Γράφει ο Κωνσταντίνος Κουτρουλάκης
Το 1950 ήταν η χρονιά μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου. Αν και οι μάχες στα μέτωπα είχαν σταματήσει, η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα παρέμενε ασταθής. Οι εφημερίδες της εποχής έπαιζαν σημαντικό ρόλο, καθώς με τα άρθρα τους προέβαλαν τις απόψεις του πολιτικού χώρου τον οποίο εκπροσωπούσαν, επηρεάζοντας έτσι την ευαίσθητη από τους πολέμους και τις κακουχίες, ελληνική κοινή γνώμη.
Συχνά στην αρθρογραφία των εφημερίδων της εποχής, τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου όσο και μετά από αυτόν, περιγράφονταν απονομές στρατιωτικών μεταλλίων για Διακεκριμένες Πράξεις, σε μελή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Το γεγονός αυτό, παρουσίαζε στο κοινό την αναγνώριση από την πατρίδα, του ηρωισμού που επέδειξαν οι μαχητές της στο πεδίο και την επιβράβευση τους με την απονομή αντιστοιχών ηθικών αμοιβών. Τα δημοσιεύματα αυτά, είχαν πάντοτε θετική επίδραση στο ηθικό των πολιτών, πράγμα πολύτιμο στους δύσκολους καιρούς που περνούσε η χώρα. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, οι καιροί ήταν ταραγμένοι, γεγονός που δεν μπορούσε να μην αποτυπωθεί κάποια στιγμή, ακόμη και στην παραπάνω αναφερόμενη αρθρογραφία.
Η σύντομη αναφορά μας ξεκινά με άρθρο της εφημερίδας «ΒΗΜΑ», της 8ης Αυγούστου 1950. Εκεί ο αρθρογράφος, εκφράζει την διαφωνία του με την απονομή Χρυσού Αριστείου Ανδρείας στον Αντιπλοίαρχο Γ. Δημητρακόπουλο. Η ανωτάτη στρατιωτική διάκριση για Διακεκριμένες Πράξεις, είχε μέχρι τότε απονεμηθεί σε τέσσερις αξιωματικούς του ναυτικού, σύμφωνα πάντα με τον αρθρογράφο, (Αντιπλοίαρχος Ι. Τούμπας, Υποπλοίαρχος Η. Τσουκαλάς, Αντιπλοίαρχος Β. Λάσκος, Αντιπλοίαρχος Γ. Μπλέσσας) και απονεμήθηκε για «περίλαμπρα πολεμικά κατορθώματα». Εν αντιθέσει με την απονομή του Αριστείου στον Γ. Δημητρακόπουλο, η οποία έγινε, γιατί απλά ο αξιωματικός «μετέσχεν επιτυχώς στον αγώνα κατά του συμμοριτισμού».
Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί, ότι εκτός από τους αναφερόμενους από τον αρθρογράφο τέσσερις Αξιωματικούς, το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας είχε απονεμηθεί και σε άλλους δεκαπέντε, μόνο για την δράση τους στον πόλεμο και στην κατοχή, κατά το διάστημα 1940-1945. Στους δεκαπέντε αυτούς Αξιωματικούς του Β.Ν., συμπεριλαμβάνονταν μεταξύ άλλων, ο Αντιπλοίαρχος Μιλ. Ιατρίδης, κυβερνήτης του ΥΒ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ, στον οποίο απονεμήθηκε και το πρώτο Αριστείο σε Αξιωματικό του Β.Ν., ο Αντιπλοίαρχος Αθ. Σπανίδης, κυβερνήτης του ΥΒ ΚΑΤΣΩΝΗΣ, όπως και ο Αντιπλοίαρχος Μ. Χατζηκωνσταντής, κυβερνήτης του ΥΒ ΠΡΩΤΕΥΣ, που έχασε την ζωή του κατά την βύθιση του ΥΒ του, στα παγωμένα νερά της Αδριατικής. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, ότι οι παραπάνω αναφερόμενοι Αξιωματικοί διέλαθαν της μνήμης του αρθρογράφου!!!
Στη συνέχεια, αναφέρει ότι και άλλοι Αξιωματικοί έλαβαν μέρος με επιτυχία στον εμφύλιο, μη λαμβάνοντας όμως τόσο υψηλή ηθική αμοιβή. Έφερε σαν παράδειγμα μάλιστα, τον Πλωτάρχη Π. Σπυρομήλιο, ο όποιος ως κυβερνήτης του ΚΦ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ, βύθισε στον κόλπο του Φωκιανού βενζινόπλοιο φορτωμένο με όπλα και εκρηκτικά, που προορίζονταν για τους αντάρτες της Πελοποννήσου. Για την ενέργεια αυτή, παρασημοφορήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό, μετάλλιο σαφώς υποδεέστερο του Αριστείου Ανδρείας.
Έτσι ξεκίνησε μια σειρά δημοσιευμάτων στον ελληνικό τύπο, που κράτησε αρκετές ημέρες.
Την επόμενη ημέρα (9/8) ακολούθησε άρθρο της εφημερίδας «ΕΜΠΡΟΣ», το όποιο αντιπαραθέτονταν σφόδρα στο προηγούμενο άρθρο. Ο αρθρογράφος της «ΕΜΠΡΟΣ», χαρακτήριζε τον συνάδελφο της άλλης εφημερίδας, ως «όχι καλά πληροφορημένο», ενώ επεσήμανε ότι αν κάποιος Αξιωματικός από αυτούς που προσέφεραν είχε παράπονο, αυτό θα έπρεπε να διατυπωθεί μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας που υπήρχε στο Υπουργείο Ναυτικών και όχι μέσω των γραφείων των εφημερίδων.
Όπως ήταν φυσικό, μετά από δυο ημέρες (11/8) ήρθε η απάντηση από την εφημερίδα το «ΒΗΜΑ». Αφού απέρριψαν τα αναγραφόμενα στο άρθρο της «ΕΜΠΡΟΣ», θεωρώντας τα ως μάθημα το όποιο δεν δέχονται, προχώρησαν ακόμη παραπέρα. Ισχυριστήκαν δε, ότι από τη στιγμή που οι ενέργειες της «κυβέρνησης και των οργάνων της» επηρεάζουν την σύμπνοια και την πειθαρχία στο ναυτικό, θα πρέπει αυτές να υπόκεινται σε έλεγχο και κριτική. Αυτό τον ρόλο αποφάσισε να παίξει η εφημερίδα, από την στιγμή μάλιστα που έγιναν δέκτες έντονης δυσφορίας από Αξιωματικούς του Ναυτικού, όσον αφορά την παρασημοφόρηση του Γ. Δημητρακόπουλου.
Η συνέχεια στο θέμα ήρθε μερικές μέρες αργότερα (16/8) από την εφημερίδα «ΒΡΑΔΥΝΗ». Με δεικτικό τρόπο ο αρθρογράφος της εφημερίδας καταφέρθηκε εναντίον της αρθρογραφίας για το θέμα από το «ΒΗΜΑ». Μάλιστα, δεν δίστασε να αναφερθεί στην απονομή του Χρυσού Αριστείου Ανδρείας στον Αντιπλοίαρχο Ι. Τούμπα. Η απονομή του αφορούσε την επιστροφή του ΑΤ ΑΔΡΙΑΣ στην Αλεξάνδρεια, μετά από πρόσκρουση σε νάρκη στα ανοικτά των ακτών της Καλύμνου, τον Οκτώβριο του 1943. Δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τον Έλληνα Αξιωματικό ως «Αξιωματικό των πολιτικών παρασκηνίων» και να ισχυριστεί, ότι η επιστροφή του πλοίου στην Αλεξάνδρεια έγινε μετά από επιμονή και συνεχείς διαταγές του Ναυαρχείου.
Αναφερόμενος δε στην περίπτωση του Πλωτάρχη Π. Σπυρομήλιου, έγραψε, ότι μάλλον ποινή έπρεπε να του επιβληθεί, παρά ηθική αμοιβή, γιατί βυθίζοντας το «άοπλο» κατά τον αρθρογράφο πάντα καΐκι των ανταρτών, χάθηκε η ευκαιρία συλλογής περεταίρω χρησίμων πληροφοριών.
Μπροστά σε αυτή την σειρά των δημοσιευμάτων το Υπουργείο Ναυτικών δεν μπορούσε να μείνει απαθές και αμέτοχο. Εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση–απάντηση στο δημοσίευμα της «ΒΡΑΔΥΝΗΣ» με την όποια επανέφερε στο προσκήνιο τα πραγματικά γεγονότα, αποκαθιστώντας την ιστορική αλήθεια στα μάτια της κοινής γνώμης.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το γεγονός ότι ο κυβερνήτης του ΑΔΡΙΑΣ επέστρεψε με το λαβωμένο πλοίο του στην Αλεξάνδρεια κατόπιν συνεχών και επιτακτικών διαταγών του Ναυαρχείου, ήταν απολύτως ψευδές Ο τραυματισμένος Έλληνας Αξιωματικός, όπως άλλωστε είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, δεν δέχθηκε σε καμία περίπτωση να εγκαταλείψει το πλοίο του. Το οδήγησε στις τουρκικές ακτές και αφού κατάφερε να επισκευάσει και να καταστήσει το πλοίο σχετικά αξιόπλοο, ξεκίνησε με αποκομμένη την πλώρη του για το μακρύ και εξαιρετικά δύσκολο ταξίδι της επιστροφής. Αφού διέσχισε 730 μιλιά κατάφερε να φέρει το πλοίο του στην Αλεξάνδρεια.
Όλα τα συμμαχικά πλοία που ναυλοχούσαν στο λιμάνι υποδέθηκαν μέσα σε κλίμα άκρατου ενθουσιασμού το ελληνικό πλοίο. Τα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, ενώ η πρωτόγνωρη στα ναυτικά χρονικά επιτυχία του ελληνικού πληρώματος, γέμιζε για άλλη μια φορά τις καρδιές των σκλαβωμένων Ελλήνων με υπερήφανα και ελπίδα. Ήταν δε τόσο σημαντική για τους συμμάχους αυτή η ενέργεια, που οι Βρετανοί τίμησαν τον Αντιπλοίαρχο Ι. Τούμπα, με το αγγλικό παράσημο για πράξεις ανδρείας, D.S.O.
Απορίας άξιο λοιπόν, πως θα μπορούσε ακόμη και αυτό το λαμπρό ιστορικό γεγονός, να τεθεί υπό αμφισβήτηση, μερικά μόλις χρόνια μετά. Σίγουρα πάντως, η αμφισβήτηση της αθηναϊκής εφημερίδας δεν προέρχονταν από ελλιπή γνώση των ιστορικών γεγονότων του αρθρογράφου.
Όσο δε για τον Αντιπλοίαρχο Π. Σπυρομήλιο, με την ανακοίνωσή του το Υπουργείο Ναυτικών, κατέρριψε τον ισχυρισμό ότι κακώς βύθισε το βενζινόπλοιο στον όρμο του Φωκιανού. Ανέφερε δε, ότι η επιτυχία του ελληνικού πλοίου έγκειται στο γεγονός, ότι εντόπισε μέσα στη νύχτα το καΐκι εντός του μικρού όρμου, καταστρέφοντάς το ολοσχερώς. Έτσι σταμάτησε τον εφοδιασμό των ανταρτών με τα απεσταλμένα προς αυτούς όπλα και πυρομαχικά. Μάλιστα σύμφωνα με την ανακοίνωση, η πράξη του ελληνικού πολεμικού έσωσε πολλές ανθρώπινες ζωές αντρών του Εθνικού στρατού, λόγω της ύπαρξης μεγάλου αριθμού ναρκών ξηράς στο φορτίο του βενζινόπλοιου.
Την ανακοίνωση δημοσίευσαν οι εφημερίδες «ΒΗΜΑ», «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», «ΝΕΑ» και «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ». Δεν δημοσιεύθηκε από από τις εφημερίδες που πρόσκειντο πολιτικά στο Λαϊκό Κόμμα, πλην της εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», ενώ φυσικά δεν έγινε καμιά αναφορά για το γεγονός στα φύλλα της εφημερίδας «ΒΡΑΔΥΝΗ», από το δημοσίευμα της οποίας και ξεκίνησε ουσιαστικά το γεγονός.
Αυτή ήταν εν περιλήψει μια αντιπαράθεση των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων της εποχής. Σίγουρα δεν ήταν από τις κύριες πολιτικές αντιπαραθέσεις, που λάμβαναν χωρά καθημερινά μεταξύ τους την εποχή εκείνη. Ήταν όμως σημειολογική. Ακόμη και αυτός, ο ηρωισμός των ελλήνων αξιωματικών και η αναγνώρισή του από την πολιτεία, έγιναν αντικείμενο διαφωνίας, η οποία σαφέστατα δεν ήταν κάτι άλλο παρά κεκαλυμμένη πολιτική αντιπαράθεση. Σίγουρα όσοι έλαβαν μέρος στα πολεμικά γεγονότα πρόσκειντο σε κάποιο πολιτικό κόμμα. Όμως, οι αναφερόμενοι εκτέλεσαν με αυταπάρνηση το καθήκον τους!!! Και για αυτόν ακριβώς το λόγο τιμήθηκαν από την πολιτεία!!! Το γεγονός αυτό, δεν θα έπρεπε να αποτελέσει σε καμία περίπτωση πεδίο δημόσιας αντιπαράθεσης. Αν έγιναν λάθη, που ίσως και να έγιναν ή υπήρξαν παραλείψεις, αυτά θα λύνονταν μέσω της νόμιμης υπηρεσιακής οδού και όχι μέσω «των γραφείων των αθηναϊκών εφημερίδων».
Φυσικά και κάποια άρθρα πρωινών εφημερίδων δε θα μπορούσαν να αλλάξουν την πραγματική καταγραφή των ιστορικών γεγονότων. Αυτά έγιναν, και έλαβαν την θέση που τους αρμόζει στη σύγχρονη ελληνική στρατιωτική ιστορία. Ίσως, εντελώς προσωρινά, τα δημοσιεύματα να έσπρωχναν μια μερίδα των αναγνωστών, προς μια συγκεκριμένη οπτική των γεγονότων. Όμως, τα γεγονότα έλαβαν χώρα στο πεδίο. Και οι πολεμιστές που συμμετείχαν σε αυτά δεν παρουσίαζαν απλά την ιστορία. Ήταν αυτοί που την έγραφαν!!!!























































