολίσκο αποτελούμενο από τέσσερα σκάφη, το “Argus” το “Loire” το “Echo” και την φρεγάτα “Meduse” (Μέδουσα) με προορισμό την ανακτηθείσα αποικία της Σενεγάλης. Την μεθεπόμενη η «Μέδουσα» και η “Echo” αφήνουν πίσω τους τα δύο άλλα πλοία με τα οποία χάνουν οπτική επαφή.
Η «Μέδουσα» μεταφέρει το διοικητικό προσωπικό το οποίο ήταν απαραίτητο για την διακυβέρνηση της αποικίας και στρατιώτες. Μαζί με τα μέλη του πληρώματος στο σκάφος επέβαιναν συνολικά 400 άτομα. Κυβερνήτης της φρεγάτας ήταν ο Ύγκ Ντυρουά ντε Σωμαρέ (Hugues Duroy de Chaumareys), πολιτικά προσκείμενος στην κυβέρνηση, όμως πρόσωπο ακατάλληλο για την θέση αυτή δεδομένου ότι δεν είχε αναλάβει διακυβέρνηση πλοίου για περισσότερα από 20 χρόνια.
Η «Μέδουσα» εξαιτίας της απειρίας του Σωμαρέ που είχε σαν συνέπεια σωρεία λαθών και κακών υπολογισμών, προσαράζει σε ένα αμμώδες αβαθές. Δύο εκ των διασωθέντων περιγράφουν τον τρόμο στα πρόσωπα των ανθρώπων την στιγμή της προσάραξης καθώς «έμοιαζε σαν η τρομερή γοργόνα της οποίας φέραμε το όνομα, να είχε περάσει από μπροστά τους».
Όταν αποφασίζεται η εγκατάλειψη του σκάφους, μετά από άγονες προσπάθειες αποκόλλησης του πλοίου, διαπιστώνεται ότι οι σωσίβιοι λέμβοι δεν επαρκούν για την διάσωση αυτών που βρισκόντουσαν στο πλοίο. Αποφασίζεται τότε η κατασκευή μιας σχεδίας, χρησιμοποιώντας τα κατάρτια του πλοίου, σανίδες και σχοινιά. Αυτή η κατασκευή, μήκους 15 μέτρων και πλάτους οκτώ έπρεπε να ρυμουλκηθεί μέχρι τις αφρικανικές ακτές από τις επτά λέμβους.
Ενώ τα πλοιάρια που μεταφέρουν τα σημαίνοντα πρόσωπα είναι ελαφρά φορτωμένα, η σχεδία που μεταφέρει 150 ανθρώπους, στην πλειοψηφία στρατιώτες, βουλιάζει από το βάρος τους, με αποτέλεσμα να βυθίζονται στο νερό μέχρι την μέση. Αρχίζει η ρυμούλκηση της σχεδίας, όμως δύο ώρες αφ’ ότου εγκαταλείπουν το πλοίο τα σχοινιά κόβονται. Εάν αυτό συνέβη από ατύχημα ή ηθελημένα, δεν θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια. Πάντως το γεγονός είναι ότι οι σωσίβιοι λέμβοι απαλλαγμένες από το βάρος της σχεδίας παίρνουν το δρόμο τους.
Πάνω στην σχεδία οι ναυαγοί είναι τόσο κοντά ο ένας στον άλλο που δεν μπορούν να καθίσουν. Από την πρώτη νύχτα ο άνεμος γίνεται θυελλώδης με αποτέλεσμα να ρίξει κάποιους απ’ αυτούς στην θάλασσα, άλλων σπάνε τα πόδια ανάμεσα στα κακοδεμένα δοκάρια της σχεδίας και άλλοι πνίγονται. Οι προμήθειες σε τροφή εξαντλούνται πολύ γρήγορά και από τη δεύτερη νύχτα εκδηλώνεται στάση που πνίγεται στο αίμα. Όταν ξημέρωσε μετρήσανε 69 πτώματα.
Λίγες μέρες μετά μία δεύτερη στάση, έχει πάνω από τριάντα νεκρούς. Στο τέλος της εβδομάδας δεν μένουν στη σχεδία παρά 30 επιζώντες.Η ανάγκη τους κάνει να τρώνε τα πτώματα των θυμάτων τους. Στην αρχή ωμά και μετά σε λεπτές φέτες, αποξηραμένες που κρέμονταν στα σχοινιά. Όταν στις 17 Ιουλίου το “Argus” ξαναβρίσκει τελικά την σχεδία, δεν μετράνε πάνω από 15 επιζώντες, από τους οποίους πέντε θα πεθάνουν από αδυναμία μετά την άφιξή του στο λιμάνι του Σαιν-Λουί (Saint Louis).
Με την επιστροφή της “Echo” που φέρνει πίσω στην Γαλλία τους ναυαγούς της «Μέδουσας» η τραγωδία δημιουργεί τρομακτικό σκάνδαλο, τόσο σε επίπεδο ανθρώπινο, εξαιτίας του κανιβαλισμού, όσο και από πλευράς πολιτικής, δεδομένου του ότι η κυβέρνηση κατηγορήθηκε ότι δεν δίστασε να ορίσει για κυβερνήτη ένα πρόσωπο ακατάλληλο με μόνο κριτήριο την προσήλωση του στο καθεστώς.
Όταν τα όσα συνέβησαν αυτές τις δεκατρείς ημέρες έγιναν γνωστά από τις μαρτυρίες των επιζώντων, τέτοια ήταν η αποστροφή της γαλλικής κοινωνίας, που παρουσίασε τον κανιβαλισμό, την απόγνωση και την ταλαιπωρία των επιβατών της σχεδίας της Μέδουσας σε πίνακες, όπως ο φημισμένος του Τεοντόρ Ζερικό, σε βιβλία, όπως το «Οι περιπέτειες του Αρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ» του Ε. Α. Πόου, που λαμβάνει χώρα πάνω στο φαλαινοθηρικό πλοίο «Γράμπος» ή στο μυθιστόρημα «Η σφίγγα των πάγων» του Ιουλίου Βερν, το οποίο γράφτηκε ως συνέχεια του βιβλίου του Πόου.
Η “σχεδία της Μέδουσας” είναι ένα μεγαλειώδες έργο στο οποίο απεικονίζεται η μάταιη ελπίδα των ναυαγών. Ο πίνακας προκάλεσε αντικρουόμενες κριτικές. Στην επεξηγηματική επιγραφή του έργου αναγράφεται: «Ο μοναδικός ήρωας σε αυτή την οδυνηρή ιστορία είναι η ανθρωπότητα». Τα τραγικά δρώμενα, η ανθρωποφαγία, η απελπισία, η φρίκη και τέλος η σωτηρία γιατί πράγματι τα τραγικά πρόσωπα αυτού του ναυαγίου δεν ήταν αυτοί που πνίγηκαν αλλά οι δεκαπέντε που βρέθηκαν πάνω στη σχεδία.
Τον καλλιτέχνη οι σύγχρονοί του τον απέρριψαν, οι επόμενες γενιές όμως τον λάτρεψαν.
Η τραγική ιστορία πέρασε ακόμη και σε παιδικά τραγούδια. Το τραγούδι “Ήταν ένα μικρό καράβι” βασίζεται στο γαλλικό -εξίσου παιδικό- τραγούδι “Il était un petit navire”, το οποίο διηγείται την ιστορία ενός μικρού καραβιού που κάνει το πρώτο του ταξίδι στην Μεσόγειο. Όταν όμως σώθηκαν οι τροφές, οι ναύτες ρίξανε τον κλήρο για να δούνε ποιος θα φαγωθεί……. «΄Ηταν ενά μικρό καράβι…και τότε ρίξανε τον κλήρο για να δούνε ποιος θα φαγωθεί…»

























































