Σταγόνος τύχης δέομαι, ου γαρ φρενών άρχομαι.
To άρθρο που ακολουθεί αποτελεί συντετμημένη έκδοση μελέτης που συντάχθηκε τον Ιούλιο του 2010. Μπορείτε να διαβάσετε το πλήρες κείμενο της μελέτης εδώ
-Η Συντακτική Ομάδα-
Εισαγωγή
Το γεγονός ότι ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης θεωρείται από το σύνολο σχεδόν του Ελληνισμού ως ένας από τους σημαντικότερους ναυτικούς ηγέτες στη νεώτερη Ελληνική ιστορία αποτέλεσε για τον γράφοντα το βασικό κίνητρο προκειμένου να ασχοληθεί με τo βίο και το έργο του. Είναι δε τόσο μεγάλη, η επιρροή που άσκησε στους μεταγενέστερους Αξιωματικούς του Ελληνικού Π.Ν ώστε να δημιουργηθεί η παράδοση μετά το θάνατο του (1935) σύμφωνα με την οποία κάθε Ελληνικό πολεμικό πλοίο που παραπλέει την πόλη της Ύδρας να απονέμει τιμητικό χαιρετισμό με σήμανση «Γενικής ακινησίας» προς τον πέτρινο σταυρό του λιτού τάφου του Ναυάρχου που ευρίσκεται κάτω από το αρχοντικό του στην Ύδρα, σε εμφανή από τη θάλασσα θέση.
Κατά τον στρατιωτικό του βίο ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης συνέδεσε το όνομα του κυρίως με τους Βαλκανικούς πολέμους και πιο συγκεκριμένα με τις Ναυμαχίες Έλλης/Λήμνου μέσω των οποίων «έκλεισε» τον Οθωμανικό στόλο εντός των στενών του Ελλησπόντου και κατέστησε το Αιγαίο Ελληνική θάλασσα απελευθερώνοντας όλα τα μέχρι τότε υπό Οθωμανική κατοχή νησιά του Αρχιπελάγους.
Στον πολιτικό του βίο ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης συνέδεσε το όνομα του κυρίως με το κίνημα της Εθνικής Άμυνας (1916) και την εγκαθίδρυση της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924) όπου ανακηρύχτηκε και πρώτος Πρόεδρος αυτής. Διετέλεσε ακόμη δύο φορές Αντιβασιλέας (1920 και 1923-1924) και εξελέγη Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ξανά το 1929.
Βέβαια αυτά αποτελούν μερικά μόνο από τα έργα του ανδρός, και παρακάτω θα επεκταθούμε παραθέτοντας πληρέστερα το έργο του, πλην όμως από αυτή την κατ’ανάγκη περιληπτική αναφορά δύναται ο κάθε αναγνώστης να αντιληφθεί το μέγεθος της συνεισφοράς του Ναύαρχου Π. Κουντουριώτη στην νεώτερη Ελληνική ιστορία και μάλιστα σε ταραγμένες, από κάθε σχεδόν άποψη (πολιτική-οικονομική-κοινωνική ), εποχές όπου τα έντονα πάθη κυριαρχούσαν. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι δυο απόπειρες δολοφονίας έλαβαν χώρα κατά του Ναυάρχου Π. Κουντουριώτη (1921 και 1926) και μάλιστα σε περιόδους κατά τις οποίες ο Ναύαρχος έχαιρε γενικής εκτιμήσεως και αναγνωρίσεως για την πολεμική του, τουλάχιστον δράση.
Κεφάλαιο ΄΄Α΄΄ Βιογραφικά στοιχεία Π. Κουντουριώτη
Α. Καταγωγή του Π. Κουντουριώτη.
Ο Π. Κουντουριώτης γεννήθηκε στις 9 Απριλίου του 1855 στην Ύδρα. Καταγόταν από περήφανη οικογένεια προκρίτων η οποία κατά παράδοση και έθιμο εμπλεκόταν στη διοίκηση της κοινότητας του νησιού. Ο παππούς του Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858) και ο αδερφός του παππού του Λάζαρος Κουντουριώτης (1769-1852) υπήρξαν εκ των πλουσιοτέρων Υδραίων κατά την επανάσταση του 1821 και διέθεσαν τα τρία τέταρτα της περιούσιας τους υπέρ του αγώνα της Ανεξαρτησίας. Επί Βασιλείας του Όθωνος ο Λάζαρος Κουντουριώτης διετέλεσε γερουσιαστής και ετιμάτο από όλες τις πολιτικές μερίδες. Όταν απεβίωσε το 1852 η Ελληνική Κυβέρνηση προκήρυξε πενθήμερο πένθος.
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης υπήρξε πλήρως αλληλέγγυος του αδερφού του τον οποίο υποστήριξε σε όλες του τις αποφάσεις. Κατέλαβε πολλά αξιώματα στη ζωή του όπως πρόεδρος του Εκτελεστικού κατά την Επανάσταση του 1821 και μέχρι της πτώσεως του Μεσολογγίου. Επί Καποδίστρια έγινε μέλος του Πανελληνίου αλλά παραιτήθηκε για αντιπολιτευτικούς προς τον Κυβερνήτη λόγους. Επί Όθωνος διετέλεσε γερουσιαστής, πρόεδρος του Υπουργικού συμβουλίου, σύμβουλος της Επικρατείας και Υπουργός των Ναυτικών. Κατά τον θάνατο του (1858) ήταν πρόεδρος της Γερουσίας.
Και άλλα μέλη της οικογενείας Κουντουριώτη κατέλαβαν δημόσια αξιώματα όπως ο Ανδρέας Κουντουριώτης(1820-1895) θείος του Ναυάρχου που διετέλεσε πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη (1855), Υπουργός Εξωτερικών (1859), Εσωτερικών (1860) και μέγας Αυλάρχης (1888), θέση που δημιουργήθηκε ειδικά για αυτόν. Ο πατέρας του Ναυάρχου, Θεόδωρος Κουντουριώτης υπήρξε επιτυχημένος μεγαλέμπορος-εφοπλιστής και προξενικός αντιπρόσωπος της Ελλάδος στη Μάλτα.
Αυτή η σύντομη σύνοψη της καταγωγής του Ναυάρχου Π. Κουντουριώτη κατέστη αναγκαία προκειμένου να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα το χαρακτήρα του Ναυάρχου και να αντιληφθούμε την νοοτροπία του, η οποία διαμορφώθηκε εν πολλοίς από την καταγωγή του και τα βιώματα των παιδικών του χρόνων στην Ύδρα μέσα σε ένα αρχοντικό γεμάτο αναμνήσεις εθνικών αγώνων.
Β. Χρονικό Π. Κουντουριώτη έως τους Βαλκανικούς πολέμους.
Ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Ύδρα. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του σε Πόρο και Αθήνα και κατετάγη ως δόκιμος στο Πολεμικό Ναυτικό το 1874. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί ότι η επιλογή της καριέρας του Αξιωματικού του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού ήταν μια συνειδητή απόφαση του 19χρονου τότε Π. Κουντουριώτη. Με αυτήν του την απόφαση απέρριψε την δυνατότητα που είχε να ζήσει μια άνετη και προσοδοφόρα ζωή συνεχίζοντας τις εμπορικές δραστηριότητες του πατέρα του και αντί αυτών επέλεξε την επικίνδυνη, δύσκολη και με περιορισμένες απολαβές ζωή του Έλληνα Αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού. Είναι προφανές ότι στην απόφαση αυτή δεν μπορεί παρά να τον ώθησε η αγάπη του προς την πατρίδα και την θάλασσα καθώς και το όραμά του να συνεισφέρει στο ελληνικό έθνος.
Το 1874 όταν ο Κουντουριώτης κατετάγη ως Δόκιμος ΄Β τάξεως δεν υπήρχε ακόμη η σχολή Ναυτικών Δοκίμων όπως την εννοούμε σήμερα οπότε η εκπαίδευση που έλαβε ήταν κυρίως πρακτική. Σημαντική όμως συνεισφορά στην εκπαίδευση του δοκίμου Κουντουριώτη έπαιξε ο σοφός Λ. Παλάσκας κυβερνήτης και υπεύθυνος εκπαιδεύσεως του επί του «Βασίλισσα Όλγα». Μόνο το 1884, επί πρωθυπουργίας Χ. Τρικούπη, συστάθηκε η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων τετραετούς φοίτησης, υπό τη διοίκηση του Πλωτάρχη Η. Κανελλόπουλου, και ξεκίνησε μια πιο δομημένη, μεθοδική, στηριζόμενη σε εξετάσεις προσπάθεια παραγωγής επιστημονικά καταρτισμένων και συγκροτημένων Αξιωματικών για το Ναυτικό. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι οι Αξιωματικοί που αποφοίτησαν μετά το 1888 (τάξη εισόδου 1884) να θεωρούν γενικά τους εαυτούς τους καταλληλότερους και καλύτερους από τους αρχαιοτέρους τους ‘‘εμπειρικούς’’, όπως τους ονόμαζαν, Αξιωματικούς.
Το 1912 ο Πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος εντάσσει την Ελλάδα στη Βαλκανική συμμαχία και συγκαλεί ναυτικό συμβούλιο όπου παρίσταται η τότε ηγεσία του Ναυτικού. Στο εν λόγω συμβούλιο ο Πρωθυπουργός ζήτησε την γνώμη των παρισταμένων για τις πιθανότητες επιτυχίας του Ναυτικού πολέμου κατά της Τουρκίας. Όλοι, πλην του Κουντουριώτη που σιωπούσε, θεωρούσαν ότι η επιτυχία είναι αμφίβολη λόγω της μεγαλύτερης ναυτικής ισχύος που μπορούσε να προβάλει η Τουρκία. Η ισχύς της αυτή αποτυπωνόταν τόσο σε αριθμό πλοίων όσο και σε αριθμό πυροβόλων, διαμετρήματος αυτών και πάχους θωράκισης πλοίων. Αντίθετα η αδυναμία της Ελλάδος αποτυπωνόταν στα λίγα πλοία που διέθετε και σε άλλα χαρακτηριστικά στοιχεία της περιόδου εκείνης (για παράδειγμα ο « Αβέρωφ » στερείτο πλήρους φόρτου πυρομαχικών με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκτελέσει γυμνάσια πυρών). Ο Πρωθυπουργός ακούγοντας αυτές τις απόψεις ζήτησε τέλος και από τον Κουντουριώτη να εκφράσει την γνώμη του, η οποία ήταν:
«Θα νικήσουμε κύριε Πρωθυπουργέ! Διότι δεν κερδίζονται οι μάχες μόνο με τα σίδερα και τα μπαρούτια, κρίνονται και με την ψυχή. Την ψυχή που έχουμε από τους προγόνους μας, τους ήρωες του 1821. Που νίκησαν πολύ πιο μεγάλους στόλους Τουρκιάς και Αιγύπτου».
Γ. Η δράση του Αρχηγού κατά τους Βαλκανικούς πολέμους.
Την 5/10/1912 κηρύσσεται ο πόλεμος και ο Πλοίαρχος Π. Κουντουριώτης προάγεται σε Υποναύαρχο, αναλαμβάνοντας την αρχηγία του στόλου του Αιγαίου με έδρα το Θ/Κ «Γ. Αβέρωφ» στο οποίο ήταν μέχρι τότε Κυβερνήτης. Ο Στόλος είναι συγκεντρωμένος στο Φάληρο και σε μια σεμνή τελετή δίδονται διαδοχικά οι ευχές του Υπουργού , του Πρωθυπουργού και του Βασιλέα προς τον Αρχηγό και τα πληρώματα.
Ό στόλος αποπλέει και κατευθύνεται στη Λήμνο όπου σκοπό έχει να καταλάβει και να χρησιμοποιήσει ως ορμητήριο και προκεχωρημένη βάση. Από την 6/10/1912 ξεκινάνε οι περιπολίες των Αντιτορπιλικών μπροστά από το στενό των Δαρδανελλίων προκειμένου να επιβάλλουν αποκλεισμό στην Τουρκία αλλά και να ελέγχουν για τυχόν έξοδο του Τουρκικού στόλου. Η κατάληψη της Λήμνου ολοκληρώνεται την 9/10/1912 και αποτελεί την ιδανική βάση προκειμένου ο Ελληνικός στόλος να φέρει σε πέρας την αποστολή του.
Δ. Η Ναυμαχία της Έλλης.
Την 3/12 ο Ελληνικός στόλος ήταν ήδη εν πλω, καθόσον ο Κουντουριώτης πίστευε ότι η πρόσφατη δραστηριότητα Τουρκικών ελαφρών σκαφών στην είσοδο των Δαρδανελλίων θα ακολουθείτο από έξοδο ολοκλήρου του Τουρκικού στόλου και ως εκ τούτου είχε όλα τα πλοία σε περιπολία στην ευρύτερη περιοχή. Όντος την 08.20πμ εντοπίζεται ο Τουρκικός στόλος εξερχόμενος από τα στενά. Η πείσμων περιπολία του Ναυάρχου δικαιώνεται, την 08.55πμ καλεί τα Αντιτορπιλικά να συνταχθούν μαζί με τη θωρηκτή μοίρα, στην οποία πρωτόπλους είναι ο «Αβέρωφ» που εκπέμπει το ακόλουθο ιστορικό σήμα προς τα υπόλοιπα πλοία της δύναμης του
«Με την βοήθειαν του Θεού και τας ευχάς του Βασιλέως μας, πλέω μεθ’ορμής ακαθέκτου και με πεποίθησιν προς την νίκην εναντίον του εχθρού του γένους. Κουντουριώτης».
Πρόκειται για ένα εμπνευσμένο σήμα που θυμίζει διατύπωση σηματολογίου του 1821. Η ανάγνωση του προκαλεί φρενίτιδα ενθουσιασμού.
Την 09.00 πμ οι δύο στόλοι κινούνται προς Βορά με παράλληλες συγκλίνουσες πορείες σε γραμμή παραγωγής τα θωρηκτά, σε απόσταση περίπου 17000 μέτρων μεταξύ τους. Την 09.22πμ ξεκινάει το πυρ από την Τουρκική ναυαρχίδα σε μια απόσταση περίπου 12.000 μέτρων. Ο Ελληνικός στόλος απαντάει την 09.23 και μολονότι ο ήλιος τυφλώνει τους Έλληνες πυροβολητές εν τούτοις το πυρ των Ελληνικών πλοίων φαίνεται ευστοχότερο του Τουρκικού. Όταν η απόσταση φτάνει στα 9.500 μέτρα περί ώρας 09.35πμ ο Κουντουριώτης υψώνει το διεθνές σήμα Ζ που σημαίνει ότι καθιστά την κίνησή του ανεξάρτητη και αυξάνει ταχύτητα με πορεία προς τον εχθρό κατάλληλη ώστε να επιτύχει τη διασταύρωση τύπου «Τ» που πρωτοχρησιμοποιήθηκε από το Νέλσωνα, με τον εχθρικό στόλο. Ο ίδιος ο Κουντουριώτης αργότερα θα διηγηθεί στον Υπασπιστή του Ναύαρχο Φωκά ότι
«Είδα εκείνη την ώρα σαν όραμα επάνω στους δύο κάβους των στενών τον πάππο μου και τον Μιαούλη να μου κάμουν νόημα και να με καλούν»
Όλα τα Τουρκικά πλοία εκείνη τη ώρα βάλλουν κατά του «Αβέρωφ» εν τούτοις αυτός προχωρεί με ταχύτητα 20 κόμβων μέσα σε καπνούς και πίδακες νερού, η ψυχή του Ναυάρχου έχει ενσωματωθεί στο πλοίο και το οδηγεί προς την δόξα. Με την συγκλίνουσα πορεία ο «Αβέρωφ» φτάνει στα 4.600 μέτρα περί τις 09.55πμ και ο εχθρός καμπτόμενος κυρίως ηθικά, αλλά έχοντας δεχθεί και χτυπήματα στρέφει δεξιά και φεύγει προς τα στενά.
Εκείνη την ώρα ο «Αβέρωφ» στρέφει και αυτός δεξιά και καταδιώκει τον υποχωρούντα Τουρκικό στόλο. Τα 3 παλαιά Ελληνικά θωρηκτά εφόσον ο Κουντουριώτης είχε υψώσει το Ζ στο χρονικό εκείνο σημείο (09.55πμ) στρέφουν αριστερά με αποτέλεσμα να ανοίξει η απόσταση μεταξύ αυτών και του υποχωρούντος Τουρκικού στόλου. Ο «Αβέρωφ» μόνος του ουσιαστικά συνεχίζει την καταδίωξη και φτάνει μέχρι αποστάσεως 2.850 μέτρων από τα Τουρκικά πλοία παρότι παρουσιάζεται επανειλημμένα αφλογιστία στα πυροβόλα του και μειώνεται δραστικά η ταχυβολία του και παρότι τώρα βάλλεται και από τα πυροβολεία της ξηράς.
Περί τις 10.25πμ ο Κουντουριώτης αποφασίζει να σταματήσει την καταδίωξη, η ναυμαχία διακόπτεται και τα Τουρκικά πλοία εισέρχονται στα Δαρδανέλια. Οι απώλειες από Ελληνικής πλευράς είναι ασήμαντες (ένας νεκρός και τρεις τραυματίες εκ των οποίων ο ένας θα αποβιώσει εξαιτίας των τραυμάτων του). Οι Τουρκικές απώλειες θεωρούνται πολύ μεγαλύτερες αλλά όχι καθοριστικές.
Ε. Η Ναυμαχία της Λήμνου.
Την 1/1/1913 το Τουρκικό καταδρομικό «Χαμηδιέ» κατορθώνει να διαφύγει από την επίβλεψη των Ελληνικών Αντιτορπιλικών που περιπολούσαν στα στενά και την 02/01 φτάνει στην Σύρο που βρισκόταν το επίτακτο εξοπλισμένο εμπορικό «Μακεδονία» εκτελώντας επισκευές. Το «Χαμηδιέ» διατάσει την παράδοση του πλοίου αλλά ο Κυβερνήτης του (Πχης Λ. Τσουκαλάς) προτιμά να το αυτοβυθίσει. Το «Χαμηδιέ» βομβαρδίζει το αυτοβυθιζόμενο πλοίο και κάποια από τα βλήματα πέφτουν και στην πόλη της Σύρου. Ο αιφνιδιασμός του «Χαμηδιέ» ταράσσει το Υπουργείο Ναυτικών που συστήνει δια τηλεγραφήματος στον Κουντουριώτη να μετακινήσει όλο τον στόλο προς καταδίωξη του Τουρκικού καταδρομικού «προπορευομένου ολοταχώς του Αβέρωφ» όπως χαρακτηριστικά έγραφαν από το Υπουργείο. Ο Κουντουριώτης όμως βρίσκει την νηφαλιότητα να καταστείλει την ορμητική του ιδιοσυγκρασία και να αντιληφθεί ότι πρόκειται περί παγίδας που στήνει ο Τουρκικός στόλος προκειμένου να παρασύρει τον «Αβέρωφ» μακράν της Λήμνου και έτσι να βρουν οι Τούρκοι την ευκαιρία να την ανακαταλάβουν και να καταστρέψουν όποιο κομμάτι του στόλου θα είχε ενδεχομένως μείνει πίσω για την φύλαξή της. Οι σκέψεις αυτές τον οδηγούν στο συμπέρασμα να παραμείνει στη θέση του και να αναμένει.
Όντως την 5/1/1913 ο Τουρκικός στόλος εξέρχεται από τα στενά, ο Ελληνικός στόλος βγαίνει και αυτός από τον όρμο του Μούδρου την 10.30 πμ. Οι αντίπαλοι στόλοι την 11.30 πμ βρίσκονται σε απόσταση 8.800 μέτρα μεταξύ τους, πλέοντες προς Νότο σε γραμμή παραγωγής τα θωρηκτά με συγκλίνουσες πορείες. Την 11.34 πμ ξεκινάει το εχθρικό πυρ και μετά ένα λεπτό απαντούν τα Ελληνικά πλοία. Πάλι τα Τουρκικά πυρά αποδεικνύονται άστοχα εν αντιθέσει με τα Ελληνικά. Στις 11.50 πμ η απόσταση έχει ελαττωθεί στα 6.700 μέτρα και ο Τουρκικός στόλος αρχίζει να δείχνει σημάδια κάμψης. Την 11.56πμ ολόκληρος ο Τουρκικός στόλος έχει τραπεί σε φυγή στρέφοντας αριστερά και άτακτα προσπαθώντας με βορειοανατολική πορεία να επιστρέψει στα στενά. Ο Ελληνικός στόλος στρέφει και αυτός, με κάποια καθυστέρηση, προς καταδίωξη και περί ώρας 12.15πμ ο «Αβέρωφ» αυξάνει ταχύτητα και κινείται μόνος προς καταδίωξη των Τουρκικών πλοίων. Τα παλαιά θωρηκτά δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν λόγω μικρής ταχύτητος αλλά και εξαιτίας των όχι καταλλήλων πορειών σύγκλησης που έλαβε ο Μοίραρχός τους.
Η φάση της καταδίωξης του «Αβέρωφ» έληξε την 14.34μμ οπότε έπαυσε το πυρ και ο Τουρκικός στόλος κατέφυγε στα Στενά. Σε αυτήν την φάση οι αποστάσεις του «Αβέρωφ» από τον υποχωρούντα στόλο ποικίλλαν από 7.000 έως 9.900 μέτρα. Η πορεία του «Αβέρωφ» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μαιανδρική προκειμένου να μπορούν να βάλουν τα πυροβόλα και των δύο πλευρών του. Από μακρά θεώμενη η φάση της καταδιώξεως ομοίαζε με τσοπάνη («Αβέρωφ») που καθοδηγεί τα πρόβατα (Τουρκικά πλοία) προς το μαντρί (Στενά Δαρδανελλίων). Οι απώλειες από Ελληνικής πλευράς είναι εκ νέου ασήμαντες (ένας τραυματίας). Οι Τουρκικές απώλειες όμως τώρα θεωρούνται πολύ μεγαλύτερες και οι βλάβες που έχουν προξενηθεί θεωρούνται ουσιαστικά μη επισκευάσιμες, ως το τέλος του πολέμου.
Η ναυμαχία της 5/01/1913, που ονομάστηκε Ναυμαχία της Λήμνου, διήρκησε τρείς ώρες και σε αυτήν εξασφαλίστηκε ο έλεγχος του Αιγαίου. Η Τουρκική Κυβέρνηση πείστηκε ότι δε μπορεί να αναμένει τίποτε περισσότερο από τον στόλο της (αν δεν ενισχυόταν με άλλα πλοία) και δεν αποτόλμησε άλλη ενέργεια στο Αιγαίο, το οποίο έγινε ‘‘Ελληνική λίμνη’’.
Ζ. Πολιτική και στρατιωτική δράση του Π. Κουντουριώτη μετά τους Βαλκανικούς πολέμους.
Ο Υπουργός Κουντουριώτης θα παραιτηθεί τον Ιούνιο του 1916 από Υπουργός των Ναυτικών παρά τις καλές σχέσεις του με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους θα προσχωρήσει στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας και θα μεταβεί στη Θεσσαλονίκη όπου θα αποτελέσει το ένα από τα μέλη της Τριανδρίας της επαναστατικής Κυβερνήσεως μαζί με το στρατηγό Δαγκλή και τον Βενιζέλο.
Τον Ιούνιο του 1917 μετά την έξωση του Βασιλιά Κωνσταντίνου, η Ελλάδα επανενώνεται και ο Κουντουριώτης επιστρέφει στην Αθήνα όπου παραλαμβάνει πάλι το Υπουργείο των Ναυτικών όπου εργάζεται δραστήρια προκειμένου να ανασυγκροτηθεί ο Ελληνικός στόλος από τα δεινά που είχε υποστεί από τους Αγγλογάλους που τον είχαν καταλάβει όπως και το Ναύσταθμο.
Στο τέλος του 1919 παραιτείται από το Υπουργείο και λαμβάνει το βαθμό του Ναυάρχου τιμής ένεκεν. Ο Ναύαρχος θα ιδιωτεύσει μέχρι τον αιφνίδιο θάνατο του Βασιλιά Αλέξανδρου (12-10-1920) οπότε θα κληθεί από τη Βουλή των Ελλήνων να αναλάβει τα καθήκοντα του Αντιβασιλέα μέχρι της διεξαγωγής των εκλογών που είχε ήδη προκηρύξει ο Ε. Βενιζέλος.
Την 1-11-1920 μετά την ολοκλήρωση των εκλογών το Βενιζελικό κόμμα έχει υποστεί εκλογική ήττα και η κατάσταση στην Αθήνα είναι εξαιρετικά φορτισμένη αφού οι αντιβενιζελικοί που είχαν συνασπιστεί σε ένα κόμμα με την επωνυμία «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις», θεωρούν πως ήρθε επιτέλους η ώρα για να πάρουν εκδίκηση από τους βενιζελικούς. Ο ίδιος ο Βενιζέλος βιάζεται να φύγει στο εξωτερικό και η Κυβέρνηση του έχει εν πολλοίς καταρρεύσει και εγκαταλείψει τα Υπουργεία. Ο Αντιβασιλέας Κουντουριώτης όμως έχοντας πλήρη συναίσθηση του θεσμικού του ρόλου θα καλέσει τον πλέον σεβάσμιο από τις πολιτικές προσωπικότητες της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως» που έχει κερδίσει τις εκλογές, τον Δ. Ράλλη, έχοντας κατά νου ότι λόγω της μακράς πείρας του και των μετριοπαθών σκέψεων του θα γινόταν πιο αποδεκτός από τους Συμμάχους (Αντάντ) από ότι οι υπόλοιπες ηγετικές φυσιογνωμίες της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως».
Θα αγνοήσει ένα εξοργισμένο πλήθος που έχει συγκεντρωθεί έξω από το σπίτι του με κακές διαθέσεις εναντίον του και θα μεταβεί στα ανάκτορα προκειμένου να ορκίσει την καινούργια Κυβέρνηση. Οι νέοι Υπουργοί καίτοι έχουν αποφασίσει να τον προσβάλουν αρνούμενοι να εγερθούν ενώπιον του, μόλις τον βλέπουν καταλαμβάνονται από δέος και εγείρονται ως προβλέπεται από το πρωτόκολλο. Αφού εκτελέσει τα καθήκοντα του ο Αντιβασιλέας Κουντουριώτης και έχει εξασφαλίσει την ύπαρξη Κυβερνήσεως στην Ελλάδα, παραιτείται την ίδια μέρα υπέρ της Βασιλίσσης Όλγας, χήρας του Γεωργίου του Α’ που αναλαμβάνει το αξίωμα της Αντιβασιλείας, και ιδιωτεύει στην οικία του στην Αθήνα. Με την συμπεριφορά του αυτή θα δώσει ένα μάθημα σεβασμού των θεσμών και της αξίας της συνέχειας του Κράτους ανεξάρτητα από την εναλλαγή των προσώπων και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η εν λόγω αλλαγή λαμβάνει χώρα.
Τον Ιανουάριο του 1921 ενώ ο Κουντουριώτης όντας Πρόεδρος φιλανθρωπικού σωματείου μοιράζει ο ίδιος οικονομικά βοηθήματα σε τραυματίες πολέμου (βετεράνους) σε ένα μικρό γραφείο στη γειτονιά της Πλάκας, δύο κακοποιά στοιχεία εισέρχονται εντός του γραφείου και πυροβολούν τον Ναύαρχο ο οποίος εκ τύχης γλύτωσε το θάνατο.
Το Δεκέμβριο του 1923 μετά το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας και την επακόλουθη καταστροφή (Αύγουστος 1922) και μετά την έξωση του Βασιλέως Γεωργίου, ο Ναύαρχος Κουντουριώτης καλείται εκ νέου να αναλάβει το καθήκον του Αντιβασιλέα. Όταν το Μάρτιο του 1924 με μοχλό τον Α. Παπαναστασίου ανακηρύχτηκε η Δημοκρατία στην Ελλάδα ανατέθηκε από την εθνοσυνέλευση στον Κουντουριώτη να κρατήσει προσωρινά το Ύπατο αξίωμα αυτής, δηλαδή την Προεδρία. Ο Κουντουριώτης ουσιαστικά από Αντιβασιλέας μετονομάστηκε σε προσωρινός Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Κατά την περίοδο αυτή υπήρξε παράδειγμα σεμνότητας αφού συνέχισε να ζει στο σπίτι του στη Πλάκα και στο Προεδρικό μέγαρο μετέβαινε μόνο για εργασία χωρίς καμιά συνοδεία. Τον Ιούνιο του 1925 ο Θ. Πάγκαλος ανατρέπει την Κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου και τον Ιανουάριο του 1926 καταλύει και την Βουλή εγκαθιδρύοντας δικτατορία. Ο Κουντουριώτης σε ένδειξη διαμαρτυρίας παραιτείται από το αξίωμα του και φεύγει πικραμένος για την Ύδρα.
Τον Αύγουστο του 1926 ο Πάγκαλος ανατρέπεται από τον Κονδύλη ο οποίος επαναφέρει τον Κουντουριώτη ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Τότε γίνεται και η δεύτερη απόπειρα δολοφονίας του έξω από το δημαρχείο της Αθήνας. Πάλι τα κίνητρα είναι πολιτικά. Τέλος το Μάιο του 1929 εκλέγεται από την Ελληνική Βουλή και Γερουσία τακτικός Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, θέση από την οποία παραιτείται για λόγους υγείας το Δεκέμβριο του ίδιου έτους.
Το υπόλοιπο της ζωής του το έζησε ως ιδιώτης μεταξύ Φαλήρου, που είχε εν τω μεταξύ μετακομίσει, και Ύδρας περνώντας χρόνο με τα εγγόνια του. Στις 22 Αυγούστου του 1935 πέθανε και ακόμα και με το θάνατο του έδωσε μάθημα σεμνότητας προς το έθνος. Συγκεκριμένα ζήτησε επίμονα και με ρητό τρόπο να αποφευχθεί κάθε ματαιόδοξη πομπή κατά την εκκλησιαστική τελετή και ταφή του που ήθελε να γίνει στον οικογενειακό του τάφο στην Ύδρα. Απαίτησε η τελετή να γίνει στο μικρό ναΐσκο της οικογένειας του και να τελεστεί από ένα μόνο ιερέα σεμνοπρεπώς και ταπεινοφρόνως.























































