Γράφει ο Χρήστος Αμπατζής
Το 1945 έβρισκε την Αυτοκρατορία του Ανατέλλοντος Ηλίου να βαίνει ολοταχώς προς την δύση της. Η κατάσταση στο μέτωπο του Ειρηνικού είχε λάβει αρνητική και μη αναστρέψιμη τροπή. Η Ιαπωνία είχε απωλέσει όλες τις νησιωτικές κτήσεις που είχε καταλάβει κατά τα πρώτα χρόνια του πολέμου και, πλέον, είχε μεταπέσει σε κατάσταση παθητικής άμυνας. Η εγχώρια βιομηχανία μετά βίας μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες σε μέσα, όπλα και πυρομαχικά. Σοβαρές ελλείψεις, ιδίως σε τρόφιμα και καύσιμα είχαν αρχίσει να γίνονται αισθητές, όχι μόνο στα μετόπισθεν αλλά και στα μαχόμενα τμήματα. Την ίδια στιγμή, οι θαλάσσιες γραμμές ανεφοδιασμού είχαν σχεδόν αποκοπεί λόγω της έντονης δράσης εχθρικών αεροσκαφών και υποβρυχίων, ενώ οι μητροπολιτικές νήσοι υφίσταντο συνεχείς αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η πάλαι ποτέ κραταιά δύναμη ήταν να επιδοθεί σε έναν αγώνα φθοράς με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή, η αμερικανική πλημμυρίδα θα σταματούσε.
Δυστυχώς για το Τόκυο, ο «κοιμώμενος γίγαντας», όπως είχε χαρακτηρίσει τις ΗΠΑ ο Ναύαρχος Isoroku Yamamoto, είχε ξυπνήσει για τα καλά και έδειχνε το πλήρες μένος του. Η αμερικανική αντεπίθεση που είχε ξεκινήσει από το 1943 βρισκόταν, πλέον, σε πλήρη εξέλιξη, φέρνοντας την αστερόεσσα ολοένα και εγγύτερα στο μητροπολιτικό νησιωτικό σύμπλεγμα της Ιαπωνίας. Στις αρχές του 1945 ισχυρές δυνάμεις πεζοναυτών διενήργησαν απόβαση στη νήσο Iwo Jima, την οποία και κατέλαβαν ύστερα από αιματηρές και πολύνεκρες συγκρούσεις. Την 1η Απριλίου 1945 είχε έρθει η σειρά της νήσου Okinawa. Η σημασία της επερχόμενης αναμέτρησης ήταν ιδιαίτερη και πολύπλευρη. Αφενός, επρόκειτο περί του πρώτου καθαρά ιαπωνικού εδάφους που θα προσβαλλόταν από τις αμερικανικές δυνάμεις. Αφετέρου, η κατάληψή του θα προσέφερε αεροδρόμια για τη διενέργεια βομβαρδισμών κατά της ιαπωνικής ενδοχώρας και ασφαλή λιμάνια για τη συγκέντρωση του αμερικανικού στόλου και την προπαρασκευή μιας νέας απόβασης.
Εξυπακούεται πως τα ανωτέρω, δεν διέλαθαν της προσοχής του Ιαπωνικού Γενικού Επιτελείου. Έχοντας πλήρη επίγνωση της στρατηγικής σημασίας της νήσου, το Τόκυο φρόντισε να την ενισχύσει με σημαντικές δυνάμεις, διαθέτοντας 120.000 άνδρες, 27 άρματα και μεγάλο αριθμό πυροβολικού. Παρά ταύτα, ο διοικητής των ιαπωνικών μονάδων, Αντιστράτηγος Mitsuru Ushijima, δεν έτρεφε αυταπάτες. Η έκβαση της επερχόμενης αναμέτρησης ήταν προδιαγεγραμμένη. Αποκομμένος και χωρίς προοπτική ενισχύσεων και ανεφοδιασμού, ήταν θέμα χρόνου έως ότου τα διαθέσιμα εφόδια και πυρομαχικά να εξαντληθούν. Ταυτόχρονα, οι απώλειες των τμημάτων του δεν θα μπορούσαν να αναπληρωθούν. Ως εκ τούτου, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προτάξει μια λυσσώδη αντίσταση για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, επιδιώκοντας να προκαλέσει τις μέγιστες δυνατές απώλειες στους εισβολείς. Κάθε μέρα, όμως, που θα κέρδιζε με το αίμα των αντρών του, θα ήταν μία ακόμη μέρα ζωής για την αυτοκρατορία.
Η Ιαπωνική Αεροπορία Το 1945
Έχοντας απωλέσει το άνθος των πλέον έμπειρων και ικανών πιλότων της, αντιμετωπίζοντας σοβαρές ελλείψεις σε πρώτες ύλες, με τα αποθέματα καυσίμων να λιγοστεύουν ολοένα και περισσότερο μέρα με τη μέρα, και με την εγχώρια βιομηχανία να μην μπορεί να αναπληρώσει τις απώλειες σε μέσα, οι μέρες δόξας της αεροπορίας είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Όσο προχωρούσε ο πόλεμος, η δύναμή της συνέχισε να φθίνει δραματικά. Παρά ταύτα, οι επιχειρησιακές ανάγκες αυξάνονταν κατακόρυφα.
Το 1944 ο αντιναύαρχος Takijiro Onishi είχε προωθήσει την ιδέα δράσης πιλότων αυτοκτονίας, των γνωστών καμικάζι (Kamikaze: Η λέξη είναι σύνθετη και προέρχεται από τους όρους kami, ήτοι θεός, και kaze, ήτοι άνεμος. Απαντάται για πρώτη φορά την εποχή της μογγολικής εισβολής της Ιαπωνίας, όταν ο εχθρικός στόλος καταβυθίστηκε από ισχυρότατη και απρόσμενη καταιγίδα. Το καιρικό φαινόμενο, που έσωσε εν τοις πράγμασι την Ιαπωνία, αποδόθηκε σε θεϊκή παρέμβαση.) Αεροσκάφη φορτωμένα με εκρηκτικά θα εμβόλιζαν αμερικανικά πλοία, με στόχο τη βύθισή τους. Οι πιλότοι ήταν όλοι εθελοντές, κυρίως νεαροί φανατικοί πατριώτες οι οποίοι επιζητούσαν έναν έντιμο θάνατο στην υπηρεσία του Αυτοκράτορα και του έθνους. Αρκετοί εξ αυτών μάλιστα ήταν φοιτητές, οι οποίοι ρίχνονταν στη μάχη έχοντας συμπληρώσει ελάχιστες ώρες στοιχειώδους εκπαίδευσης.
Ωστόσο, το 1945 δύσκολα βρίσκονταν εθελοντές για τέτοιες αποστολές. Η ιαπωνική κοινωνία είχε καταβληθεί ιδιαίτερα από τις πολυετείς πολεμικές συγκρούσεις, ενώ ταλανιζόταν και από την λειψανδρία. Ταυτόχρονα, μεγάλος αριθμός αεροσκαφών καταρρίπτονταν από την ισχυρότατη αμερικανική αεράμυνα πολύ πριν έρθουν καν σε οπτική επαφή με τους στόχους τους. Ακόμα, όμως, κι αυτοί οι λίγοι που κατάφεραν να διέλθουν τόσο τον φονικό φραγμό αντιαεροπορικών πυρών, όσο και να ξεφύγουν από τα περιπολούντα αμερικανικά καταδιωκτικά, δεν μπόρεσαν να σημειώσουν κάποιο αξιόλογο πλήγμα σε βάρος του αντιπάλου. Τέλος, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αποκτούσαν δεύτερες σκέψεις κατά την εκτέλεση της αποστολής τους. Έτσι, αρκετές φορές πιλότοι αυτοκτονίας επέστρεφαν άπρακτοι στις βάσεις τους υποστηρίζοντας πως, δεν κατάφεραν να εντοπίσουν κάποιον εχθρικό στόχο. Άμεση συνέπεια, ήταν η έκδοση διαταγής βάσει της οποίας, οι καμικάζι θα έπρεπε να συνοδεύονται από καταδιωκτικά αεροσκάφη προκειμένου να διαπιστωθεί πως πράγματι επιτελούσαν ορθά το έργο τους και δεν δείλιαζαν.
Το Αυτοκρατορικό Ναυτικό Το 1945
Σε εξίσου τραγική, αν όχι και χειρότερο, κατάσταση βρισκόταν και ο στόλος. Το άλλοτε πανίσχυρο Ιαπωνικό Αυτοκρατορικό Ναυτικό (Imperial Japanese Navy – IJN) είχε απολέσει σχεδόν το σύνολο των μεγάλων μονάδων επιφανείας του (αεροπλανοφόρα, θωρηκτά, βαρέα καταδρομικά). Επίσης, ταλανιζόταν από μεγάλες ελλείψεις σε πετρέλαιο – απότοκο του αμερικανικού εμπάργκο πριν τον πόλεμο – γεγονός που δεν επέτρεπε τη διενέργεια μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων. Τέλος, η ναυτική αεροπορία είχε, κυριολεκτικά, αποδεκατιστεί. Η αφρόκρεμα των πιλότων της είχε χαθεί προ πολλού στα πεδία των μαχών, ενώ η διοίκηση αεροπλανοφόρων υπήρχε μόνο στα χαρτιά.
Οι διαχρονικές ελλείψεις που περιόριζαν την επιχειρησιακή δράση του στόλου, είχαν δημιουργήσει μια εσφαλμένη εικόνα για αυτόν σε ανώτερο επίπεδο. Συγκεκριμένα, το στρατοκρατούμενο Γενικό Επιτελείο εκτόξευε μομφές κατά της μαχητικής και επιχειρησιακής αξίας του στόλου. Οι χαρακτηρισμοί «δειλοί», «τεμπέληδες» και «αξιωματικοί των σαλονιών» ήταν σύνηθες φαινόμενο. Παράλληλα, οι θυσίες και οι άθλοι του Ναυτικού παραβλέπονταν, υποτιμούνταν ή δεν λαμβάνονταν καν υπόψιν.
Με τους Αμερικανούς να βρίσκονται, πλέον, κυριολεκτικά προ των πυλών, η ανάγκη ανάληψης δράσης μεγάλης κλίμακας, και μάλιστα πολεμικής ενέργειας από πλευράς του στόλου, ήταν κάτι παραπάνω από επιτακτική. Το ερώτημα ήταν πρακτικό. Τί θα μπορούσε να κάνει το αποδεκατισμένο IJN απέναντι στον Αμερικανικό Στόλο; Ας μην λησμονείται πως, το 1945 η Ιαπωνία διέθετε μικρό αριθμό μονάδων επιφανείας, η πλειοψηφία του οποίου αποτελείτο, κατά κύριο λόγο, από αντιτορπιλικά και λοιπά μικρά σκάφη. Τα μόνα πλοία ικανά να αντιπαραταχθούν με εχθρικούς σχηματισμούς ήταν 4 θωρηκτά και ευάριθμα καταδρομικά. Ακόμα κι αυτά, όμως, δεν θα μπορούσαν να έχουν κάποιο ουσιαστικό αντίκτυπο. Πρώτον, λόγω των υφιστάμενων ελλείψεων σε καύσιμα. Δεύτερον, λόγω της καθολικής αεροπορικής και ναυτικής υπεροχής των Αμερικανών.
Παρά ταύτα, οι πιέσεις προς τον Στόλο να αναλάβει δράση ήταν διαρκείς και επίμονες. Υπό το φως των ανωτέρω, η ηγεσία του IJN προχώρησε στην επιχείρηση Ten-Ichi-Go.
Επιχείρηση Ten-Ichi-Go
Η επιχείρηση Ten-Go προέβλεπε την αποστολή μιας μοίρας πολεμικών με επικεφαλής το θωρηκτό Yamato, συνοδευόμενο από ένα ελαφρύ καταδρομικό και 8 αντιτορπιλικά στην Okinawa. Τα πλοία σε συνεργασία με τις δυνάμεις του νησιού θα επιχειρούσαν να πλήξουν τις αεροναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στην περιοχή. Στη συνέχεια, το Yamato θα προσάραζε στην ακτή του νησιού, όπου θα μαχόταν ως μια αβύθιστη πυροβολαρχία, μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή του. Η όλη επιχείρηση σχεδιάστηκε και οργανώθηκε υπό άκρα μυστικότητα από όλους όσους θα συμμετείχαν.
Διοικητής της μοίρας ανέλαβε ο Ναύαρχος Seiichi Itō, ο οποίος ενημερώθηκε πως τα πλοία του θα είχαν επαρκή καύσιμα, μόνο όμως για το ταξίδι προς τη ζώνη επιχειρήσεων. Όχι και για την επιστροφή, μια σαφή ένδειξη του χαρακτήρα θυσίας της αποστολής που του ανατίθετο. Ο Itō εξέφρασε έντονες αντιρρήσεις. Τα πλοία του δεν θα διέθεταν αεροπορική κάλυψη με συνέπεια να είναι εκτεθειμένα σε εχθρικές αεροπορικές επιθέσεις. Παράλληλα, εκτιμούσε πως απέναντι στο σύνολο του Αμερικανικού Στόλου η δύναμη των μόλις 10 σκαφών που ο ίδιος θα διέθετε ήταν επιεικώς αστεία. Οι ανώτεροί του, αφού παρέκαμψαν τις αντιρρήσεις του, φέρεται να είπαν: “Σας διατάζουμε να αγωνιστείτε μέχρι τέλους”, με τον Itō να απαντά: “Μας διατάζετε να πεθάνουμε”. Παρά ταύτα, ο ναύαρχος, πιστός στις παραδόσεις και τον κώδικα του IJN άρχισε να προετοιμάζεται για την επερχόμενη αποστολή.
Θωρηκτό Yamato
Το θωρηκτό Yamato αποτελούσε ένα μοναδικό πλοίο. Το IJN υπέβαλε την παραγγελία για το πλοίο στα ναυπηγία του Kure της Ιαπωνίας το 1937, και η κατασκευή διεξήχθη υπό άκρα μυστικότητα. Μάλιστα, περιμετρικά της δεξαμενής είχαν τοποθετηθεί τεράστια καλύμματα προκειμένου ουδείς να μπορεί να διακρίνει τί ακριβώς ναυπηγούνταν. Το πλοίο παραδόθηκε στον στόλο το 1940.
Με εκτόπισμα 72.908 τόνων, μήκος 263 μέτρων, μέγιστη ταχύτητα 27 κόμβων και πλήρωμα 3.300 ανδρών, ήταν το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο που ναυπηγήθηκε ποτέ. Ενδεικτικά αναφέρεται πως όταν καθελκύστηκε, το εκτοπισθέν νερό προκάλεσε ένα μικρό τσουνάμι πλημμυρίζοντας την γειτονική πόλη! Ο οπλισμός του αποτελούταν από 9 πυροβόλα διαμετρήματος 460 mm τοποθετημένα σε 3 τρίδυμους πύργους (2 στην πλώρη και 1 στην πρύμνη), 6 των 155 mm κατανεμημένα σε 2 τρίδυμους πύργους (πλώρη και πρύμνη), καθώς και 190 αντιαεροπορικά πυροβόλα των 127 mm, 25 mm και 13,2 mm.
Δεδομένου του συμβολισμού του, αλλά και της τεράστιας κατανάλωσης σε καύσιμα που απαιτούσε η κίνησή του, το πλοίο δεν είχε βρεθεί σχεδόν ποτέ σε συνθήκες μάχης. Απεναντίας, παρέμεινε αγκυροβολημένο για το μεγαλύτερο διάστημα του βίου του. Η μη αξιοποίηση, οι άνετες ενδιαιτήσεις, καθώς και η τάση των αξιωματικών του στόλου να επιδιώκουν μια «ασφαλή» τοποθέτηση επί αυτού, οδήγησαν αρκετούς να το χαρακτηρίζουν ειρωνικά ως «Ξενοδοχείο Yamato». Μόνο κατά τη διάρκεια της μάχης του Κόλπου του Leyte έβαλε από απόσταση 40 χιλιομέτρων κατά αμερικανικών πλοίων. Παρά την απόσταση, τα βλήματα έπεφταν μόλις 50 μέτρα από τους στόχους τους – γεγονός ενδεικτικό της σκοπευτικής δεινότητας των Ιαπώνων πυροβολητών – προκαλώντας ρωγμές στο κύτος των σκαφών και ελαφρές ζημιές, ενδεικτικό της ισχύος τους.
Το 1945 το Yamato θα έπλεε για το τελευταίο του ταξίδι σε μια αποστολή αυτοκτονίας. Ατυχώς, δεν θα προλάβαινε να φτάσει στον προορισμό του.
Ένα Ταξίδι Χωρίς Επιστροφή
Στις 6 Απριλίου 1945 και ώρα 16:00 η ιαπωνική μοίρα απέπλευσε για τον προορισμό της. Ευθύς αμέσως εντοπίστηκε από δύο αμερικανικά υποβρύχια, οι κυβερνήτες των οποίων δεν μπόρεσαν να πλήξουν τα εχθρικά σκάφη λόγω της υψηλής τους ταχύτητας (20 κόμβοι), και περιορίστηκαν να τα παρακολουθούν, μέχρις ότου έχασαν την οπτική επαφή. Τα χαράματα της 7ης Απριλίου τα πλοία εντοπίστηκαν εκ νέου, αυτή την φορά από αναγνωριστικά αεροσκάφη, ενώ έπλεαν νότια. Αμέσως ενημερώθηκαν οι αμερικανικές δυνάμεις στην Okinawa, και σήμανε γενικός συναγερμός.
Στις 10:00 ο επικεφαλής του 5ου Στόλου, Ναύαρχος Raymond Spruance, διέταξε τη Δύναμη Επιχειρήσεων 54 (ΔΕ 54) του Αντιναυάρχου Morton Deyo – αποτελούμενη κυρίως από θωρηκτά – να αναχαιτίσει και να βυθίσει τα ιαπωνικά πλοία. Την ίδια στιγμή ο Αμερικανός Αντιναύαρχος Marc Mitscher, επικεφαλής της ΔΕ 58, δρώντας αυτοβούλως, διέταξε τη διενέργεια αεροπορικού πλήγματος από τα 8 αεροπλανοφόρα που διέθετε. Μέσα σε λίγη ώρα, 400 αεροσκάφη διαφόρων τύπων βρίσκονταν στον αέρα. Αν και ο Spruance ενημερώθηκε, εκ των υστέρων για τις ενέργειες του Mitscher, εντούτοις του επέτρεψε να προχωρήσει θεωρώντας πως είχε πράξει ορθά. Παρά ταύτα, διέταξε τον Deyo να αποστείλει 6 θωρηκτά, 2 βαρέα και 5 ελαφρά καταδρομικά, αλλά και 21 αντιτορπιλικά, για να συγκρουστούν με τους Ιάπωνες. Η εμπλοκή δυσανάλογα μεγάλων δυνάμεων – 400 αεροσκαφών και 35 πλοίων – για την αντιμετώπιση της μοίρας του Itō είναι ενδεικτική του πολεμικού δόγματος των Αμερικανών.
Οι Αμερικανοί Επιτίθενται
Στις 12:00 αμερικανικά μαχητικά F6F Hellcat και F4U Corsair έκαναν την εμφάνισή τους πάνω από τα ιαπωνικά πλοία, χωρίς να γίνουν αντιληπτά. Διαπιστώνοντας πως οι αντίπαλοί τους δεν διέθεταν συνοδεία μαχητικών, οι Αμερικανοί, όντες κύριοι των αιθέρων, παρέμειναν εκτός του βεληνεκούς των αντιαεροπορικών των πλοίων, και άρχισαν να συγκεντρώνονται και να σχεδιάζουν την επίθεσή τους.
Στις 12:32 Ιάπωνες οπτήρες εντόπισαν το πρώτο κύμα αεροσκαφών, αποτελούμενο από βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως SB2C Helldiver, τορπιλοπλάνα TBF Avenger και καταδιωκτικά. Αμέσως τα πλοία αύξησαν ταχύτητα στους 24 κόμβους ενώ, παράλληλα, εκτελούσαν ελιγμούς, βάλλοντας με όλα τα διαθέσιμα όπλα. Στις 12:46 το καταδρομικό Yahagi βλήθηκε από τορπίλη στο μηχανοστάσιο, και ακινητοποιήθηκε. Το αντιτορπιλικό Isokaze έσπευσε σε βοήθεια, αλλά έγινε στόχος των αεροσκαφών, τα οποία το προσέβαλαν μαζικά, με αποτέλεσμα να βυθιστεί. Την ίδια μοίρα είχαν και τα αντιτορπιλικά Hamakaze και Kasumi. Το Yamato, αν και κατάφερε να αποφύγει τα περισσότερα πλήγματα, προσβλήθηκε από 2 βόμβες και 1 τορπίλη, χωρίς αυτό να επηρεάσει την ταχύτητα ή το αξιόμαχό του.
Μεταξύ 13:20 και 14:15 επέδραμαν άλλα δύο κύματα αεροσκαφών. Η αμερικανική επίθεση ήταν ιδιαιτέρως έντονη, και επικεντρώθηκε στο Yamato. Κατά τη διάρκεια αυτών των επιθέσεων το πλοίο προσβλήθηκε από 8 τορπίλες και 15 βόμβες, ενώ λόγω της εισροής ύδατος άρχισε να παρουσιάζει κλίση στα δεξιά. Τα συνεργεία αποκατάστασης ζημιών κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να το στεγανοποιήσουν, πλην όμως άνευ αποτελέσματος. Τότε διατάχθηκε η κατάκλυση των έναντι κείμενων διαμερισμάτων προκειμένου το πλοίο να ισοσταθμιστεί. Η διαταγή εκτελέστηκε τόσο γρήγορα και χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ώστε αρκετά μέλη του πληρώματος να παγιδευτούν μέσα στους εν λόγω χώρους και να βρουν τραγικό θάνατο από πνιγμό. Η σωτηρία του θωρηκτού ήταν ο υπέρτατος στόχος και κανένα τίμημα δεν ήταν πολύ μεγάλο. Αυτά, όμως, είχαν ως συνέπεια την μείωση της ταχύτητάς του στους 10 κόμβους. Ο λαβωμένος κολοσσός εξακολουθούσε να μάχεται σκληρά. Βέβαια, οι Αμερικανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να του επιτρέψουν να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Μόλις οι αναφορές έφτασαν στον Στόλο, διατάχθηκε η απονήωση άλλων 110 αεροσκαφών με στόχο το Yamato, με επιπλέον 3 τορπίλες να βρίσκουν στόχο, αχρηστεύοντας το πηδάλιο του πλοίου.
Το Τέλος Ενός Θρύλου
Έχοντας απωλέσει τον έλεγχο του πλοίου, με τις απώλειες να αυξάνονται διαρκώς και τα αντιαεροπορικά να σιγούν το ένα πίσω από το άλλο, ο Ναύαρχος Itō αντελήφθη πως η συνέχιση του αγώνα ήταν μάταιη. Στις 14:02 διέταξε τη διακοπή των επιχειρήσεων και την εγκατάλειψη του Yamato, ενώ κάλεσε τα εναπομείναντα αντιτορπιλικά να περισυλλέξουν επιζώντες. Ο ίδιος μαζί με τον κυβερνήτη του πλοίου, Πλοίαρχο Kōsaku Aruga, πιστοί στις ναυτικές παραδόσεις ότι ο κυβερνήτης βυθίζεται με το καράβι του, παρέμειναν στην γέφυρα του θωρηκτού ακολουθώντας το στα βάθη του Ειρηνικού.
Στις 14:20 το Yamato άρχισε σταδιακά να βυθίζεται όταν, ξαφνικά, στις 14:23 ανατινάχτηκε από εσωτερική έκρηξη. Ενδεικτικό της ισχύος της έκρηξης είναι το γεγονός ότι αυτή ακούστηκε μέχρι τις μητροπολιτικές νήσους! Από τα εναπομείναντα πλοία, το Asashimo βυθίστηκε αύτανδρο, όπως και το Yahagi, ενώ τα άλλα αντιτορπιλικά κατάφεραν να επιστρέψουν στη ναυτική βάση του Sasebo.
Επίλογος
Με απώλειες μόλις 10 αεροσκαφών και 12 πιλότων οι Αμερικανοί είχαν πετύχει να αναχαιτίσουν τους Ιάπωνες, βυθίζοντας 6 πλοία και φονεύοντας 4.250 (3.020 μόνο στο Yamato) άνδρες, συμπεριλαμβανομένου του Ιάπωνα ναυάρχου.
Η επιχείρηση Ten-Go υπήρξε καταδικασμένη από την αρχή, και ήρθε να επαληθεύσει τη σημασία της αεροπορικής ισχύος στον θαλάσσιο πόλεμο. Η ιαπωνική δύναμη υπήρξε αμελητέα για να απειλήσει ουσιαστικά τους Αμερικανούς, δεν της παρασχέθηκε αεροπορική κάλυψη, ενώ δεν είχε προηγηθεί αναγνώριση των εχθρικών θέσεων.
Ωστόσο, δίνει μια καλή εικόνα του πνεύματος που επικρατούσε και στις δύο πλευρές. Με εμφανείς ελλείψεις και την ήττα προ των πυλών, οι Ιάπωνες προέβησαν σε απέλπιδες προσπάθειες, ενδεικτικές του πνεύματος αυτοθυσίας και της αναζήτησης έντιμου θανάτου στη μάχη. Αντιθέτως, οι Αμερικανοί, απολαμβάνοντας αριθμητική υπεροχή και υπεροπλία, είχαν διαφορετική προσέγγιση. Αξιοποιούσαν στο έπακρο το διαθέσιμο δυναμικό τους, χωρίς να παίρνουν μεγάλα ρίσκα.
Πηγές:
- Yoshida, Μ. (1999). Requiem for battleship Yamato. Bluejacket Books, Naval Institute Press, Maryland, USA.
- Rottman, G. (2003). Japanese pacific island defences 1941-45. Osprey Publishing, Oxford, UK.
- Stille, M. (2008). Imperial Japanese navy battleships, 1941-45. Osprey Publishing, Oxford, UK.
- Evans, David C.; Peattie, Mark R. (1997). Kaigun: Strategy, Tactics, and Technology in the Imperial Japanese Navy, 1887–1941. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press.
- Skulski, Janusz (2004) [1988]. The Battleship Yamato: Anatomy of a Ship Conway Maritime Press.
- Yoshida, Mitsuru; Minear, Richard H.(1999) [1985]. Requiem for Battleship Yamato. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press.

























































