Γράφει ο Γεράσιμος Λειβαδάς
Η καλλιτέχνης δημιούργησε τον εν λόγω πίνακα εμπνευσμένη από τα αποκαλούμενα λουτρά της Κλεοπάτρας που βρίσκονται στην αρχαία Ιεράπολη της Φρυγίας, σημερινό Pamukkale της Τουρκίας.
ΙΕΡΑΠΟΛΙΣ
Στην καρδιά της Φρυγίας, εκεί που η γη ανασαίνει ακόμη, στέκει η Ελληνιστική Ιεράπολη σαν ένα μαγικό πέτρινο όνειρο ανάμεσα στον ουρανό και τη σιωπή των αιώνων. Δεν είναι απλώς μια αρχαία πόλη, είναι ένας ιερός τόπος από μάρμαρο και ιαματικό νερό, ένας τόπος όπου το φθαρτό ανθρώπινο σώμα συνάντησε το θείο σε μία υπερφυσική αναζήτηση της αιωνιότητας. Οι λευκοί καταρράκτες του Παμούκαλε, το «Κάστρο από Βαμβάκι» των Τούρκων, ξεχύνονται σαν παγωμένος χρόνος πάνω στην πλαγιά δημιουργώντας βάθρες όπου το νερό κυλάει ήρεμα σαν ζεστό νάμα.
Εκεί, στην κορυφή αυτού του απόκοσμου λευκού θρόνου, οι αρχαίοι έχτισαν μια πόλη αφιερωμένη στους Θεούς της θεραπείας. Ήταν τόπος όπου ο Απόλλων, ο Πλούτων και ίσως η Κυβέλη, αλλά και οι αρχαίες χθόνιες θεότητες λατρεύονταν δίπλα στους ατμούς που ανέβαιναν από τα βάθη της γης. Οι κίονες της Ιεράπολης, ακόμη όρθιοι, λουσμένοι στο ροδαλό φως του δειλινού, μοιάζουν με σιωπηλούς φρουρούς που φυλούν τα μυστικά των αιώνων.
Στην εσφαλμένα αποκαλούμενη σήμερα από τους Τούρκους “Λουτρά της Κλεοπάτρας”, το νερό κελαρύζει πάνω από βυθισμένους Ιωνικούς κίονες. Κολυμπώντας εκεί, νιώθεις τις φυσαλίδες να αγγίζουν το δέρμα σου σαν ψίθυροι μιας χαμένης εποχής.
Η επίσκεψη εκεί είναι μια βάπτιση στην ιστορία, ανάμεσα σε σπασμένα μάρμαρα που κάποτε στήριζαν στοές, ναούς και μαρτύρια, το ζεστό νερό αναβλύζει από τα σπλάχνα της γης, κουβαλώντας τη θερμότητα των ηφαιστείων και την αύρα των θρύλων της πίστης μας. Και λίγο πιο πέρα, το Πλουτώνιο, η πύλη για τον Κάτω Κόσμο. Εκεί που οι ατμοί του θείου θολώνουν τη ματιά, οι αρχαίοι πίστευαν πως ο Άδης άνοιγε το στόμα του.
Η Ιεράπολη είναι μια πόλη των αντιθέσεων: Από τη μία, το ζωογόνο φως των ιαματικών πηγών, ανάσες υδάτινες που αναβλύζουν αδιάκοπα μέσα από τα σπλάχνα της γης και χαρίζουν ίαση και ζωή, ενώ από την άλλη, η βαθιά σιωπή της ατέρμονης Νεκρόπολης, όπου οι μαρμάρινες Ρωμαϊκές σαρκοφάγοι, άδειες πια, κείτονται κάτω από τον ακίνητο ήλιο της Ανατολής, σαν ύστατοι μάρτυρες ενός κόσμου που έσβησε. Και έτσι, ανάμεσα στο νερό που θεραπεύει και στην πέτρα που φυλάσσει τους νεκρούς, η Ιεράπολη μοιάζει να ψιθυρίζει τη μεγάλη αλήθεια της ανθρώπινης μοίρας: πως ακόμη και οι ενδοξότεροι πολιτισμοί επιστρέφουν τελικά, αθόρυβα και αναπόφευκτα, στη θερμή αγκαλιά της γης. Είναι ένας τόπος όπου η πέτρα μοιάζει να ρέει και το νερό μοιάζει να θυμάται.
Το τοπίο φέρνει στον νου ιερές μνήμες που αναδύονται μέσα από το μαρτύριο του Αποστόλου Φιλίππου, του πιστού συνοδοιπόρου του Ανδρέα και του Πέτρου, εκείνου που οδήγησε τον Ναθαναήλ ενώπιον του Κυρίου. Σαν απόηχος ενός δράματος που έλαβε χώρα εκεί, έξω από τα τείχη της Ιεράπολης, ακόμη αντηχεί μια αρχαία προσευχή.
Η μορφή του Αγίου κρέμεται αιωρούμενη σαν άξονας ιερός ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, φέροντας στο βασανισμένο σώμα τον πόνο του θανάτου και στο βλέμμα τη σιωπηλή λάμψη της ακλόνητης πίστης. Από τους πρώτους κιόλας χριστιανικούς αιώνες, η Ιεράπολη αναδείχθηκε σε φλογερό προπύργιο της νέας πίστεως στην καρδιά της Μικράς Ασίας. Εκεί έζησαν και κήρυξαν οι πρώτοι επίσκοποί της, οι Άγιοι Παπίας και Αβέρκιος, θεμελιώνοντας με το έργο και την ομολογία τους έναν φωτεινό φάρο της πίστης του Θεανθρώπου στην Ανατολή.
Τον 3ο αιώνα, την περίοδο της βαθιάς κρίσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ενέσκηψαν σαν σκιά οι Γότθοι επιδρομείς. Τον 7ο αιώνα σημειώθηκε και ο μεγάλος σεισμός, σαν αρχαία μήνις θεών που επέστρεφε για να συντρίψει έναν κόσμο ήδη κουρασμένο από τον χρόνο. Οι δρόμοι των λουτρών ερήμωσαν, τα ιερά σίγησαν και η πόλη, ήδη τραυματισμένη από σεισμούς και αιώνες, άρχισε αργά να βυθίζεται στη σιωπή της ιστορίας. Τα αραβικά στρατεύματα του Χαλιφάτου λεηλάτησαν ότι είχε απομείνει όρθιο αποσπώντας την τελειωτικά από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η επίσκεψη εκεί δεν είναι περιήγηση, είναι μια μυσταγωγία ανάμεσα στο λευκό του ασβεστόλιθου και το γαλάζιο του απείρου.
Ο ΠΙΝΑΚΑΣ
Η Φιλοπούλου, βαθιά επηρεασμένη από τη μαγική ατμόσφαιρα του τοπίου, δεν αρκείται στην απλή αποτύπωση της λίμνης πάνω στον καμβά. Βυθίζεται η ίδια μέσα της, δημιουργώντας ένα σχεδόν ονειρικό, καταποντισμένο σύμπαν κάτω από την επιφάνεια του νερού. Ιδιότυπη προσέγγιση και καινοτόμα εικαστική γλώσσα. Συμμετέχει με τον τρόπο αυτό σε μια ξεχωριστή μυσταγωγία, όπου το ορατό και το αθέατο συνυπάρχουν, αποκαλύπτοντας με μια σχεδόν μεταφυσική δύναμη κάτι απρόσμενο σε όποιον στέκεται απέναντι από τον πίνακα και αφήνεται να τον παρατηρήσει.
Οι ανθρώπινες φιγούρες, γυμνές και ήρεμες, απογυμνωμένες όχι μόνο από τα ενδύματα αλλά και από το βάρος του χρόνου, αιωρούνται μέσα σε μια διάφανη γαλαζοπράσινη σιωπή, ανάμεσα σε σπασμένους ιωνικούς κίονες, κατάλοιπα μιας ένδοξης αρχαίας εποχής. Σαν να βιώνουν την αναψηλάφηση της μνήμης, καταδυόμενοι στην καρδιά ενός λησμονημένου δεσμού με τον κόσμο που κοιμάται κάτω από τα νερά.
Το φως εισχωρεί κάτω από την επιφάνεια του νερού σαν αόρατη χρυσή δέσμη. Η έλλειψη σκιών στις μορφές παραπέμπει στο άκτιστο φως της Βυζαντινής αγιογραφίας, σύμβολο της θείας παρουσίας, αφαιρώντας με τον μυστηριακό αυτό τρόπο τον όγκο, το βάθος και κάθε στοιχείο της ύλης. Τα κορμιά μοιάζουν έτσι να αποδεσμεύονται από τον φυσικό κόσμο και τους νόμους της γης. Αποκτούν μια υπερβατική διάσταση, σαν υπάρξεις που δεν ανήκουν πλέον στον χρόνο αλλά σε μια αιώνια πνευματική πραγματικότητα. Λούζονται σε μία αναζήτηση για κάτι που ο χρόνος απέκρυψε, όμως μυστηριακά υπάρχει ζωντανό και πάλλεται. Οι λουόμενοι συμμετέχουν ασυνείδητα σε ένα τελετουργικό μύησης και επανασύνδεσης με την αρχαιότητα, είναι ίσως οι ψυχές που ως υποθαλάσσια φαντάσματα της μνήμης επιστρέφουν στον τόπο των λουτρών, αναζητώντας ίαση, κάθαρση, λύτρωση, ή μια στιγμιαία νίκη απέναντι στη φθορά.
Ακόμη και οι κίονες φαίνονται να αιωρούνται, να συμμετέχουν υποσυνείδητα στο ίδιο κατανυκτικό δράμα με τις ανθρώπινες μορφές. Όχι πια ως άψυχα ερείπια, ούτε ως απλοί θεατές, αλλά ως μάρτυρες στα δρώμενα μιας αρχαίας τελετής που εξακολουθεί να αναπνέει κάτω από την επιφάνεια του νερού, εκεί όπου η θύμηση, το φως και η ύλη μοιάζουν να συγχέονται σε μια αδιάκοπη, σχεδόν ιερή αιώρηση.
Ίσως γι’ αυτό το έργο προκαλεί τόσο παράξενη αίσθηση γαλήνης και μελαγχολίας μαζί. Το λουτρό δεν είναι πια μόνο τόπος θεραπείας, γίνεται υδάτινη περγαμηνή ενθύμησης, όπου το σώμα του σύγχρονου ανθρώπου αγγίζει άμεσα, εν τούτοις βαθιά συμβολικά, το βυθισμένο σώμα του παρελθόντος του.
ΜΑΡΙΑ ΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
Η Μαρία Φιλοπούλου σπούδασε στην Ecole Nationale des Beaux Arts (ENSBA) 1984-1988 στο Παρίσι, με καθηγητή τον Ιταλό Leonardo Cremonini από τον οποίο επηρεάστηκε βαθιά. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές της με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης και καθηγητή τον Ιρακινό Abraham Hadad.
Έργα της βρίσκονται στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης και της Βουλής των Ελλήνων, καθώς και σε ιδιωτικά μουσεία και συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά της στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, τη Φλώριδα, το Πεκίνο, τη Μελβούρνη, την Κωνσταντινούπολη, το Βερολίνο και τη Λευκωσία.
Η Φιλοπούλου θεωρείται εκπρόσωπος της σύγχρονης παραστατικής ζωγραφικής στην Ελλάδα. Ζωγραφίζει κυρίως πίνακες σε μεγάλες διαστάσεις και η θεματολογία της περιστρέφεται γύρω από το υγρό στοιχείο. Στα έργα της κυριαρχούν το φως, το νερό, η θάλασσα κάτω από τον δυνατό ήλιο, σώματα υποβρύχιων κολυμβητών, λουόμενοι σε καταρράκτες, αλλά και παραστάσεις του βυθού, στον οποίο μερικές φορές απεικονίζονται διάσπαρτες αρχαιότητες, χωρίς όμως η ίδια να ζωγραφίζει κάτω από το νερό.
ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
Η ιστορία της υποβρύχιας ζωγραφικής μοιάζει με ένα γοητευτικό ταξίδι στο άγνωστο, που ξεκινά από την τόλμη ενός Αυστριακό οραματιστή και φτάνει μέχρι τη γαλήνη του ελληνικού βυθού. Όλα άρχισαν το 1862 με τον διπλωμάτη Eugen von Ransonnet-Villez. Με την περιέργεια ενός εξερευνητή, βυθίστηκε στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας μέσα σε έναν πρωτόγονο γυάλινο κώδωνα. Εκεί, ανάμεσα στους κοραλλιογενείς υφάλους, έγινε ο πρώτος που επιχείρησε να μεταφέρει το φως του βυθού στο χαρτί, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην τοπιογραφία.
Πέρασε ένας αιώνας μέχρι η τέχνη αυτή να βρει τον επόμενο σημαντικό εκφραστή της. Το 1962, ο Andre Laban, ο στενός συνεργάτης του Jacques Cousteau στο θρυλικό Calypso, αποφάσισε να γίνει ένα με το στοιχείο που μελετούσε. Καταδυόμενος σε βάθη 15 έως 25 μέτρων, δεν κουβαλούσε μόνο τις μπουκάλες του, αλλά και καμβάδες και χρώματα που ο ίδιος είχε τελειοποιήσει χημικά, ώστε να αντέχουν στο νερό. Οι πίνακες του δεν ήταν απλές απεικονίσεις, αλλά μια κατάθεση ψυχής σε ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος και το χρώμα λειτουργούν διαφορετικά.
Στην Ελλάδα, ο Γιάννης Μανιατάκος υπήρξε ο πνευματικός συνεχιστής αυτής της παράδοσης. Με την ίδια αφοσίωση, χρησιμοποιώντας παρόμοιες τεχνικές, μετέτρεψε το βυθό της Τήνου σε ένα σιωπηλό ατελιέ. Η δουλειά του χαρακτηρίζεται από μια σπάνια αυθεντικότητα, καθώς κατάφερε να αποδώσει την ποιητική διάσταση της υποβρύχιας ζωής με τη σοβαρότητα ενός κλασικού δασκάλου.
Στις μέρες μας, πολλοί είναι εκείνοι που γοητεύονται από την πρόκληση της υποβρύχιας δημιουργίας. Αν και το επίπεδο της καλλιτεχνικής αρτιότητας ποικίλλει, η προσπάθεια του καθενός να επικοινωνήσει με τον κόσμο της σιωπής παραμένει μια υπενθύμιση της αέναης ανάγκης του ανθρώπου να αναζητά την ομορφιά, ακόμη και εκεί που το φως δυσκολεύεται να φτάσει.
























































