Μετά από πολυετή ιστορική έρευνα του Γιώργου Καρέλα, συνεργάτη του navalhistory.gr και μέλους του ΕΛ.Ι.Ν.ΙΣ. και χάρη στην απαιτητική καταδυτική προσπάθεια της Ομάδας AegeanTec εντοπίστηκε πρόσφατα σε βάθος 96 μέτρων ανοιχτά της Πρέβεζας ένα σπάνιο γερμανικό ναυάγιο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, 83 χρόνια μετά τη βύθισή του. Πρόκειται για την τορπιλάκατο LS 6 του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, ένα σκάφος που μέχρι σήμερα θεωρούνταν χαμένο και το οποίο, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής ιστορικά στοιχεία, αποτελεί το μοναδικό διασωζόμενο Leichte Schnellboot παγκοσμίως. Διαβάστε λεπτομέρειες από αυτή τη μοναδική ανακάλυψη στο άρθρο που ακολουθεί.
Η Συντακτική Ομάδα
Κείμενο: Μαρίνος Γιούργας-Γιώργος Καρέλας
Έρευνα: Γιώργος Καρέλας
Φωτογραφίες: Βασίλης Σπυρόπουλος
Ο εντοπισμός της τορπιλακάτου LS 6 του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού (Kriegsmarine) στη θαλάσσια περιοχή της Πρέβεζας έχει ιδιαίτερη σημασία καθότι βρέθηκε σε εξαιρετική κατάσταση και είναι η μοναδική μικρή τορπιλάκατος του είδους της ( Leichte Schnellboot) που διασώζεται παγκοσμίως έστω και 96 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι το πλοίο βυθίστηκε ρυμουλκούμενο από την Κέρκυρα στον Πειραιά μετά τη μάχη για την κατάληψη της Κέρκυρας στις 29 Σεπτεμβρίου του 1943.
Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 24 Σεπτεμβρίου 1943, πλέοντας από Ηγουμενίτσα για την Κέρκυρα με το δεύτερο αποβατικό κύμα που συνόδευε, η τορπιλάκατος δέχθηκε επίθεση από έξι Ιταλικά καταδιωκτικά-βομβαρδιστικά Regianne 2002 (η πιο πιθανή εκδοχή) . Από τις κοντινές εκρήξεις ακινητοποιήθηκε, χάνοντας κάθε ανεξάρτητη πρόωση. Έχοντας υποστεί σοβαρές ζημιές αποφασίστηκε η ρυμούλκησή της προς τον Πειραιά για επισκευές, μια αποστολή που ανέλαβε το ναρκαλιευτικό R-194 με τη συνοδεία του αποβατικού F-331.
Κατά τη διάρκεια της ρυμούλκησης, οι εκτεταμένες ρωγμές που είχαν προκληθεί από τα θραύσματα των βομβών επιδεινώθηκαν λόγω της μηχανικής πίεσης της έλξης στο νερό. Το σκάφος άρχισε να μπάζει γρήγορα νερά και χάνοντας εντελώς την πλευστότητά του, βυθίστηκε σε βαθιά νερά έξω από την Πρέβεζα, στην περιοχή του Μύτικα.
Ο δεύτερος σημαντικός λόγος που διατηρήθηκε σε εξαιρετική κατάσταση είναι ότι σε αντίθεση με τις Ιταλικές και Βρετανικές τορπιλακάτους που ήταν φτιαγμένες από ξύλο αυτή είχε κατασκευαστεί από αλουμίνιο που διατηρείται πολύ καλύτερα στο βυθό. Η κατασκευή από αλουμίνιο είναι και το πρώτο από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του τύπου σκάφους που θα αναλυθούν διεξοδικά στη συνέχεια
Μοναδικότητα και καινοτομία
Η μοναδικότητα και η καινοτομία των Leichte Schnellboots βασιζόταν σε τέσσερις κύριους πυλώνες:
1. Επαναστατική Μέθοδος Εκτόξευσης Τορπιλών από την Πρύμνη
Σε αντίθεση με όλα τα κλασικά πολεμικά σκάφη που εκτόξευαν τορπίλες προς τα εμπρός ή από τα πλάγια, τα LS-boats είχαν τους τορπιλοσωλήνες τοποθετημένους στην πρύμνη (πίσω μέρος) και εκτόξευαν τις τορπίλες προς τα πίσω.
Λόγω του εξαιρετικά μικρού μήκους τους (μόλις 12,5 μέτρα), αν η τορπίλη έφευγε από μπροστά, το σκάφος θα έχανε ακαριαία την ισορροπία του (trim) και θα βυθιζόταν η πλώρη του στο νερό.
Η τορπίλη γλιστρούσε από την πρύμνη με το πίσω μέρος (torpedo-head ahead), την ώρα που το σκάφος έκανε ελιγμό απομάκρυνσης. Αυτό επέτρεπε στο LS-boat να επιτίθεται και να φεύγει ταυτόχρονα με μέγιστη ταχύτητα.
2. Πρωτοποριακή Κατασκευή από Ελαφρύ Αλουμίνιο
Ενώ οι περισσότερες τορπιλάκατοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (όπως οι βρετανικές Vosper , οι Ιταλικές MAS και οι αμερικανικές PT) κατασκευάζονταν από ξύλο, τα LS-boats κατασκευάστηκαν από τη Dornier (γνωστή αεροναυπηγική εταιρεία) με πλήρες κύτος από ελαφρύ κράμα αλουμινίου (duralumin).
Αυτό κράτησε το βάρος τους στα εντυπωσιακά χαμηλά επίπεδα των 11,5 – 13 τόνων, επιτρέποντας στους γερανούς των μητρικών πλοίων να τα ανεβοκατεβάζουν στο νερό μέσα σε λίγα λεπτά, ακόμη και με θαλασσοταραχή.
Οι μικρές γερμανικές τορπιλάκατοι Leichte Schnellboote (ή LS–Boats / LS–boot) επίσης θεωρούνταν μοναδικές και πρωτοποριακές για την εποχή τους επειδή δεν σχεδιάστηκαν για να δρουν αυτόνομα, αλλά ως τορπιλάκατοι νάνοι (midget torpedo boats) που μεταφέρονταν στο εσωτερικό μεγαλύτερων πλοίων.
Το Ανώτατο Ναυτικό Επιτελείο της Γερμανίας (Seekriegsleitung) είχε ζητήσει ήδη από το 1936 τη δημιουργία ενός σκάφους που θα μπορούσε να αποθηκευτεί σε μεγάλα πολεμικά πλοία , να ανελκυστεί και να καθελκυστεί εύκολα στην ανοιχτή θάλασσα, λειτουργώντας ως το κρυφό «δόρυ» των γερμανικών καταδρομικών και βοηθητικών πολεμικών . Όταν πλησίαζαν εχθρικά πλοία , ιδιαίτερα τη νύχτα τα μικρά αυτά σκάφη θα μπορούσαν να καθελκυστούν από τα πλοία που τα μετέφεραν και να πραγματοποιούν αστραπιαίες τορπιλικές επιθέσεις.
Η αεροπορική τεχνογνωσία: Η Kriegsmarine ανέθεσε το έργο στη Dornier επειδή η εταιρεία είχε τεράστια εμπειρία στην κατασκευή ελαφριών αλουμινένιων δομών για υδροπλάνα. Τα LS-Boote έπρεπε να είναι εξαιρετικά ελαφριά ώστε να μπορούν να ανυψωθούν με γερανούς στα καταστρώματα των γερμανικών καταδρομικών.
3. Συμπιεσμένη Ισχύς και Ταχύτητα
Παρά το μικροσκοπικό τους μέγεθος, εξοπλίζονταν με ειδικά αναπτυγμένους, ταχύστροφους ελαφρείς αεροπορικούς κινητήρες (αρχικά Junkers και αργότερα Daimler-Benz). Ανέπτυσσαν μέγιστη ταχύτητα 37 έως 40 κόμβων (περίπου 74 χλμ/ώρα), μια εξαιρετική επίδοση για ένα σκάφος που ουσιαστικά είχε το μέγεθος μιας σύγχρονης μεγάλης πολυτελούς βάρκας. Σε αντίθεση με τις άλλες τορπιλακάτους που αναφέρθηκαν έκαιγαν πετρέλαιο για να μην αναφλέγονται εύκολα αν δέχονταν πυρά.
Η επιλογή συγκεκριμένων δίχρονων κινητήρων ντίζελ με αντίθετα έμβολα, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν σε αεροσκάφη της Luftwaffe όπως το Junkers Ju 86 και τα υδροπλάνα Blohm & Voss BV 138 και Dornier Do 26, έγινε επειδή η κατασκευάστρια εταιρεία Junkers Motorenbau μετέφερε την αεροναυπηγική τεχνολογία στα μικρά σκάφη. Οι κινητήρες αυτοί ήταν ιδανικοί καθώς πρόσφεραν εξαιρετικά υψηλή ισχύ σε σχέση με το μικρό τους βάρος, στοιχείο απαραίτητο για ένα σκάφος με αλουμινένιο κύτος.
4. Φονικός Οπλισμός σε Μικρογραφία
Τα LS-boats κατάφεραν να στριμώξουν σε ελάχιστο χώρο βαρύ οπλισμό, ο οποίος περιλάμβανε:
- Δύο τορπίλες των 45 εκ. (ή εναλλακτικά νάρκες). Επειδή οι κινητήρες και το βάρος τους ήταν στο κέντρο/πίσω, δεν υπήρχε χώρος για κλασικούς τορπιλοσωλήνες στην πλώρη (μπροστά). Για να μην ανατραπεί το μικρό σκάφος (μόλις 12,5 μέτρα) από το βάρος κατά την εκτόξευση, οι τορπίλες ήταν τοποθετημένες σε ειδικούς σωλήνες δεξιά και αριστερά από τους κινητήρες και εκτοξεύονταν προς τα πίσω (stern-firing arrangement)
- Ένα αυτόματο πυροβόλο 20mm MG151 τοποθετημένο σε έναν ειδικό, αεροδυναμικό περιστρεφόμενο πυργίσκο (turning cupola) στο μπροστινό μέρος, προσφέροντας εξαιρετική ισχύ πυρός για το μέγεθός τους
Τα πολύ μικρά, ελαφριά ταχύπλοα σκάφη (όπως τα LS 5 έως LS 11 που έδρασαν στην Ελλάδα) κατασκευάστηκαν όπως αναφέρθηκε από την αεροναυπηγική εταιρεία Dornier (συγκεκριμένα στο ναυπηγείο της Dornier Werft στο Friedrichshafen της λίμνης Κωνσταντίας).
LS 5 & LS 6 – ακόμα πιο μοναδικά
Παρόλο που όπως αναφέρθηκε η συγκεκριμένη κλάση σχεδιάστηκε αρχικά για μικρά τορπιλοβόλα, με διαταγή της Ανώτατης Διοίκησης του Γερμανικού Ναυτικού (OKM), τα LS 5 και LS 6 εξοπλίστηκαν με αεροπορικούς πετρελαιοκινητήρες Junkers Jumo 205 και διαμορφώθηκαν ως ανθυποβρυχιακά σκάφη, διαθέτοντας φορείς βομβών βυθού.
Αυτό σήμαινε ότι αντί για δύο τορπιλοσωλήνες τα συγκεκριμένα δύο αυτά σκάφη διέθεταν πόρτα στην πρύμη που άνοιγε όταν γινόταν η ρίψη των βομβών βυθού.
Το LS 6 μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1943 μαζί με το LS5. (παρόμοιο αδελφό σκάφος)
Λόγω του πολύ μικρού τους μεγέθους (σκάφη μήκους περίπου 12,5 μέτρων), η μεταφορά τους έγινε εξ ολοκλήρου χερσαία (σιδηροδρομικώς ή οδικώς με ειδικές πλατφόρμες/ρυμουλκά) από τη Γερμανία μέχρι τα λιμάνια της Μεσογείου. Αυτό γινόταν επειδή τα γερμανικά πλοία δεν μπορούσαν να περάσουν ελεύθερα από το στενό του Γιβραλτάρ που ελεγχόταν από τους Συμμάχους.
Εντάχθηκαν στον 21ο Στολίσκο Ταχυπλόων (21. Schnellboot–Flottille), ο οποίος συγκροτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1943 με σκοπό να επιχειρεί στην περιοχή του Αιγαίου.
Λόγω του εξαιρετικά μικρού μεγέθους τους (περίπου 12,5 μέτρα), δεν μπορούσαν φέρουν τα ίδια βαριά συστήματα σόναρ.
Ένα ναρκαλιευτικό, (Räumboot) στην περίπτωσή μας το MR 7 θα αναλάμβανε τον ρόλο της «μητέρας-εντοπιστή». Το MR 7 (ως Räumboot) είχε τη σταθερότητα, τον χώρο και την ηλεκτρική ισχύ για να λειτουργήσει το σόναρ. Με τις δικές του συσκευές ακουστικού εντοπισμού (σόναρ/υδρόφωνα) θα έβρισκε τα συμμαχικά υποβρύχια και στη συνέχεια θα καθοδηγούσε τα LS 5 και LS 6 ώστε να εξαπολύσουν τις βόμβες Τα LS 5 και LS 6 λόγω της ταχύτητάς τους (άνω των 35-40 κόμβων) θα έφταναν γρήγορα πάνω από τον στόχο για να ρίξουν τις βόμβες βυθού.
Παρά το γεγονός ότι τα LS 5 και LS 6 μεταφέρθηκαν στην περιοχή της Μεσογείου και του Αιγαίου, το εγχείρημα αυτό δεν λειτούργησε ποτέ επιχειρησιακά. Η διοίκηση της Kriegsmarine αποφάσισε να αλλάξει τα σχέδια και να μεταφέρει το μητρικό σκάφος MR 7 στη Μαύρη Θάλασσα αφήνοντας τα δύο ελαφρά ταχύπλοα χωρίς το απαραίτητο σκάφος καθοδήγησης
Η μετακίνηση του MR 7 στη Μαύρη Θάλασσα αποφασίστηκε επειδή το γερμανικό ναυτικό εκεί αντιμετώπιζε τεράστια πίεση από τα σοβιετικά υποβρύχια, με αποτέλεσμα οι συσκευές εντοπισμού του MR 7 να κριθούν πιο απαραίτητες σε εκείνο το μέτωπο. Αυτή η ξαφνική μετακίνηση άφησε τα LS 5 και LS 6 «τυφλά» στο Αιγαίο, μετατρέποντάς τα τελικά σε απλά σκάφη μεταφοράς προσωπικού και συνδέσμους (V-Boote / Personnel transport-boats) μέχρι την καταστροφή τους.
Όπως αποδεικνύεται το σκάφος αυτό δεν ήταν μια απλή τορπιλάκατος αλλά μια πολεμική μηχανή γεμάτη καινοτομίες της εποχής της που τελικά κατέληξε να αναπαυθεί στον Ελληνικό βυθό προσθέτοντας ένα ακόμα υποβρύχιο κειμήλιο στους πλούσιους υποθαλάσσιους θησαυρούς της χώρας
83 χρόνια μετά…
Οι δύτες Μαρίνος Γιούργας και Βασίλης Σπυρόπουλος της AegeanTec με τη χρήση συσκευών κλειστού κυκλώματος καταδύθηκαν στο Ιόνιο και βρέθηκαν μπροστά στο μικρό αυτό σκάφος με σκοπό την εύρεση στοιχείων που θα βοηθούσαν στην ταυτοποίηση του και θα αναδείκνυαν αυτό το εύρημα.
Το ναυάγιο του LS6 βρίσκεται σε βάθος 96μ, σε όρθια θέση και με την πλώρη του να κοιτάει ΒΔ. Το υδροδυναμικό σκαρί έχει εμφανή σημάδια φθοράς αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχτηκε από τις βόμβες που έσκασαν δίπλα του το Σεπτέμβριο του 1943 και τραυμάτισαν το κύτος του. Η αλουμινένια κατασκευή έχει εναρμονιστεί με το υποβρύχιο περιβάλλον καθώς είναι πλήρως καλυμμένη από θαλάσσιους μικροοργανισμούς και αποτελεί πλέον ένα τεχνητό ύφαλο.
Τηρουμένων των αναλογιών η φιγούρα του LS6 παραμένει αναλλοίωτη στο χρόνο και αμέσως δίνει την εικόνα ενός σημαντικού ναυαγίου σε πολύ καλή κατάσταση. Ο κάβος ρυμούλκησης βρίσκεται στην θέση του στην πλώρη του σκάφους, οι μπουκαπόρτες είναι ανοιχτές και υπάρχει δυνατότητα οπτικής επαφής με σημεία του εσωτερικού χώρου και του μηχανοστασίου όπου διακρίνεται το χαρακτηριστικό σχήμα των κινητήρων JUMO 205. Στο πρυμνιό deck βρίσκεται ένα μικρό αλιευτικό δίχτυ που καλύπτει μικρό μέρος του σκάφους ενώ στον καθρέφτη του διακρίνεται η χαρακτηριστική θύρα απόθεσης βομβών βάθους που έφερε το εν λόγω σκάφος. Όλο το υπόλοιπο deck είναι καθαρό και οι δύτες μπορούν να το παρατηρήσουν και να καταγράψουν τα στοιχεία του.
Στο ύψος του μηχανοστασίου αριστερά και δεξιά και κοντά στην ίσαλο διακρίνονται ανοίγματα ακανόνιστου σχήματος, αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχτηκε και της καταπόνησης που προήλθε από τη ρυμούλκηση και από τα 83 χρόνια που βρίσκεται ξεχασμένο στο βυθό του Ιονίου.
Πέραν της ιστορικής σημασίας του το LS6 αποτελεί ένα εξαιρετικό καταδυτικό σημείο ικανό να προσελκύσει τεχνικούς δύτες από όλο τον κόσμο, όχι μόνο λόγω της σπουδαιότητας του αλλά και λόγω της εξαιρετικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται.























































