To κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία του Αντιναυάρχου ΠΝ (ε.α.) Κωνσταντίνου Μαζαράκη - Αινιάνος που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων "Κουντουριώτεια 2026" στην Ύδρα.
Η Συντακτική ομάδα
Στη ναυτική ιστορία των εθνών, συχνά συναντάμε σπουδαίους ναυάρχους, όπως και πλοία που έμειναν γνωστά στην ιστορία. Ζευγάρια όμως διάσημου ναυάρχου και του πλοίου του, που να έπαιξαν καίριο ρόλο στη διαμόρφωση της ιστορίας του έθνους, υπάρχουν στον κόσμο μόνο δυο: Είναι ο Νέλσον με το Victory και ο Κουντουριώτης με τον Αβέρωφ. Το πρώτο εξασφάλισε στο γύρισμα του 1800 τη Βρετανική κυριαρχία στις θάλασσες του κόσμου και το δεύτερο, 100 χρόνια αργότερα, κατέστησε το Αιγαίο θάλασσα Ελληνική και επέτρεψε την επέκταση της Ελλάδας στα σημερινά της σύνορα. Δεν αποτελεί σύμπτωση πως ο Αβέρωφ, όπως και το Victory, διάσημα μουσεία σήμερα, εξακολουθούν να αποτελούν τα πλοία-έδρας των αρχηγών ναυτικού των χωρών τους.
Το Θωρηκτό Γεώργιος Αβέρωφ ναυλοχεί στο Φλοίσβο. Ο επισκέπτης του πλωτού μουσείου ενημερώνεται για την ιστορία του πλοίου και του ναυάρχου που το κατέστησε θρύλο.
Ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης υπήρξε καθοριστικός πρωτεργάτης των πολεμικών και πολιτικών εξελίξεων που σφράγισαν την ιστορία της Ελλάδος κατά το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα.
Εγγονός του αγωνιστή του 1821 Γεωργίου Κουντουριώτη, αδελφού του Λαζάρου, του οποίου το σπίτι σήμερα, ανήκει στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος και αποτελεί εμβληματικό μουσείο, γεννήθηκε στις 9 Απριλίου του 1855 στην Ύδρα. Έζησε τα πρώτα του χρόνια στην Ύδρα και στον Πόρο, όπου χτυπούσε τότε η καρδιά του πολεμικού ναυτικού. Κατατάχθηκε ως δόκιμος το 1874 και υπηρετώντας σε όλους τους τύπους των πλοίων του ναυτικού, από ιστιοφόρα ατμόπλοια ως θωρακισμένα καταδρομικά, και εμπέδωσε τη σημασία των τεχνικών εξελίξεων στην τακτική του πολέμου στη θάλασσα.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση της σκέψης του Παύλου Κουντουριώτη, πρέπει να ανατρέξουμε δεκαπέντε χρόνια πίσω. Στο Κρητικό ζήτημα και τον ατυχή πόλεμο του 1897. Ο Πλωτάρχης τότε Παύλος Κουντουριώτης ήταν Κυβερνήτης του Αλφειού. Ήταν ένα μικρό πλοίο περίπου 400 τόνων, χωρίς θωράκιση και με ένα μικρού διαμετρήματος πυροβόλο. Στις αρχές του έτους αυτού, με τις συμμαχικές δυνάμεις να έχουν αποκλείσει την Κρήτη, ο Κουντουριώτης έπρεπε να εκφορτώσει εφόδια και πυρομαχικά στου Έλληνες επαναστάτες. Αγκυροβόλησε κοντά στο βρετανικό θωρηκτό Camperdown, το οποίο εφάρμοζε τον αποκλεισμό και την ώρα που εκείνος επισκεπτόταν εν στολή και εξαρτήσει το Βρετανό ναύαρχο του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου, από την αθέατη πλευρά του «Αλφειού», οι άνδρες του φόρτωναν τα εφόδια σε λέμβους και τα μετέφεραν στην ξηρά.
Με άλλα λόγια, ο κυβερνήτης χρησιμοποίησε παραπλανητικό ελιγμό, ολοκληρώνοντας την αποστολή του αποφεύγοντας την ένοπλη αντιπαράθεση με ένα κατά πολύ ισχυρότερο αντίπαλο.
Τον Απρίλιο του 1897 η κατάσταση αλλάζει. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος ξεσπά. Η Ελλάδα έχει έναν στόλο ο οποίος, σε σχέση με τον οθωμανικό, έχει σημαντικές δυνατότητες.
Υπάρχει όμως διάσταση απόψεων στο Ναυτικό ως προς το αν πρέπει ο Στόλος να κινείται επιθετικά αντιμετωπίζοντας αυξημένους κινδύνους, ή θα πρέπει να εξασφαλίσει την ύπαρξή του ως μοχλό στρατηγικής πίεσης. Αυτή η διάσταση αντίληψης έφθασε στο σημείο, μετά τη λήξη του πολέμου να διεξαχθεί η περίφημη «Δίκη του Ναυτικού», κατά την οποία, επίσημα τουλάχιστον, δεν αποδείχθηκε ποια πλευρά είχε δίκιο και ποια λάθος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επιχειρησιακής απραξίας, όταν ο Κυβερνήτης του Αλφειού διατάσσεται να εκτελέσει καταδρομική επιχείρηση σε αποθήκες πυρομαχικών στη Λεπτοκαρυά, δε διστάζει. Η επιχείρηση αποτυγχάνει, με σημαντικές ελληνικές απώλειες, καθώς η πληροφορία πως οι αποθήκες δε φυλάσσονταν απεδείχθη λανθασμένη. Παρά την αποτυχία, η αποστολή αυτή ανέδειξε την έλλειψη οποιουδήποτε δισταγμού του για ανάληψη επιθετικής δράσης.
Ο Πλωτάρχης Παύλος Κουντουριώτης βγήκε από τον πόλεμο του 1897 έχοντας δει από κοντά τα αποτελέσματα της έλλειψης στρατηγικού σχεδιασμού, των αντιφατικών απόψεων διαταγών μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, της έλλειψης επιθετικής πρωτοβουλίας και τις τραγικές συνέπειες από την έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Πιστεύει πλέον ακράδαντα ότι η ναυτική ισχύς δεν αποκτά αξία όταν απλώς υπάρχει. αποκτά αξία όταν χρησιμοποιείται αποφασιστικά, την κατάλληλη στιγμή και για έναν σαφή στρατηγικό σκοπό.
Το 1900, ο Κουντουριώτης, ως Αντιπλοίαρχος, είναι Κυβερνήτης του ευδρόμου «Ναύαρχος Μιαούλης». Είναι η εποχή που η χώρα, μετά τον ατυχή πόλεμο του 97 βρίσκεται ταπεινωμένη, σε καθεστώς διεθνούς ελέγχου για τα οικονομικά της. Με το πλοίο του όμως διαπλέει τον Ατλαντικό, σε αποστολή επίδειξης σημαίας, με πανιά, για να εξοικονομήσει κάρβουνο. Στη Νέα Υόρκη, επιτροπή ομογενών επισκέπτεται τον «Μιαούλη» και του προσφέρει ένα βαρύτιμο αναμνηστικό κύπελλο. Εκείνος, συγκινημένος, ανάμεσα σε άλλα, λέει:
«Αποδέχομαι το πολύτιμο ενθύμιό σας και χαίρομαι γιατί προέρχεται από όλους τους Έλληνες. Θεωρώ ότι το Έθνος είναι ένα και αδιαίρετο, και αν τα πρόσφατα πικρά μαθήματα ανέβαλαν την εκτέλεση των πόθων μας, το μέλλον του Έθνους δεν συμπληρώθηκε ακόμα».
Εδώ φαίνεται πόσο σημαντική για τον ίδιο είναι η ενότητα του ελληνισμού και η προσήλωση στο στρατηγικό στόχο, που δεν είναι άλλος από τη ζωντανή ακόμα, «Μεγάλη Ιδέα».
Και ερχόμαστε στον Παύλο Κουντουριώτη των Βαλκανικών Πολέμων: Είναι άνοιξη του 1911. Το Θωρηκτό Γεώργιος Αβέρωφ παραλαμβάνεται από τα ναυπηγεία Orlando της Ιταλίας από όπου πριν έρθει στην Ελλάδα, αποστέλλεται στην Αγγλία για να λάβει μέρος στις εορτές στέψης του Βασιλιά Γεωργίου Ε’ στο Spithead. Εκεί, από ναυτιλιακό σφάλμα προσάραξε σε αβαθή και στο πλοίο σημειώθηκαν τάσεις απειθαρχίας. Η Κυβέρνηση αντικατέστησε εσπευσμένα τον Κυβερνήτη με τον Πλοίαρχο πλέον Παύλο Κουντουριώτη. Εκείνος αποκαθιστά την πειθαρχία αμέσως.
Ο τρόπος άμεσης διοίκησης που εξασκούσε στο πλήρωμά του τον έκανε αγαπητό, παρά την αυστηρότητα και τον απότομο συχνά λόγο του. Από τους υφιστάμενούς του αντιμετωπιζόταν με σχεδόν θρησκευτική λατρεία και απόλυτο σεβασμό. Τον έβλεπαν σα φυσικό ηγέτη, πατρική φιγούρα και εγγυητή της νίκης.
Παρά το αυστηρό και αγέρωχο παράστημά του, νοιαζόταν πραγματικά για τη διαβίωση, την τροφή και την ασφάλεια των ναυτών του, χωρίς να κάνει διακρίσεις, κερδίζοντας την αμέριστη αφοσίωσή τους. Συχνά μιλούσε αρβανίτικα για να σπάσει τον πάγο, να αστειευτεί ή να εκφράσει την πατρική του φροντίδα προς τους κατώτερους ναύτες, δημιουργώντας ένα αίσθημα «οικογένειας» και κοινής καταγωγής στο κατάστρωμα.
Είχε επιπλέον το χάρισμα της Επιβλητικής Αυθεντίας και Έμπνευσης. Δεν χρειαζόταν να επιβάλει την πειθαρχία με σκληρότητα. Η παρουσία του και μόνο αρκούσε. Οι αποφάσεις και διαταγές του δεν αμφισβητούνταν.
Στη μάχη ήταν άφοβος και ενθουσιώδης. Στις ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου, καθώς τα τουρκικά βλήματα έπεφταν γύρω από το πλοίο, ο Κουντουριώτης καταλαμβάνονταν από ένα μένος. Έβγαινε έξω από τη θωρακισμένη γέφυρα, στη βαρδιόλα και φώναζε με πάθος, εμψυχώνοντας τους πυροβολητές και βρίζοντας τον εχθρό. Αυτή του η έξαλλη και εντελώς απαξιωτική για τον κίνδυνο συμπεριφορά, ερμηνευόταν από τα πληρώματα ως απόδειξη ότι είχε μια επικοινωνία με το μεταφυσικό. Έτσι εδραιώθηκε ανάμεσα στους ναύτες η πεποίθηση ότι ο Κουντουριώτης ήταν «αήττητος» και ότι είχε τη Θεία Πρόνοια με το μέρος του. Αυτή η τυφλή εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του εκτόξευε το ηθικό του στόλου, που πίστευε πως όσο κυβερνούσε εκείνος, δεν θα μπορούσε να ηττηθεί.
Οι ναύτες και οι αξιωματικοί αναφέρονταν σε εκείνον με βαθύ σεβασμό ως «Ο Ναύαρχος» ή «Ο Γέρος» (λόγω της ηλικίας, της εμπειρίας και του κύρους του), ενώ η μορφή του έφθασε να προσλάβει σχεδόν πατρικές διαστάσεις στη συνείδησή τους.
Το ακραία επιθετικό αυτό πνεύμα του Πλοιάρχου Παύλου Κουντουριώτη αναδεικνύεται με ενάργεια στη διάρκεια πολεμικού συμβουλίου που συγκλήθηκε από τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, το Σεπτέμβριο του 1912, ένα μήνα πριν την έναρξη των εχθροπραξιών. Έγινε ανασκόπηση των δυνατοτήτων των ναυτικών μονάδων και παρατέθηκαν τα συγκριτικά στοιχεία των στόλων Ελλάδας και Τουρκίας. Το κλίμα ήταν βαρύ. Όταν κλήθηκε ο Κουντουριώτης να καταθέσει την άποψή του, φέρεται να είπε:
«Εγώ κύριε Πρόεδρε δεν καταγίνομαι με το χι συν ψι και τας γωνίας αποκλίσεως. Σας διαβεβαιώ ότι με τα καράβια που έχομε θα κάμουμε καλά τη δουλειά μας».
Σύμφωνα μάλιστα με κάποιες πηγές, φέρεται να είπε και τα εμβληματικά αυτά λόγια:
«Ξεύρω να πω ένα πράγμα: Καράβια άνευ ικανού εμψύχου υλικού, είναι μόλυβδος βαρύς βυθιζόμενος εντός ύδατος».
Σε κάθε περίπτωση, ο Πρωθυπουργός εντυπωσιάζεται από τη στάση του Πλοιάρχου Κυβερνήτη του Αβέρωφ. Μετά από λίγες μέρες, ο Κουντουριώτης προάγεται σε Υποναύαρχο και τοποθετείται Αρχηγός του Στόλου.
Λίγο πριν από την έκρηξη του πολέμου, ο Βενιζέλος παρέστη σε ναυτικό συμβούλιο, με θέμα: «Το ορμητήριον του Στόλου του Αιγαίου εν πολέμω». Εκφράστηκαν απόψεις για χρήση των Ωρεών, της Σκιάθου, και άλλες θέσεις. Ο νέος αρχηγός του στόλου υποστήριξε σθεναρά ότι η μόνη θέση που θα μπορούσε να δώσει το στρατηγικό πλεονέκτημα, ήταν το φυσικό λιμάνι του Μούδρου στη Λήμνο. Στην παρατήρηση ότι η Λήμνος ήταν Οθωμανικό έδαφος, απάντησε κοφτά:
«Θα την ελευθερώσομεν. Χρειάζομαι μόνο ένα τάγμα. Έχω ήδη προβλέψει την μεταφοράν του μετά του υλικού του, από τον στόλον»
Λίγο πριν από τον απόπλου του Στόλου για το Μούδρο, στις 5 Οκτωβρίου 1912, κατά την επίσκεψη του Βενιζέλου στον Αβέρωφ, εν όρμω Φαλήρου, ο Πρωθυπουργός δείχνει ότι συμφωνεί απολύτως με τον Κουντουριώτη ως προς τον επιχειρησιακό ρόλο του Ναυτικού: εάν ο ελληνικός Στόλος έχανε την κυριαρχία στο Αιγαίο, οι Οθωμανοί θα μπορούσαν να μεταφέρουν στρατεύματα και εφόδια από τη Μικρά Ασία προς τα ευρωπαϊκά μέτωπα.
Ο ναύαρχος Κουντουριώτης υλοποιεί άμεσα και αποφασιστικά το σχέδιό του. Η Λήμνος ελευθερώνεται και ο Μούδρος δέχεται το στόλο. Ακολουθούν η Σαμοθράκη, η Τένεδος και η Ίμβρος και εγκαθίσταται, με συνεχείς περιπολίες των πλοίων του στόλου, ο κλοιός έξω από τα Δαρδανέλια. Ο ναύαρχος γνώριζε πολύ καλά τις αρχές του πολέμου και της ναυτικής στρατηγικής κι είχε τη δύναμη να τις εφαρμόσει με αποφασιστικότητα. Με την ταχύτητα της ενέργειάς του πέτυχε την έγκαιρη συγκέντρωση δυνάμεων στην κατάλληλη στρατηγική θέση και απέκτησε το τακτικό πλεονέκτημα. Στη συνέχεια, με την εγκατάσταση αποτελεσματικής επιτήρησης των στενών από μονάδες περιπολίας, απέφυγε τον αιφνιδιασμό από τον εχθρό.
Η πρώτη αναμέτρηση των 2 στόλων έλαβε χώρα τις 3 Δεκεμβρίου του 1912. Ολόκληρος ο τουρκικός στόλος επιχειρεί την πρώτη του έξοδο από το στενό της Έλλης. Ο ελληνικός στόλος, ειδοποιημένος έγκαιρα από τα ανιχνευτικά, τον περιμένει. Συναντιούνται νότια της Ίμβρου. Ο Κουντουριώτης αποσπάστηκε από το σχηματισμό των άλλων πλοίων και όρμησε με μεγίστη ταχύτητα, για υπερφαλάγγιση της εχθρικής γραμμής. Ο εχθρός βρέθηκε ανάμεσα σε δυο πυρά. Ο «Αβέρωφ» έφτασε σε απόσταση 2.850μ. από την εχθρική παράταξη. Οι εύστοχες ομοβροντίες του «Αβέρωφ», μαζί με την ασυγκράτητη επιθετικότητά του, ανάγκασαν τον εχθρικό στόλο να αναστρέψει πορεία και να καταφύγει στα Στενά. Η ναυμαχία έληξε με τον ελληνικό στόλο νικητή.
Η προσήλωση του Κουντουριώτη στην κύρια αποστολή του φάνηκε από την αντίδρασή του στον τουρκικό αντιπερισπασμό με το εύδρομο «Χαμιδιέ». Οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν το εύδρομο «Χαμιδιέ» ως δόλωμα, βγάζοντάς το νύχτα, με θύελλα, από τα στενά, χωρίς να το αντιληφθούν τα ελληνικά περιπολικά. Το πρωί βρέθηκε έξω από τη Σύρο και βομβάρδισε το λιμάνι της, βυθίζοντας το βοηθητικό του στόλου «Μακεδονία». Η ελληνική κοινή γνώμη αναστατώθηκε και επιπόλαια άρθρα εφημερίδων έσπειραν τον πανικό. Η κυβέρνηση υπό την πίεση που της εξασκήθηκε αντέδρασε σπασμωδικά. Ο Υπουργός Ναυτικών έστειλε τηλεγραφική διαταγή διατάσσοντας τον «Αβέρωφ» να αποπλεύσει από το Μούδρο και να καταδιώξει το «Χαμιδιέ». Η απάντηση του Κουντουριώτη : «Αδυνατώ να εγκαταλείψω κυρία αποστολή μου».
Την επόμενη μέρα, 5 Ιανουαρίου του 1913, ο Τουρκικός στόλος βγήκε ολόκληρος για δεύτερη φορά από τα στενά, πιστεύοντας ότι ο «Αβέρωφ» θα έλειπε προς καταδίωξη του «Χαμιδιέ». Ο «Αβέρωφ» όμως ήταν εκεί, επικεφαλής του ελληνικού στόλου. Και αυτή τη φορά οι ζημιές των τουρκικών θωρηκτών υπήρξαν ιδιαίτερα σοβαρές και ο τουρκικός στόλος ηττημένος επανέπλευσε στον Ελλήσποντο, από όπου δεν τόλμησε να ξαναβγεί ως το τέλος του πολέμου. Σε αυτή τη ναυμαχία μάλιστα, τα πυρά του «Αβέρωφ» προξένησαν τις μεγαλύτερες ζημιές στον υποχωρούντα εχθρό.
Χάρις στο επιθετικό πνεύμα και την προσήλωση στην αποστολή του Κουντουριώτη, το Αιγαίο έγινε λίμνη ελληνική και οι Οθωμανικές εφεδρείες δεν μπόρεσαν να διαπεραιωθούν ως ενισχύσεις στη Μακεδονία, επιτρέποντας τη γρήγορη προέλαση του Ελληνικού Στρατού μέχρι την κατάληψη της Θεσσαλονίκης πριν από τους Βουλγάρους.
Το ένστικτό του και η έλλειψη φανατισμού, τον έκαναν να βλέπει μακριά και στο επίπεδο της πολιτικής. Κατά τη θλιβερή περίοδο του Εθνικού Διχασμού υποστήριξε τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η άρνησή του όμως να κρύβεται, παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή δυο φορές, μετά από ισάριθμες δολοφονικές επιθέσεις εναντίον του.
Διατέλεσε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Σκουλούδη το 1915, μέλος της τριανδρίας στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη, ξανά υπουργός ναυτικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου το 1917 και το 1919 αποχωρεί λόγω ορίου ηλικίας και αποστρατεύεται τιμητικά, με το βαθμό του ναυάρχου.
Αμέσως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Βασιλιά Αλεξάνδρου, η Κυβέρνηση Βενιζέλου του αναθέτει καθήκοντα Αντιβασιλέα. Η βαθιά προσήλωση του ναυάρχου στους θεσμούς φαίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο εκπλήρωσε το καθήκον του ως Αντιβασιλέας. Μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, ο Βενιζέλος σκεπτόταν να αποχωρήσει χωρίς να παραδώσει στο διάδοχό του. Ο Κουντουριώτης όμως του διεμήνυσε ότι δεν θα αποχωρούσε αν προηγουμένως δεν όρκιζε τον επικεφαλής της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως», όπως ονομάζονταν τότε ο συνασπισμός των πολιτικών κομμάτων που είχαν κερδίσει τις εκλογές, Δημήτριο Ράλλη, πράγμα που έκανε.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εξορία του Γεωργίου Β’, ο Κουντουριώτης αναλαμβάνει πάλι Αντιβασιλέας. Όταν το Μάρτιο του 1924 κηρύσσεται η Δημοκρατία, η εθνοσυνέλευση του αναθέτει προσωρινά την προεδρία της Δημοκρατίας. Όμως 2 χρόνια αργότερα, το Μάρτιο του 1926, με την κήρυξη της δικτατορίας του Πάγκαλου, διαμαρτύρεται, αποχωρεί, και ιδιωτεύει στην Ύδρα. Στις 26 Αυγούστου 1926, με το επαναστατικό κίνημα του Γεωργίου Κονδύλη, ο δικτάτορας ανατρέπεται και ο Κουντουριώτης επανέρχεται στην Προεδρία της Δημοκρατίας.
Το Μάϊο του 1929, η εθνοσυνέλευση τον εκλέγει τακτικό πρόεδρο της Δημοκρατίας. Πρόκειται για ύψιστη τιμή. Όμως ο Κουντουριώτης όταν αντιλαμβάνεται τα πρώτα συμπτώματα προσβολής από την αρρώστια του Πάρκισον, στις 10 Δεκεμβρίου του 1929, επτά μόλις μήνες μετά την εκλογή του, παραιτείται για λόγους υγείας. Στο Βενιζέλο, που διαμαρτύρεται, γράφει: «Παραιτήθηκα, γιατί αυτό επέβαλε το εθνικό συμφέρον. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. Όταν θα ήρχοντο να με επισκέπτονται οι ξένοι πρέσβεις, θα το αντιλαμβάνοντο. Οι σκέψεις και οι κρίσεις τους θα ήσαν δυσμενείς δια την πατρίδα».
Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης πέθανε στις 22 Αυγούστου 1935, στο Παλαιό Φάληρο, σε ηλικία 80 ετών. Έφυγε όπως είχε ζήσει — λιτά, ταπεινά, χωρίς να προδώσει τις αξίες του και πάντα με κριτήριο το πατριωτικό συμφέρον. Κατόπιν επιθυμίας του, ενταφιάστηκε στην Ύδρα, τη γενέτειρα της οικογένειάς του. Η σορός του τοποθετήθηκε στην τελευταία του κατοικία υπό τον ήχο των τηλεβόλων του ελαφρού καταδρομικού «Έλλη». Ο ναύαρχος που νίκησε στη Ναυμαχία της Έλλης, θάφτηκε στην Ύδρα με τον ήχο των κανονιών του πλοίου που έφερε το όνομα της νίκης του.
Το πανελλήνιο θεωρεί ως τη μεγάλη του στιγμή, την αρχηγία του Στόλου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Και δικαίως. Σημαντικό τεκμήριο για αυτό, αποτελεί η πιο κάτω επιστολή του Ελευθέριου Βενιζέλου, το 1933:
«Φίλτατε Ναύαρχε.
Είκοσι ένα χρόνια κλείουν σήμερα από την ημέρα, που με την ναυμαχία της Έλλης εξησφάλισες την κατά θάλασσαν υπεροπλίαν της Ελλάδος και των συμμάχων της και έτσι εξησφάλισες την τελικήν νίκην των. Όλοι οι Έλληνες σου είμεθα ευγνώμονες διά την νίκην σου αυτήν. Περισσότερον από όλους εκείνος, που γνωρίζει, ότι χωρίς την αδάμαστον αποφασιστικότητά σου και την πίστιν σου εις την κατά θάλασσαν νίκην μας, δεν θα απεφασίζαμεν να λάβωμεν μέρος εις τον πρώτον Βαλκανικόν Πόλεμον, με αποτέλεσμα ότι, αν μεν νικούσαν οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι, τα όριά μας θα έμεναν οριστικώς εις την Μελούνα ή το πολύ θα έφθαναν στον Αλιάκμονα, αν δε νικούσαν οι Τούρκοι, η ζωή των ομογενών της Αυτοκρατορίας θα απέβαινεν ανυπόφορος.
Με εξαίρετον τιμήν και αγάπην Ελευθ. Κ. Βενιζέλος »






















































