Γράφει ο Γεράσιμος Λειβαδάς
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η είσοδος του θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» στον Βόσπορο πραγματοποιήθηκε την στις 11 π.μ. της 30ης Οκτωβρίου του 1918 (νέο
ημερολόγιο), μαζί με άλλα 63 συμμαχικά σκάφη την ημέρα που υπογράφηκε η συμφωνία της Κομπιένης για την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ιστορικό πλοίο αγκυροβόλησε στον Κεράτιο Κόλπο, μπροστά από τον σταθμό του Haidar Pasha, ως μέλος των συμμαχικών δυνάμεων. Ο ενθουσιασμός του Ελληνικού πληθυσμού της Πόλης ήταν απερίγραπτος προκαλώντας ρίγη συγκίνησης. Πλήθος παροίκων χαιρετούσαν έξαλλα το θωρηκτό από την παραλία.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
Μέχρι τότε, το θρυλικό θωρηκτό “Αβέρωφ” ανάσαινε ήσυχα στον κόλπο του Μούδρου, στη Λήμνο, περιστοιχισμένο από τα δεκάδες συμμαχικά σκάφη. Ξαφνικά, μια ηλεκτρική εκκένωση διέτρεξε τα καταστρώματα. Ο στόλος ξυπνούσε από τον λήθαργο. Με έναν μεταλλικό, απόκοσμο θόρυβο, οι βαριές άγκυρες ανασύρθηκαν από τον βυθό και από τις πλατιές καπνοδόχους ξέσπασαν πυκνά, μαύρα σύννεφα καπνού, σκίζοντας τη σιωπή. Ο ουρανός, βαρύς και θολός, έμοιαζε να υποκλίνεται μπροστά στο μεγαλείο εκείνης της αυγής, καθώς τα πολεμικά πλοία ευθυγραμμίζονταν με προορισμό το στόμιο
των Δαρδανελίων.
Προπορευόταν η Βρετανική μοίρα, ακολουθούμενη από τη Γαλλική και την Ιταλική. Και στο τέλος, με μια μεγαλοπρεπή σιωπή που έκοβε την ανάσα, η Ελληνική μοίρα, με τον “Αβέρωφ” επικεφαλής. Το ατσάλινο θεριό και τα τέσσερα ανιχνευτικά του έπλεαν προς το πεπρωμένο της ιστορίας, κουβαλώντας πάνω στις κάννες του τους πόθους ενός ολόκληρου γένους. Ο Ελληνικός στολίσκος αποτελείτο από τον μυθικός “Αβέρωφ” και τα τέσσερα πλοία της συνοδείας του, το “Βέλος”, ο “Αετός”, ο “Ιέραξ” και ο “Πάνθηρ”.
Καθώς ο στόλος έσκιζε τα νερά του Ελλησπόντου, γλιστρούσε ανάμεσα στα βυθισμένα κουφάρια του 1915, φαντάσματα των παλαιών, ανεπιτυχών προσπαθειών. Ανάμεσά τους, τα Βρετανικά ” HMS Majestic” και “ HMS Louis”, το Γαλλικό “Massena” και το εμπορικό “Santa Maria della Vittoria” έστεκαν σαν υγροί, σιωπηλοί τύμβοι, αφιερωμένοι στα τέκνα της Κοινοπολιτείας και της Γαλλίας που πότισαν με το αίμα τους το άνοιγμα των Στενών. Δεξιά και αριστερά στις ακτές, τα τρομερά οθωμανικά φρούρια που μέχρι χθες πρόβαλαν απειλητικά, το Σεντίλ Μπαχρ, το Κιλίτ Μπαχάρ, η Κριθιά και οι σειρές των φοβερών πυροβολαρχιών—έστεκαν τώρα βουβά και ταπεινωμένα, παραδομένα στα χέρια των Άγγλων στρατιωτών που είχαν αποβιβαστεί την προηγούμενη στην Καλλίπολη.
Με το ξημέρωμα της επομένης, μια απόκοσμη σιωπή απλώθηκε στα καταστρώματα. Όλων τα μάτια, γεμάτα προσμονή, ανίχνευαν επίμονα τα βάθη του ορίζοντα, διψώντας για τη σκιαγραφία της ονειρεμένης Πόλης. Στις οκτώ το πρωί, τα πλοία βρέθηκαν μπροστά στον Άγιο Στέφανο. Και τότε, σαν σε θαύμα, μέσα από τα χαμηλωμένα, βαριά σύννεφα, πρόβαλαν ορθωμένοι οι μιναρέδες και οι τρούλοι της Βασιλεύουσας, δικαιώνοντας τους πόθους αιώνων.
Σύμφωνα με το σχέδιο του Άγγλου ναυάρχου, οι συμμαχικές μοίρες έδεσαν στον Γαλατά. Η Ελληνική μοίρα, όμως, για λόγους ασφαλείας, τάχθηκε στο Χαϊντάρ Πασά, στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, απέναντι από την Αγιά Σοφιά. Από το κατάστρωμα του “Αβέρωφ”, ο ορίζοντας φαινόταν πεντακάθαρος. Οι ναύτες έβλεπαν τις ακτές της Πόλης να ασπρίζουν από τα μαντίλια και να πάλλονται από τις σημαίες ενός λαού που τους καρτερούσε από καιρό. Τα δάκρυα του κόσμου δεν φαινόντουσαν, οι φωνές δεν έφταναν ως το ατσάλινο σκαρί του θωρηκτού, μα η σιωπή ήταν πιο δυνατή, ήταν γεμάτη από τον κρυφό, κοινό παλμό της καρδιάς του Ελληνισμού που αντηχούσε μυστηριακά στις καρδιές των Ελλήνων ναυτικών.
Οι τουρκικές εντολές που απαγόρευαν στις λέμβους να προσεγγίσουν τα πλοία στάθηκαν ανίσχυρες μπροστά στο μεγαλείο της ημέρας. Μπροστά από την Αγιά Σοφιά, μπροστά από τις χιλιάδες των Ελλήνων που στέκονταν ακίνητοι στις προκυμαίες, πολλοί πια σε σημαιοστόλιστες βάρκες, ο “Αβέρωφ” ξέσπασε με τη δική του απάντηση: η μουσική του υψώθηκε στον ουρανό, πλημμύρισε τα στενά του Βοσπόρου με τις νότες του Εθνικού Ύμνου, σαν έναν αναπάντεχο απόηχο από το μέλλον.
Εκεί, ανάμεσα σε δύο ηπείρους, κάτω από το βλέμμα της Αγιάς Σοφιάς και τις ιαχές χιλιάδων ανθρώπων, ήταν η πρώτη φορά που οι Έλληνες ναυτικοί αισθάνθηκαν με δέος το απόλυτο βάρος της νίκης. Ήταν, επιτέλους, οι νικητές της ιστορίας, οι θυσίες τόσων χρόνων είχαν επιτέλους βρει το λιμάνι τους. Ώρες αργότερα, η μοίρα αποχαιρετούσε προσωρινά το αγκυροβόλιο με προορισμό τη Νικομήδεια.
Ο ΠΙΝΑΚΑΣ
Ο πίνακας δεν αποτελεί απλώς μια εικαστική αναπαράσταση, δεν είναι ένα προϊόν καλλιτεχνικής φαντασίας, αλλά μια αυθεντική, βιωμένη μαρτυρία, ένα ζωντανό ιστορικό ντοκουμέντο. Ο ζωγράφος του έργου, ο Λυκούργος Κογεβίνας, βρισκόταν εκείνη τη μνημειώδη ημέρα στην Κωνσταντινούπολη ως επίσημος ζωγράφος του στρατού και ανταποκριτής Αθηναϊκών εφημερίδων. Ο χρωστήρας του αιχμαλώτισε την αλήθεια με απόλυτη ακρίβεια.
Καθώς ο στόλος έσκιζε τα νερά του Ελλησπόντου, γλιστρούσε ανάμεσα στα βυθισμένα κουφάρια του 1915, φαντάσματα των παλαιών, ανεπιτυχών προσπαθειών. Ανάμεσά τους, τα Βρετανικά ” HMS Majestic” και “ HMS Louis”, το Γαλλικό “Massena” και το εμπορικό “Santa Maria della Vittoria” έστεκαν σαν υγροί, σιωπηλοί τύμβοι, αφιερωμένοι στα τέκνα της Κοινοπολιτείας και της Γαλλίας που πότισαν με το αίμα τους το άνοιγμα των Στενών. Δεξιά και αριστερά στις ακτές, τα τρομερά οθωμανικά φρούρια που μέχρι χθες πρόβαλαν απειλητικά, το Σεντίλ Μπαχρ, το Κιλίτ Μπαχάρ, η Κριθιά και οι σειρές των φοβερών πυροβολαρχιών—έστεκαν τώρα βουβά και ταπεινωμένα, παραδομένα στα χέρια των Άγγλων στρατιωτών που είχαν αποβιβαστεί την προηγούμενη στην Καλλίπολη.
Με το ξημέρωμα της επομένης, μια απόκοσμη σιωπή απλώθηκε στα καταστρώματα. Όλων τα μάτια, γεμάτα προσμονή, ανίχνευαν επίμονα τα βάθη του ορίζοντα, διψώντας για τη σκιαγραφία της ονειρεμένης Πόλης. Στις οκτώ το πρωί, τα πλοία βρέθηκαν μπροστά στον Άγιο Στέφανο. Και τότε, σαν σε θαύμα, μέσα από τα χαμηλωμένα, βαριά σύννεφα, πρόβαλαν ορθωμένοι οι μιναρέδες και οι τρούλοι της Βασιλεύουσας, δικαιώνοντας τους πόθους αιώνων.
Σύμφωνα με το σχέδιο του Άγγλου ναυάρχου, οι συμμαχικές μοίρες έδεσαν στον Γαλατά. Η Ελληνική μοίρα, όμως, για λόγους ασφαλείας, τάχθηκε στο Χαϊντάρ Πασά, στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, απέναντι από την Αγιά Σοφιά. Από το κατάστρωμα του “Αβέρωφ”, ο ορίζοντας φαινόταν πεντακάθαρος. Οι ναύτες έβλεπαν τις ακτές της Πόλης να ασπρίζουν από τα μαντίλια και να πάλλονται από τις σημαίες ενός λαού που τους καρτερούσε από καιρό. Τα δάκρυα του κόσμου δεν φαινόντουσαν, οι φωνές δεν έφταναν ως το ατσάλινο σκαρί του θωρηκτού, μα η σιωπή ήταν πιο δυνατή, ήταν γεμάτη από τον κρυφό, κοινό παλμό της καρδιάς του Ελληνισμού που αντηχούσε μυστηριακά στις καρδιές των Ελλήνων ναυτικών.
Οι τουρκικές εντολές που απαγόρευαν στις λέμβους να προσεγγίσουν τα πλοία στάθηκαν ανίσχυρες μπροστά στο μεγαλείο της ημέρας. Μπροστά από την Αγιά Σοφιά, μπροστά από τις χιλιάδες των Ελλήνων που στέκονταν ακίνητοι στις προκυμαίες, πολλοί πια σε σημαιοστόλιστες βάρκες, ο “Αβέρωφ” ξέσπασε με τη δική του απάντηση: η μουσική του υψώθηκε στον ουρανό, πλημμύρισε τα στενά του Βοσπόρου με τις νότες του Εθνικού Ύμνου, σαν έναν αναπάντεχο απόηχο από το μέλλον.
Εκεί, ανάμεσα σε δύο ηπείρους, κάτω από το βλέμμα της Αγιάς Σοφιάς και τις ιαχές χιλιάδων ανθρώπων, ήταν η πρώτη φορά που οι Έλληνες ναυτικοί αισθάνθηκαν με δέος το απόλυτο βάρος της νίκης. Ήταν, επιτέλους, οι νικητές της ιστορίας, οι θυσίες τόσων χρόνων είχαν επιτέλους βρει το λιμάνι τους. Ώρες αργότερα, η μοίρα αποχαιρετούσε προσωρινά το αγκυροβόλιο με προορισμό τη Νικομήδεια.
Ο ΠΙΝΑΚΑΣ
Ο πίνακας δεν αποτελεί απλώς μια εικαστική αναπαράσταση, δεν είναι ένα προϊόν καλλιτεχνικής φαντασίας, αλλά μια αυθεντική, βιωμένη μαρτυρία, ένα ζωντανό ιστορικό ντοκουμέντο. Ο ζωγράφος του έργου, ο Λυκούργος Κογεβίνας, βρισκόταν εκείνη τη μνημειώδη ημέρα στην Κωνσταντινούπολη ως επίσημος ζωγράφος του στρατού και ανταποκριτής Αθηναϊκών εφημερίδων. Ο χρωστήρας του αιχμαλώτισε την αλήθεια με απόλυτη ακρίβεια.
Στο μέσον του έργου, ο ατσάλινος γίγαντας, το γκρίζο θαλασσινό φρούριο που φέρει το όνομα του τιμημένου μεγάλου Αλεξανδρινού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, σκίζει με ορμή τα γαλάζια νερά του Βοσπόρου, εισέρχεται νικηφόρα, περήφανα και με μια συγκλονιστική μεγαλοπρέπεια στο στενότερο σημείο που ενώνει τις δύο ηπείρους, κουβαλώντας τις ελπίδες ενός ολόκληρου γένους. Η στιγμή είναι συγκλονιστική. Είναι η σφραγίδα του τέλους του μεγαλύτερου και αιματηρότερου πολέμου που είχε μέχρι τότε γνωρίσει η ανθρωπότητα.
Για την Ελλάδα, η παρουσία του “Αβέρωφ” ως μέρους του νικηφόρου συμμαχικού στόλου στον Βόσπορο ήταν η υπέρτατη δικαίωση της απόφασης του Ελευθερίου Βενιζέλου να βάλει τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ανατρέποντας τις ισορροπίες του Εθνικού Διχασμού.
Πάνω στο περήφανο σκάφος, οι μόνες ανθρώπινες φιγούρες που
διακρίνονται είναι λίγοι ναύτες, παραταγμένοι σε στάση προσοχής στην πλώρη. Οι ελληνικές σημαίες που κυματίζουν, πολύτιμο δώρο που είχαν εγχειρίσει οι Αλεξανδρινοί όταν ο “Αβέρωφ”, στο παρθενικό του ταξίδι έφτασε στην Αίγυπτο για να τιμήσει τη μνήμη του μεγάλου ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, μοιάζουν να συνομιλούν με τον άνεμο. Η επίσημη σημαία στην πλώρη και η τεράστια εθνική ναυτική σημαία στην πρύμνη, ανεμίζουν αγέρωχα, σαν να επιστρέφουν τον χαιρετισμό στα πλήθη που συνωστίζονται στην αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού του Χαϊντάρ Πασά, εκεί στην ασιατική ακτή, ανάμεσα στο Σκούταρι και τη Χαλκηδώνα. Στην θέση του επισείοντα διακρίνεται η σημαία του πλοίαρχου Γεώργιου Κακουλίδη, διοικητή της μοίρας (κυβερνήτης του “Αβέρωφ” ήταν ο πλοίαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος). Κι αντικριστά, λουσμένη στα λευκά μέσα από την πάχνη, ορθώνεται η Πόλη.
Η Αγιά Σοφιά ορίζει το τοπίο με τον επιβλητικό, μετέωρο τρούλο της να στεφανώνει τον πρώτο από τους επτά λόφους της Βασιλεύουσας. Εκεί όπου κάποτε, όπως ιστορούσε ο Στράβωνας, ο Βύζας θεμελίωσε την αποικία που και οι Μεγαρείς ονόμασαν Βυζάντιο προς τιμήν του, εκεί όπου αργότερα οι Οθωμανοί σουλτάνοι ρίζωσαν τα παλάτια τους, το Τοπ Καπί. Αριστερά του μεγάλου ιερού, ο χρωστήρας του ζωγράφου αποτυπώνει μια γεωγραφία γεμάτη ψιθύρους της ιστορίας: ασήμαντα κτήρια στέκουν εκεί που κάποτε ορθωνόταν το Μέγα Παλάτιον, το ανάκτορο της Δάφνης, το Αυγουσταίο, η Μαγναύρα, τα Μάγγανα και τα μεγαλόπρεπα λουτρά του Ζεύξιππου. Η μονή της Οδηγήτριας και οι ναοί του Αγίου Λαζάρου, του Αγίου Σωτήρος και της Νέας Εκκλησιάς, όπου αντηχούσαν κάποτε από τις προσευχές στον Χριστιανικό Θεό.
Αυτό το μυθικό σύμπαν εγκλωβίζεται στην ακτή από τα βυζαντινά τείχη, τα οποία ο Θεοδόσιος οικοδόμησε πάνω στις αρχαίες πέτρες, σφραγίζοντας τον χρόνο. Μια ολόκληρη αυτοκρατορία, φυλακισμένη ανάμεσα στο κύμα και τις αρχαίες οχυρώσεις, κρατά ακόμη ζωντανά τα θεία της μυστικά. Στην προκυμαία στο πρώτο πλάνο, πλήθος Ελλήνων κρατώντας λάβαρα χαιρετίζουν το “μεγάλο” πλοίο. Σε ιστιοφόρα και κωπήλατα σκάφη με τις ελληνικές σημαίες, κάποιοι αψηφούν την Τουρκική απαγόρευση και δειλά απομακρύνονται από την αποβάθρα για να νοιώσουν, έστω και λίγο πλησιέστερα το ιερό γεγονός που εκτυλίσσεται.
Η θάλασσα είναι γαλάζια, επίπεδη και ομοιόμορφη. Οι τολμηρές πινελιές δημιουργούν έναν διακριτικό ρυθμικό κυματισμό μεταδίδοντας την αίσθηση της κίνησης και της αναταραχής που προκαλεί ο βόρειος άνεμος που έρχεται από τον Εύξεινο. Ο Κογεβίνας χρησιμοποιεί μια εκλεπτυσμένη γκάμα από γκριζοπράσινες, βιολετί και αργυρές αποχρώσεις αποτυπώνοντας με ακρίβεια την ατμόσφαιρα του χειμωνιάτικου πρωϊνού στον Βόσπορο. Κοντά στην ακτή και γύρω από τις βάρκες το χρώμα σπάει με πιο σκούρους γήινους τόνους προσθέτοντας βάθος και πλαστικότητα.
Ο σχετικά ψηλά τοποθετημένος ορίζοντας επιτρέπει να ανοίξει την επιφάνεια της θάλασσας προσφέροντας άπλετο χώρο για να τοποθετηθεί ο όγκος του “Αβέρωφ” χωρίς να διαταράσσεται η ισορροπία του πίνακα. Παρά το μέγεθος του πλοίου, ο πίνακας δεν γέρνει προς τη μία πλευρά. Ο Κογεβίνας εξισορροπεί το βάρος του πολεμικού χρησιμοποιώντας τις διαγώνιες γραμμές που σχηματίζουν τα κουπιά και οι πλώρες από τις βάρκες στο προσκήνιο, οι οποίες λειτουργούν ως νοητοί οδηγοί που στρέφουν το βλέμμα του θεατή απευθείας πάνω στον “Αβέρωφ”.
Σε αντίθεση με την θάλασσα, ο ουρανός είναι βίαιος και απειλητικός. Η κρύα τραμουντάνα κάνει τα σύννεφα να τρέχουν συναγωνιζόμενα το ένα τ’ άλλο. Η βροχή φαίνεται να έχει αρχίσει να λούζει την πόλη στο βάθος, όπως ο χρωστήρας του Κογεβίνα πειστικά μας αποκαλύπτει με τις κάθετες γκρίζες και κίτρινες πινελιές του πάνω από το Τοπ Καπί. Ένα βαρύ σύννεφο πιο δω, σαν να στροβιλίζεται, σε μια προσπάθεια να ανταγωνιστεί τον γήινο καφεκόκκινο καπνό που εκτινάσσεται από τα ψηλά φουγάρα του πλοίου.
Χαμηλά στον γκρίζο, φορτωμένο ουρανό και την γαλάζια θάλασσα, πέντε λευκοί γλάροι σκίζουν τον άνεμο, φτερουγίζοντας αγέρωχα πάνω από τα ήπια κύματα. Δεν είναι απλώς πουλιά της θάλασσας, λειτουργούν ως ένας υπέροχος σχηματισμός, μοιάζουν με μια επίσημη, ουράνια επιτροπή υποδοχής, σταλμένη από το πεπρωμένο για να καλωσορίσει και να καθοδηγήσει τα πέντε ελληνικά πολεμικά που έφταναν για να σφραγίσουν το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Είναι μια ζωντανή, απόκοσμη γέφυρα ανάμεσα στα πλοία και την Πόλη. Κάθε γλάρος γίνεται το πνευματικό αντίκρισμα για κάθε ένα από τα πέντε Ελληνικά σκάφη. Ένα λευκό σημάδι ελπίδας στον γκρίζο ορίζοντα, που χαιρετά τη νικηφόρα αρμάδα καθώς εκείνη εισέρχεται στις σελίδες της αθανασίας.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εκεί, στα ταραγμένα νερά του Βοσπόρου, η αγέρωχη σιλουέτα του “Αβέρωφ” εμφανίζεται ως η υπέρτατη, χειροπιαστή δικαίωση της οραματικής τόλμης του Ελευθερίου Βενιζέλου. Λουσμένο στο λυκόφως της νικηφόρας Αντάντ, το θρυλικό σκαρί στάθηκε σαν ένας ζωντανός φάρος που, έστω και για μια ιστορική στιγμή, κατάφερε να υπερβεί το βαθύ, αιματηρό χάσμα του Εθνικού Διχασμού και να οδηγήσει το έθνος στο πεπρωμένο του. Κι όμως, η επίσημη ιστορία επέλεξε τη σιωπή, τα ημερολόγια του “Αβέρωφ”εκείνης της εμβληματικής ημέρας παραμένουν βουβά, ακρωτηριασμένα από τα αδυσώπητα νύχια της μετέπειτα εμφύλιας πόλωσης.
Γι’ αυτό ακριβώς, ο πίνακας αυτός ξεπερνά τα στενά όρια μιας ακόμη ναυτικής απεικόνισης σε κάποια ψυχρή μουσειακή αίθουσα. Μεταμορφώνεται σε ένα συγκλονιστικό, βιωματικό μνημείο μνήμης. Είναι ο καμβάς όπου συνυπάρχουν η ανείπωτη δόξα της νίκης του Μεγάλου Πολέμου και ο βουβός, επώδυνος θρήνος για την οριστική απώλεια της Πόλης που έμελε να ακολουθήσει. Στις πινελιές του καθρεφτίζεται το βίαιο ξύπνημα από το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας, το σβήσιμο των αιώνιων προσμονών, το κύκνειο άσμα μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας των ονείρων, και η τελεσίδικη αποκαθήλωση της Μεγάλης Ιδέας. Είναι ο επίλογος μιας πατρίδας που άγγιξε το απόλυτο φως της εθνικής της ολοκλήρωσης, μόνο και μόνο για να δει τα οράματά της να συντρίβονται, αφήνοντας πίσω τους μια ανεξίτηλη, γλυκόπικρη πληγή στην αιώνια ψυχή του ελληνισμού.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ ΚΟΓΕΒΙΝΑ
Ο Κερκυραίος Λυκούργος Κογεβίνας γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1887 σε εύπορη οικογένεια. Ξεκίνησε την μαθητεία του στην ζωγραφική από πολύ νωρίς, ενώ συνδέθηκε φιλικά με τον Βικέντιο Μποκατσιάμπη και τον Άγγελο Γιαλλινά. Σε νεαρή ηλικία βρέθηκε στην Ρώμη όπου μελέτησε τα κλασικά έργα της πόλης. Στα 17 του γράφτηκε στην Academie Julian στο Παρίσι όπου σπούδασε για ένα χρόνο. Αργότερα έφυγε για το Μόναχο όπου συνέχισε τις σπουδές του.
Είχε αρχίσει να εκθέτει από το 1909. Το 1915 είχε την πρώτη του ατομική έκθεση στον Παρνασσό. Το 1918 υπηρέτησε ως εθελοντής στην Βόρειο Ήπειρο και παράλληλα ορίστηκε ζωγράφος του στρατού από την Κυβέρνηση του Βενιζέλου. Νυμφεύθηκε την Μιχαήλα Αβέρωφ το 1919, εξαδέλφη του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί ασχολήθηκε με την τυπογραφία και την οξυγραφία και το 1922 εξέδωσε σε λεύκωμα τα γνωστά έργα του με θέματα από το Άγιο Όρος.
Επέστρεψε στην Αθήνα το 1933 έχοντας πιά γίνει γνωστός ως πρωτοπόρος στην χαλκογραφία, την οξυγραφία και θεωρείται από τους πρώτους που δούλεψε στο ρεύμα του Ελληνικού Ιμπρεσιονισμού. Η φυματίωση που τον κτύπησε στις αρχές του ’30, τελικά τον κατέβαλε και πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1940.
























































