Γράφει ο Ιωάννης Φακής
Από την αρχαιότητα, έως τις ημέρες μας, η μεταχείριση των αιχμαλώτων, αποτελεί την πιό τραγική πλευρά των πολέμων. Η σημειωθείσα απουσία Διεθνών Οργανισμών, κατά τις παλαιότερες εποχές, είχε επιτείνει την οντως δεινή θέση τους. Παρ’ όλα αυτά διοργανώνοντο αποστολές, εντοπισμού των αιχμαλώτων, με αξιοσημείωτο έργο και αποτελέσματα.
Συγκεκριμένα, κατά τον αγώνα της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας, για την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού, αντιμετωπίσαμε σοβαρότατα προβλήματα σχετικά με τον εντοπισμό και την εξαγορά η ανταλλαγή των αιχμαλώτων συμπατριωτών μας. Συνήθως ο εντοπισμός των αιχμαλώτων επετυγχάνετο με την συγκέντρωση πληροφοριών, από εμπορευόμενους, οι οποίοι περιήρχοντο τα κατά τόπους σημεία συναλλαγών. Αναφέρεται ότι κατά την σφαγή της Χίου το 1822, πέραν των 20.000 σφαγιασθέντων και κατακρημνησθέντων, συνελήφθησαν 47.000 αιχμάλωτοι, ενώ κατά την πτώση και Ηρωική έξοδο του Μεσσολογγίου εκτιμάται ότι συνελήφθησαν 5-6000.
Ρακένδυτοι, πεινώντες αλλά και πολλές φορές γυμνοί, οι επιζήσαντες άνδρες, γυναίκες και τα παιδιά, οι μεν από την Χίο, είχαν συγκεντρωθεί κατά το πλείστον στη Σύρο, οι δε από το Μεσολόγγι και την Πελοπόννησο, στ’ Ανάπλι και προσπαθούσαν εναγωνίως να ικανοποιήσουν στοιχειωδώς, τις καθημερινές επισιτιστικές τους ανάγκες και να μάθουν για την τύχη των συγγενικών τους προσώπων τα οποία είχαν αιχμαλωτισθεί.
Η νεοσυσταθείσα Γραμματεία επί των Εξωτερικών ήταν αρμόδια για τα θέματα των αγνοουμένων και αιχμαλώτων. Ο επικεφαλής της, ο εκ Χίου ιατρός Γεώργιος Γλαράκης, μία φυσιογνωμία της εποχής, επικοινώνησε με τον Ναύαρχο Εδουάρδο Κόδριγκτον και ζήτησε την συνδρομή του, για μεταφορά και απελευθέρωση Τούρκων που είχαν καταφύγει στο Αγγλικό Προξενείο στην Μήλο. Λίγες ημέρες αργότερα ο Γλαράκης πάλι, απευθύνθηκε προς τον Γάλλο Αντιναύαρχο Ερρίκο Δεριγνύ, ζητώντας την μεσολάβηση του, για ανταλλαγή των αιχμαλώτων, μεταξύ της Ελληνικής Διοίκησης και του Ιμπραήμ.
Όταν ένα Υδραίικο καράβι, συνελήφθη με το πλήρωμα του, από τον Τουρκοαιγυπτιακό Στόλο, ο Γλαράκης ζήτησε την βοήθεια του Πρώτου Στόλαρχου, του διορισμένου από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, λόρδου Τόμας Κόχραν και του Βαυαρού Φιλέλληνα συνταγματάρχη Έϋντεκ. Ύστερα από ενέργειες του Έϋντεκ, ο Αυστριακός Ναύαρχος μετέφερε και παρέδωσε στον Πόρο, τους πρώτους πενήντα Ελληνες αιχμαλώτους, με το βρίκι “Βένετο” του οποίου Κυβερνήτης ήταν ο Ούγγρος πλοίαρχος κόμης Κορνέρ. Έχουν σημειωθεί, αρκετά τέτοια περιστατικά απελευθέρωσης και ανταλλαγής αιχμαλώτων.
Σε συνάντηση με τον Ιμπραήμ αλλά και δι΄επιστολών, πριν την Ναυμαχία του Ναυαρίνου, ο Codrington προειδοποίησε ότι, αν συνεχιστούν οι επιχειρήσεις κατά των Ελλήνων, ο Συμμαχικός Στόλος θα επέμβει. Η απειλή αυτή ήταν μια έμμεση προστασία αιχμαλώτων και αμάχων και ξεκάθαρη εντολή να σταματήσει ο κύκλος αιχμαλωσίας.
“I am instructed to require a suspension of hostilities… and to prevent further devastation in Greece.” (Έχω εντολή να απαιτήσω παύση εχθροπραξιών και να αποτρέψω περαιτέρω καταστροφές στην Ελλάδα).
Όταν επιχειρήθηκε να εμποδιστεί η είσοδος του , στον κόλπο του Ναυαρίνου, ο Κόδριγκτον απάντησε : “I came to give orders, not to take them” (Ήρθα να δώσω διαταγές και όχι να πάρω)
Η φράση αυτή , έχει γίνει ιστορική και σκιαγραφεί το μεγαλείο του ανδρός.
Υπάρχουν ολόκληρα σώματα επιστολών στα Royal Museums Greenwich και Bodleian Libraries που περιλαμβάνουν διαταγές προς πλοιάρχους, αναφορές για επιχειρήσεις, επικοινωνία με Έλληνες και Ευρωπαίους αξιωματούχους. Εκεί φαίνεται η συνεχής εμπλοκή του σε επιτήρηση ακτών, σε αποτροπή επιδρομών και σε σταθεροποίηση περιοχών. Δηλαδή έμμεση προστασία πληθυσμών που αλλιώς θα αιχμαλωτίζονταν.
Οταν οι τρείς Ναύαρχοι, Κόδριγκτον, Δεριγνύ και Χέυδεν εισήλθαν στο Ναυαρίνο, επικαλούντο μόνον την ανάγκη ανακωχής. Ο Κόδριγκτον προς τούτο είχε εκδώσει διαταγή, προς τα πληρώματα των πλοίων του, στα οποία απαγορευόταν να αρχίσουν τον βομβαρδισμό πρώτοι. Μόνον αμυνόμενοι τους επιτρέπετο να πυροβολήσουν. Οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν συγκλονιστεί από όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την άφιξη του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825. Οι αναφορές των Προξένων και των Ναυάρχων, μιλούσαν για μία ανθρωπιστική καταστροφή, που απειλούσε την επιβίωση μεγάλου μέρους του Ελληνικού πληθυσμού.
Σε πολλά Βρεττανικά έγγραφα της εποχής η Ναυμαχία του Ναυαρίνου παρουσιάζεται όχι μόνο ως στρατιωτικό γεγονός αλλά και ως ανθρωπιστική επέμβαση για τον τερματισμό των σφαγών, της αιχμαλωσίας, των εκτοπισμών και της καταστροφής της Πελοποννήσου. Μετά την είσοδο στον κόλπο του Ναυαρίνου, ο Κόδριγκτον απέστειλε προς το Βρετανικό Ναυαρχείο το τηλεγράφημα :
‘The object of the Allied fleets is to enforce an armistice and put an end to the calamities of the Greeks” (“σκοπός των Συμμαχικών στόλων, είναι να επιβάλλουν ανακωχή και να θέσουν τέλος στα δεινά των Ελλήνων”)
Απέστειλε και προς τους πλοιάρχους του Στόλου την Διαταγή :
“You will use every effort to prevent the movements of the Egyptian fleet against the Greeks” (“Να κάνετε κάθε προσπάθεια για να αποτρέψετε κινήσεις του Αιγυπτιακού Στόλου, εναντίον των Ελλήνων.”)
Πρακτικά αυτό μεταφραζόταν σε αποτροπή νέων επιδρομών, με συνεπαγόμενη αποτροπή σύλληψης νέων αιχμαλώτων.
Μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, ο Codrington ανέλαβε ενεργό διπλωματικό ρόλο, για την αποχώρηση του Ιμπραήμ και την απελευθέρωση Ελλήνων αιχμαλώτων στην Αίγυπτο. Υστερα από απόφαση των τριών Ναυάρχων, πήγε στην Αλεξάνδρεια και πέτυχε συμφωνία (9 Αυγούστου 1828) με τον Μωχάμετ Άλη, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα, την υποχρεωτική αποχώρηση του στρατού του Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο, γεγονός το οποίο είχε τεράστια σημασία για την τύχη των αιχμαλώτων. Με την συμφωνία αυτή σταμάτησαν οι επιδρομές και οι συλλήψεις πληθυσμών, ενώ άνοιξε ο δρόμος για επιστροφή επιζώντων καθώς και για να απελευθερωθούν αιχμάλωτοι οι οποίοι είχαν εγκλεισθεί σε Φρούρια της Πελοποννήσου.
Στα πρακτικά της Βρετανικής Βουλής (3 Απριλίου 1828) στην συζήτηση “Greeks slaves from the Morea” καταγράφεται επίσημα ότι “αρκετές χιλιάδες” Έλληνες άνδρες, γυναίκες και παιδιά είχαν μεταφερθεί από την Πελοπόννησο στην Αλεξάνδρεια και πουληθεί ως δούλοι. Ο Βουλευτής Sir Robert Wilson ζητούσε να πληροφορηθεί ποιές ενέργειες είχαν γίνει για την απελευθέρωση τους, ενώ ο Robert Peel υπενθύμιζε ότι η Βρετανική Κυβέρνηση είχε προειδοποιήσει τον Ιμπραήμ από το 1825 οτι δεν θα δεχόταν την μετατροπή των κατοίκων του Μωριά σε δούλους.
Δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί τόσον το ενδιαφέρον της Μεγ. Βρετανίας για την περιοχή και το υπό σύσταση Ελληνικό κράτος, όσον και ο ανταγωνισμός μεταξύ Γαλλίας και Μεγ Βρετανίας.
Στην συλλογή Correspondance du Compte J Capodistrias (αλληλογραφία του Κόμη Καποδίστρια), υπάρχουν αρκετές επιστολές προς τον Κόδριγκτον. Βάσει των επιστολών αυτών τεκμηριώνεται η συνεργασία των δύο ανδρών, για την εφαρμογή των αποφάσεων των Συμμάχων και την αντιμετώπιση των συνεπειών του πολέμου, μεταξύ των οποίων και το ζήτημα των αιχμαλώτων. Οι συνεχείς προσπάθειες, για απελευθέρωση των αιχμαλώτων, παρά τα αλλεπάλληλα διαβήματα και παραστάσεις δεν είχαν την επιθυμητή κατάληξη. Ο Μεχμέτ Αλή απαντούσε με αόριστες υποσχέσεις και οτι η εξαγορά των σκλάβων αποτελεί ιδιωτική υπόθεση.
Εν τω μεταξύ, μέρος από τα γυναικόπεδα είχαν κιόλας προωθηθεί στην Συρία και Κωνσταντινούπολη. Σημειωτέον, ότι αυτοί οι σκλάβοι δεν έγιναν μόνον ιδιοκτησία των Μουσουλμάνων. Πολλοί ανήκαν και σε Χριστιανούς και δυστυχώς γι αυτούς αντιμετωπίστηκαν οι μεγαλύτερες δυσκολίες. Ελληνίδες σκλάβες δεν υπάρχουν, γράφει ο Le gros στον Υπουργό. Εγκλείσθηκαν όλες στα χαρέμια και τα αφεντικά τους θα προτιμούσαν να τις σφάξουν παρά να τις παραδώσουν. Οι εγκλεισμένες σε χαρέμια γυναίκες, αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τις αποστολές, που ήρθαν για να τις εξαγοράσουν και να τις οδηγήσουν στην ελευθερία, με την δικαιολογία ότι ως ατιμασμένες δεν θα αφομοιώνοντο από τις συντηρητικές τοπικές κοινωνίες.
Στις Αιγυπτιακές δουλαγορές, οι τιμές έφταναν τα 500 φράγκα το άτομο. Ο μόνος τρόπος σωτηρίας των σκλαβομένων, γράφει ο Le Gros, είναι η απόδραση. Όλα τα παιδιά κάτω των 16, αναγκάσθηκαν να εξισλαμισθούν. Μέσα σε όλη τους την δυστυχία τα παιδιά, που αποχωρίσθηκαν από γονείς, αδελφούς και συγγενείς, δεν μπορούσαν ευτυχώς να γίνουν ευνούχοι από μία ηλικία και μετά, λόγω του λευκού χρώματος της επιδερμίδας τους, χωρίς βέβαια να το γνωρίζουν. Ετσι κυριολεκτικά, γλύτωσαν από την απίστευτα επώδυνη αυτή επέμβαση.
Ο Μεχμέτ Αλής επέμεινε στις διαπραγματεύσεις με τον Άγγλο Ναύαρχο, να μη ελευθερωθούν ούτε με εξαγορά οι εξισλαμισμένοι. Προκαλεί την εύλογη περιέργεια πώς ο Κόδριγκτον δέχθηκε αυτήν την ρήτρα. Ο Le Gros ισχυρίζεται, οτι ο Κόδριγκτον βιαζόταν να τελειώσει την αποστολή του. Συνεχίζει στην έκθεση του γράφοντας στις 13 Σεπτεμβρίου: Στην Στρατιωτική Σχολή κοντα στο Κάιρο υπάρχουν 800 Ελληνόπουλα, τα οποία όλα έχουν εξισλαμισθεί. Οι σκλαβομένοι ήσαν όλοι γυναικόπαιδα και οι άνδρες όλοι κάτω των είκοσι ετών. Ο Μεχμέτ Αλής ήθελε να οργανώσει ένα κάτεργο στον Ναύσταθμο και χρησιμοποιούσε νεαρούς Έλληνες σκλάβους.
Την άφιξη των αιχμαλώτων από την Αίγυπτο ανήγγειλε η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, ημιεπίσημο όργανο της Κυβέρνησης την Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 1828.
Οι εντολές του Codrington προέβλεπαν την αναχαίτιση ενισχύσεων προς τον Ιμπραήμ καθώς και τον έλεγχο θαλάσσιων κινήσεων. Το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν να περιοριστούν οι μεταφορές αιχμαλώτων προς Αίγυπτο και η διακίνηση των σκλάβων. Από τα ίδια τα τεκμήρια προκύπτει ότι ο Codrington, έστειλε αποστολές για προστασία πληθυσμών, απείλησε και περιόρισε τις επιχειρήσεις του Ιμπραήμ, επέβαλε ναυτικό έλεγχο και επέτυχε την εκκένωση της Πελοποννήσου. Ο Edward Codrington δεν ήταν «απελευθερωτής αιχμαλώτων» με τη στενή έννοια, αλλά ο άνθρωπος που σταμάτησε τις επιχειρήσεις που παρήγαν αιχμαλώτους, αφού εμπόδισε τη μεταφορά τους και δημιούργησε τις συνθήκες για την επιστροφή τους. Μετά το Ναυαρίνο αυξήθηκαν οι εξαγορές και επιστροφές.
Η σημαντικότερη επιτυχία του Κόδριγκτον ήταν η Σύμβαση της Αλεξάνδρειας (1828) μεταξύ αυτού και του Μεχμέτ Αλή, η οποία προέβλεπε:
-Αποχώρηση του Αιγυπτιακού στρατού από την Πελοπόννησο
-Αποστολή πλοίων για την παραλαβή του
-Απελευθέρωση Ελλήνων αιχμαλώτων που είχαν μεταφερθεί στην Αίγυπτο
Στο πλαίσιο της συμφωνίας εκκένωσης,ο Codrington τηλεγραφεί :
“The evacuation of the Morea must be effected without delay.” («Η εκκένωση της Πελοποννήσου πρέπει να πραγματοποιηθεί χωρίς καθυστέρηση»)
Τεράστια η σημασία της εκκένωσης της Πελοποννήσου, διότι δι΄ αυτής σταματά η παρουσία στρατού που αιχμαλώτιζε πληθυσμούς και διακινούσε σκλάβους.
Μία από τις συγκεκριμένες περιπτώσεις επιστροφής αιχμαλώτων ηταν και αυτή της επιστροφής των παιδιών της Χίου (1828–1830) Μετά τη Σφαγή της Χίου, Ευρωπαϊκές αποστολές εντόπισαν πολλά παιδιά σε Σμύρνη και σε Κωνσταντινούπολη. Μετά το Ναυαρίνο, αξιοσημείωτη είναι η αύξηση των εξαγορών και οι επιστροφών. Ομάδες παιδιών στάλθηκαν στη Σύρο, όπου εκεί καταγράφονται σε καταλόγους προσφύγων. Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, πολλές γυναίκες είχαν μεταφερθεί στην Αίγυπτο. Από το 1828 και μετά, οι Γάλλοι και Βρετανοί διαμεσολάβησαν για εξαγορά αιχμαλώτων με αποτέλεσμα να σημειωθούν επιστροφές μέσω Ιονίων Νήσων και Ναυπλίου.
Άμεση ευεργετική συνέπεια της δράσης του Codrington ήταν το ότι μετά την καταστροφή του στόλου στο Ναυαρίνο πολλοί αιχμάλωτοι εγκαταλείφθηκαν ή απελευθερώθηκαν από τις οθωμανικές αρχές, λόγω κατάρρευσης του ελέγχου. Οι Έλληνες αιχμάλωτοι που βρέθηκαν σε φρούρια (π.χ. Μεθώνη, Κορώνη) απελευθερώθηκαν μετά τη Γαλλική Εκστρατεία του Μωριά.
Από την μελέτη των πρωτογενών πηγών είναι προφανές ότι ο Edward Codrington, δεν μιλά ποτέ συγκεκριμένα για «διάσωση αιχμαλώτων» ως ξεχωριστή επιχείρηση αλλά μιλά συνεχώς για «παύση εχθροπραξιών», «προστασία Ελλήνων», «τερματισμό δεινών». Συγκεκριμένα, μετά το 1827, ο Codrington, έστειλε αποστολές για προστασία πληθυσμών, απείλησε και περιόρισε τις επιχειρήσεις του Ιμπραήμ, επέβαλε Ναυτικό Έλεγχο και πέτυχε την εκκένωση της Πελοποννήσου. Με τον τρόπο αυτό, ο Codrington δεν απελευθέρωσε αιχμαλώτους με τα χέρια του αλλά οι ενέργειές του ήταν ο λόγος που χιλιάδες μπόρεσαν τελικά να επιστρέψουν.























































