Γράφει ο Δημήτρης Τσιγγάρης
Σχετικά πρόσφατα και συγκεκριμένα στο τέλος του προηγούμενου έτους και τις αρχές του 2026, το Πολεμικό Μουσείο των Αθηνών διοργάνωσε μια εξαιρετικού ενδιαφέροντος έκθεση παλαιών χαρτών υπό την επιμέλεια της αξιότιμης δόκτορος Στέλλας Χρυσοχόου, μέλους του Δ.Σ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Ναυτικής Ιστορίας (ΕΛ.Ι.Ν.ΙΣ,) με θαυμάσιες εναρκτήριες ομιλίες της ίδιας και άλλων επιφανών ομιλητών. Εκτός της κατανόησης της χρησιμότητας ενός χάρτη, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των παρευρεθέντων στα εγκαίνια και αργότερα των επισκεπτών της έκθεσης επικεντρώθηκε μεταξύ άλλων στην πολυπλοκότητα της τέχνης της χαρτογραφίας, τη σταδιακή ανάπτυξή της και τους πιθανούς συμβολισμούς κάποιων χαρτών, όπως επίσης και στην πολλαπλή αναγκαιότητα της ύπαρξης ενός χάρτη για κάθε τόπο της γης για λόγους γεωμορφολογικούς και φυσικής διαμόρφωσης, ιστορικούς, πολιτικούς, οριοθέτησης , ταξιδιωτικούς, στρατιωτικούς, κτηματολογικούς, χειρισμού έκτακτων καταστάσεων κ.α. πολλούς.
Μεταξύ των διαφόρων τύπων χαρτών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μέγιστη δυσκολία χάραξης τους αλλά και χρήσης από τους ενδιαφερόμενους, παρουσίαζαν από όταν πρωτοεμφανίστηκαν έως αργότερα στις ημέρες μας οι Ναυτικοί Χάρτες με τη βοήθεια των οποίων οι ναυτιλόμενοι μπορούν να ακολουθήσουν ασφαλείς πορείες και συγκεκριμένες τεχνικές προσέγγισης σε κάθε παραθαλάσσιο σημείο της γης, συμπεριλαμβανομένων τόπων δύσκολων και επικίνδυνων.
Ήδη από την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων των θαλασσοπόρων και την ανακάλυψη νέων τόπων, όπως και με την αύξηση των εμπορικών ταξιδιών των μεγάλων ιστιοφόρων, η ανάγκη όσο το δυνατόν περισσότερων και ακριβέστερων πληροφοριών περί της γεωγραφίας των διαφόρων περιοχών ήταν απαραίτητη, έως επιτακτική. Όπως και η δυνατότητα ασφαλέστερων προσεγγίσεων στα διάφορα λιμάνια τα οποία είχαν ήδη διαμορφωθεί, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσογείου.
Έτσι, περί τα τέλη του 13ου αιώνα έχουμε την εμφάνιση των πρώτων Λιμενοδεικτών ή όπως είναι ευρέως γνωστοί «Πορτολάνων» από την Ιταλική λέξη Portolano ή Portulan, οι οποίοι σχεδιαζόντουσαν ως επί το πλείστον από τους ναυτίλους της Βενετίας, της Γένοβας και του Λιβόρνο για τα μεσογειακά κυρίως λιμάνια και διαύλους και περιελάμβαναν αρκετά ακριβείς πληροφορίες για τις περιοχές προσέγγισης όπως αβαθή ύδατα, κάποια αστρονομικά στοιχεία προσανατολισμού, διαγραμμίσεις και ενδεδειγμένες πορείες ανάμεσα στα λιμάνια, ακόμα και τα ως τότε γνωστά στοιχεία των θαλασσίων ρευμάτων στις διάφορες περιοχές.
Με την πάροδο του χρόνου, η χαρτογράφηση άρχισε να επεκτείνεται με τον σχεδιασμό μικρής κλίμακας χαρτών για ευρύτερες περιοχές, οι οποίες όμως εμπεριείχαν και πληροφορίες για λιμένες και όρμους της περιοχής πού κάλυπταν, ενώ όσον αφορά στην ακρίβειά τους δεν ελάμβαναν καθόλου υπ’ όψιν την καμπυλότητα της γης. Παρ όλα αυτά, υπό τις συνθήκες της εποχής, αυτοί αποτελούσαν χρήσιμα -αν και ελλιπή- βοηθήματα για την ιστιοφόρο ναυτιλία.
Όλα αυτά έως το έτος 1569 όταν ο Φλαμανδός Γεωγράφος και Χαρτογράφος Γεράλδος Μερκάτορ (Gerardus Mercator 1512 – 1594) παρουσίασε μια επαναστατική μέθοδο κυλινδρικής προβολής και χαρτογράφησης της γης και την αποτύπωση του ισημερινού, των παραλλήλων του και των μεσημβρινών σε ευθείες γραμμές, παράλληλες μεταξύ τους όπως μπορούμε να δούμε στην αμέσως επόμενη εικόνα.
Με την εφαρμογή δε, διαφόρων μεθόδων και υπολογισμών που διασφαλίζουν τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, η μέθοδος του Μερκάτορ αποτελεί έκτοτε τη βάση σχεδιασμού όλων πρακτικά των χαρτών της επιφάνειας της γης που χρησιμοποιούνται ως σήμερα.
Τα ναυτικά κράτη των παλαιοτέρων εποχών εν τω μεταξύ, κρίνοντας αναγκαία την όσο το δυνατόν πληρέστερη και ακριβέστερη χαρτογράφηση, άρχισαν να ιδρύουν εθνικές υδρογραφικές υπηρεσίες και ήδη η Γαλλία το 1720 και η Μεγάλη Βρετανία το 1795 εφάρμοζαν την επιστημονική υδρογραφία με εξειδικευμένες μετρήσεις των βαθών των θαλασσών, επισήμανσης ναυτιλιακών κινδύνων όπως ύφαλοι και αβαθή καθώς και υψών παράκτιων περιοχών και χαρακτηριστικών σημείων της ξηράς. Στην Ελλάδα η ιστορία της υδρογραφίας ξεκινάει από το Πολεμικό Ναυτικό και ειδικότερα από τον Αξιωματικό Ματθαίο Ματθαιόπουλο το 1898.
Οι σύγχρονοί ναυτικοί χάρτες περιλαμβάνουν ένα πλήθος χρήσιμων στοιχείων και πληροφοριών όπως βάθη στα διάφορα σημεία των θαλασσών, ισοβαθείς καμπύλες (γραμμές που ενώνουν σημεία με το ίδιο βάθος), χαρακτηριστικά και είδος του βυθού, ύψος των παραθαλάσσιων σημείων της ξηράς, θέσεις ναυαγίων, φάρους και ραδιοβοηθήματα με τα χαρακτηριστικά τους, τις κατά τόπους αποκλίσεις της μαγνητικής πυξίδος και πολλές άλλες πληροφορίες οι οποίες ενημερώνονται συνεχώς με τις λεγόμενες αγγελίες στους ναυτιλομένους (Notices to Mariners) που εκδίδονται από τις υδρογραφικές υπηρεσίες περιοδικά ή εκτάκτως.
Επίσης, ειδικοί χάρτες μικρής κλίμακας (Routeing Charts) απεικονίζοντες μεγάλες θαλάσσιες περιοχές βασισμένοι σε στατιστικές παρατηρήσεις πολλών ετών, δείχνουν την συνήθη ένταση των ανέμων σε κάθε διαφορετική θαλάσσια περιοχή, την κατεύθυνση και την ταχύτητα των ωκεάνιων ρευμάτων, θερμοκρασίες θαλάσσης και αέρος, συχνότητα τροπικών καταιγίδων, όρια πάγων και άλλα κλιματικά δεδομένα για κάθε μήνα του έτους, υποβοηθώντας έτσι τους ναυτιλομένους στην επιλογή της ασφαλέστερης πορείας.
Ενώ διαφορετικοί μικρής κλίμακας, επίσης εκδίδονται και για άλλους σκοπούς όπως π.χ. για τις περιοχές ζωνών φορτώσεων σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση Γραμμών Φόρτωσης των πλοίων.
Εδώ ίσως θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σημαντικότερο κέντρο των ναυτικών χαρτών ήταν το Λονδίνο αλλά παρ’ όλο που η επιστημονική χαρτογραφία βελτιωνόταν συνεχώς, οι χάρτες της υδρογραφικής υπηρεσίας του Ναυαρχείου κατά τον 19ο αιώνα κυρίως, αλλά και μέχρι τον Β’ ΠΠ εθεωρούντο περισσότερο εξειδικευμένοι και καταλληλότεροι για χρήση από το Βασιλικό Ναυτικό. Έτσι, το Εμπορικό Ναυτικό χρησιμοποιούσε σχεδόν αποκλειστικά τους χάρτες ιδιωτών χαρτογράφων και ιδιωτικών εταιρειών του Λονδίνου, οι οποίοι για λόγους ανθεκτικότητας και αντοχής σε πιθανές κακές συνθήκες φύλαξης, αναπτύσσονταν και εκτυπώνονταν σε σκληρό χαρτί γνωστό σαν Manilla Paper του οποίου η οπίσθια όψις ήταν χρώματος μπλε, και γι’ αυτό παρέμειναν γνωστοί σαν Blueback Charts.
Έως πρόσφατα (βλ. επόμενη παράγραφο) όλοι οι χάρτες του πλοίου φυλάσσονταν στο δωμάτιο χαρτών (Chart Room) συνήθως ευρισκόμενο στην πίσω μεριά της γέφυρας, κάτω από ειδικό τραπέζι σε πλατιά και ρηχά συρτάρια ουδέποτε διπλωμένοι και οργανωμένοι σε φακέλους (Φώλια) ανά περιοχές του κόσμου κατά τρόπο που επέτρεπε την άμεση εύρεση και ανάσυρση τους προς χρήση.
Σταδιακά όμως η εποχή των έντυπων χαρτών παρήλθε και η ναυτιλία πέρασε πλέον στους ηλεκτρονικούς χάρτες ENC’s (Electronic Navigational Charts) και κυρίως στα συστήματα ECDIS (Electronic Chart Display and Information System), τα οποία μαζί με τους Ηλεκτρονικούς Χάρτες ενσωματώνουν σε μία κεντρική οθόνη και την πληροφόρηση που λαμβάνεται μέσω των ναυτιλιακών βοηθημάτων της γέφυρας του πλοίου όπως GPS, Gyro Compass, Radar, Echo Sounder κ.α. προς συνολική παρακολούθηση του πλού και καθορισμό από τους ναυτίλους του πλοίου των ασφαλέστερων παραμέτρων πλεύσης. Ο έντυποι πρακτικά καταργήθηκαν πλέον στα ποντοπόρα πλοία, αφού και σαν εφεδρικό σύστημα ECDIS χρησιμοποιείται παρόμοιο ηλεκτρονικό, με τροφοδοσία ενέργειας διαφορετική από το αρχικό.
Τέλος, αν κάποιοι από τους αναγνώστες αναρωτηθούν για τις Αγγλικές ονομασίες Map και Chart που συναντούμε στις περί χαρτών αναφορές και τις τυχόν διαφορές τους, με την λέξη Map χαρακτηρίζεται ένας χάρτης ο οποίος περιλαμβάνει και περιγράφει τις τοποθεσίες της ξηράς ενώ Chart είναι ο χάρτης των θαλασσίων περιοχών που προσφέρει τη δυνατότητα ασφαλούς πλοήγησης των πλοίων .-























































