Γράφει ο Πασχάλης Παλαβούζης
Μεταξύ δύο πολέμων…
Μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913) η Βουλγαρία διεκδίκησε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διανομή εδαφών σε Θράκη και Μακεδονία, απορρίπτοντας διεκδικήσεις Ελλάδας και Σερβίας. Κλιμακώνοντας την ένταση ο βουλγαρικός Στρατός προχώρησε σε επιθέσεις εναντίον ελληνικών και σερβικών θέσεων στη Μακεδονία, οδηγώντας στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (1913). Σοβαρό εμπόδιο στην πραγμάτωση των βουλγαρικών επιδιώξεων στάθηκε ο Ελληνικός Στόλος, που κυριαρχούσε στο ΒΑ Αιγαίο. Προ του κινδύνου ελληνικής απόβασης οι Βούλγαροι προχώρησαν σε πόντιση θαλάσσιων ναρκοπεδίων στα ανοιχτά της Καβάλας, του Πόρτο Λάγους, του Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης), αλλά και στην είσοδο του κόλπου των Ελευθερών.
Πιο συγκεκριμένα, για τη ναρκοθέτηση του κόλπου της Καβάλας χρησιμοποιήθηκαν δύο τύποι ναρκών επαφής, αμφότεροι του γαλλικού οίκου Sautter-Harlé (Σωτέ–Αρλέ). Συνολικά ποντίστηκαν 20 σφαιροειδείς νάρκες σε πέντε διακριτά σημεία, περιμετρικά και επί των διαύλων ναυσιπλοΐας. Καθεμιά τους περιείχε εκρηκτική ύλη 80 κιλών νιτροκυτταρίνης, που πυροδοτούνταν από τις ταλαντώσεις ενός αδρανειακού εκκρεμούς.
Αντίστοιχα για τον αποκλεισμό του κόλπου των Ελευθερών ποντίστηκαν 9 νάρκες «βελτιωμένου τύπου» με γόμωση TNT και κεράτια στο περίβλημα κατασκευασμένα από μαλακό μέταλλο. Στην επαφή τους με τα ύφαλα του πλοίου τα κεράτια έσπαζαν και το εισερχόμενο θαλασσινό νερό αύξανε την υδροστατική πίεση εντός της νάρκης, ενεργοποιώντας το μηχανισμό πυροδότησης. Όλες ήταν εφοδιασμένες με αγκύριο, που τις κρατούσε βυθισμένες στα 2 με 3 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Ελλείψει δικών τους μέσων, οι Βούλγαροι χρησιμοποίησαν για την πόντιση των ναρκοπεδίων ξύλινα αλιευτικά σκάφη ελληνικής ιδιοκτησίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Έλληνες ναυτικοί απέκτησαν γνώση της ακριβούς τοποθεσίας των.
Απελευθέρωση της Καβάλας.
Τον Ιούνιο του 1913, το επιχειρησιακό σχέδιο του ναυάρχου Κουντουριώτη για την εξουδετέρωση της βουλγαρικής απειλής ήταν ευφυές και τολμηρό. Βασιζόταν στην εκτέλεση περισπαστικών κινήσεων από μονάδες του Στόλου υπό την κάλυψη του σκότους. Το σχέδιο εφαρμόστηκε πιστά, με απόλυτη επιτυχία και είχε σαν αποτέλεσμα την παραπλάνηση της βουλγαρικής φρουράς Καβάλας.
Η απομάκρυνση των Βουλγάρων έδωσε την ευκαιρία στους καβαλιώτες ναυτικούς να ενημερώσουν έγκαιρα και έγκυρα τον Έλληνα ναύαρχο για τα ποντισμένα ναρκοπέδια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, την 26η Ιουνίου (π.η.) το αντιτορπιλικό «Δόξα» με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Αντώνιο Κριεζή έπλευσε ασφαλώς από την πλευρά του Νέστου και προσορμίστηκε στην παραλία της Καβάλας.
Την επαύριον της απελευθέρωσης (26/6/1913), ξεκίνησε η προσπάθεια άρσης των ναρκοπεδίων. Συγκροτήθηκαν άμεσα αγήματα, που με τη βοήθεια ντόπιων ψαράδων εντόπισαν όλες τις ποντισμένες νάρκες. Ύστερα ανέλαβε δράση ένας εξαίρετος αξιωματικός του Ναυτικού, ο υποπλοίαρχος Κάρολος Βρυάκος, ύπαρχος του «Δόξα» και βαθύς γνώστης των ναυτικών τεχνολογιών της εποχής. Κερκυραίος στην καταγωγή, είχε επινοήσει μια ιδιοσυσκευή ρυμούλκησης των εντοπισμένων ναρκών μαζί με τα αγκύριά τους σε μικρότερα βάθη, ώστε να ανέρχονται στην επιφάνεια και να γίνεται ευκολότερος ο αφοπλισμός τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η νάρκη δεν καταστρεφόταν με πυρά, αλλά μπορούσε να επαναχρησιμοποιηθεί.
Ο Βρυάκος με τους άνδρες του εργαζόμενοι πυρετωδώς τον Ιούλιο του 1913 ήραν με απόλυτη επιτυχία τα ναρκοπέδια Καβάλας, Κόλπου Ελευθερών, Πόρτο Λάγους και Αλεξανδρούπολης. Ειδικότερα μέσα σε τέσσερις ημέρες ανελκύστηκαν με ασφάλεια οι 18 από τις 20 ποντισμένες νάρκες του ναρκοπεδίου της Καβάλας, ενώ μία επιπλέον ημέρα απαιτήθηκε για την ανέλκυση των εννέα ναρκών «βελτιωμένου τύπου», που έφραζαν την είσοδο του κόλπου των Ελευθερών.
Στην αναφορά του με ημερομηνία 4 Ιουλίου 1913 (π.η.) ο βρετανός πλοίαρχος Hubert Searle Cardale, που ακολουθούσε το Στόλο Αιγαίου στις επιχειρήσεις του, σημείωνε πως δύο από τις νάρκες του ναρκοπεδίου Καβάλας είχαν αποκοπεί από τα αγκύριά τους και είχαν βυθισθεί. Επεσήμαινε δε το εξαιρετικό έργο που είχε προσφέρει ο Υποπλοίαρχος Κάρολος Βρυάκος στην άρση των ναρκοπεδίων, παρά το ότι δεν ήταν γνωστός εκ των προτέρων ο τύπος των βουλγαρικών ναρκών.
Μέχρι τα τέλη Ιουλίου είχαν εκκαθαριστεί και τα ναρκοπέδια Πόρτο Λάγους και Αλεξανδρούπολης. Μετά τον αφοπλισμό και την ανέλκυσή τους, 44 συνολικά νάρκες φορτώθηκαν στη ναρκοθέτιδα «Άρης» για μελλοντική χρήση.
Να σημειωθεί πως οι 8 νάρκες του Πόρτο Λάγους και οι πέντε από τις 9 του κόλπου Ελευθερών δε διέθεταν αυτόματο διακόπτη αφοπλισμού με την άνοδό τους στην επιφάνεια της θάλασσας, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με το Άρθρο 1, παράγραφος 2, της Συνθήκης της Χάγης του 1907. Παρά την επικινδυνότητα του εγχειρήματος ο Βρυάκος αποκοχλίωσε με επιτυχία τα κεράτια και αυτών των ναρκών και έκοψε τα καλώδια του εσωτερικού κυκλώματος πυροδότησης, αφοπλίζοντάς τες. Οι θάλασσες του ΒΑ Αιγαίου ήταν πλέον ασφαλείς!
Επανάληψη της ιστορίας….
Οι Βούλγαροι, ακολούθησαν την ίδια τακτική και κατά τις επόμενες δύο κατοχικές περιόδους στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη, όταν πόντισαν ναρκοπέδια στις θάλασσες της Καβάλας, της Θάσου, του κόλπου Ορφανού, του Πόρτο Λάγους και της Αλεξανδρούπολης με τη βοήθεια του γερμανικού Ναυτικού. Απαιτήθηκαν πολυετείς, κοπιώδεις προσπάθειες από τα πληρώματα των ελληνικών (κυρίως) ναρκαλιευτικών ώστε να αρθούν και αυτά τα ναρκοπέδια και να αποδοθούν οι θάλασσές μας «ελεύθερες» προς χρήση και εκμετάλλευση. Η Καβάλα και η περιοχή της οφείλει τιμές στους άνδρες του Πολεμικού μας Ναυτικού, αφού σε αυτούς χρωστά την ελευθερία της.
Σημείωση: Όλες οι ημερολογιακές αναφορές ακολουθούν το «παλαιό», Ιουλιανό ημερολόγιο. Οι φωτογραφίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης βρίσκονται στην συλλογή του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδας.























































