Ο μελλοντικός παροπλισμός των ελληνικών φρεγατών τύπου “Standard” και μια πρόταση για τη μουσειακή τους ανάδειξη. Ένα άρθρο που στοχεύει σε προβληματισμό και έναρξη ενός εποικοδομητικού διαλόγου.
Γράφει ο Λεωνίδας Τσιαντούλας
Εδώ και λίγα χρόνια το Πολεμικό Ναυτικό έχει αρχίσει να εισέρχεται σε μια αλλαγή εποχής. Η σταδιακή ένταξη των φρεγατών τύπου «Belharra» (μία το 2026, δύο το 2027, μία το 2028) αλλά και οι αναμενόμενες από το 2028 και μετά 2+2 φρεγάτες τύπου FREMM σηματοδοτούν το τέλος μιας μακράς και κρίσιμης περιόδου κατά την οποία οι φρεγάτες τύπου “Standard” αποτέλεσαν την βασική δύναμη κρούσης του Στόλου μας. Αυτό επίσης σημαίνει ότι αφού κάθε νέα φρεγάτα αντικαθιστά, εν τοις πράγμασι, μία “Standard”, οι αποσύρσεις των φρεγατών τύπου “Standard” έχουν αρχίσει και θα αναπόφευκτα θα συνεχιστούν .
To παρόν άρθρο επιδιώκει να προτείνει τι μπορεί να γίνει όταν ολοκληρωθεί ο παροπλισμός των ελληνικών φρεγατών τύπου “Standard” ώστε αυτές να παραμείνουν με τον τρόπο που τους αναλογεί στη συλλογική μας ιστορική μνήμη.
Οι φρεγάτες τύπου “Standard”
Οι φρεγάτες τύπου Standard αποτελούν, ιστορικά, τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού στόλου επιφανείας για περισσότερα από σαράντα χρόνια. Η κλάση σχεδιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από το Ολλανδικό Πολεμικό Ναυτικό, με την ονομασία Kortenaer, ως γενικού τύπου φρεγάτες ικανές για αντιαεροπορικό, ανθυποβρυχιακό πόλεμο και πόλεμο επιφανείας. Ναυπηγήθηκαν στα ναυπηγεία de Schelde του Vlissingen και Wilton-Fijenoord του Ρότερνταμ μεταξύ 1975 και 1982.
Το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό απέκτησε συνολικά δέκα μονάδες αυτής της κλάσης σε δύο φάσεις. Οι πρώτες δύο, οι Φ/Γ ΕΛΛΗ (F-450) και Φ/Γ ΛΗΜΝΟΣ (F-451), ναυπηγήθηκαν εξαρχής για λογαριασμό της Ελλάδας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και παραλήφθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με μεγαλύτερο υπόστεγο ελικοπτέρων και διαφορετικό οπλισμό σε σχέση με τις ολλανδικές αδελφές μονάδες. Οι υπόλοιπες οκτώ (ΑΔΡΙΑΣ, ΑΙΓΑΙΟΝ, ΚΑΝΑΡΗΣ, ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ, ΝΑΒΑΡΙΝΟΝ, ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ, ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ) αγοράστηκαν μεταχειρισμένες από το Ολλανδικό Ναυτικό στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, καθώς η Ολλανδία αντικαθιστούσε τον στόλο της με τις νεότερες φρεγάτες κλάσης Karel Doorman.
Έξι από τις δέκα μονάδες (ΕΛΛΗ, ΛΗΜΝΟΣ, ΑΔΡΙΑΣ, ΑΙΓΑΙΟΝ, ΝΑΒΑΡΙΝΟΝ και ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ) πέρασαν από εκτενές πρόγραμμα εκσυγχρονισμού μέσης ζωής μεταξύ 2004 και 2009. Από τις μη εκσυγχρονισμένες μονάδες, ΚΑΝΑΡΗΣ και ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ, θεωρούνται ως οι επόμενες υποψήφιες προς παροπλισμό, ενώ η ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ είναι ήδη παροπλισμένη από το 2013 και ο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ παροπλίστηκε τον περασμένο Μάρτιο.
Για σαράντα και πλέον χρόνια, τα πλοία αυτά, ως κύριες μονάδες κρούσεως, ήταν η υλική έκφραση της κυριαρχίας της Ελλάδας στο Αιγαίο, ο ορατός συμβολισμός μιας χώρας που υπερασπίζεται τα κυριαρχικά της δικαιώματα σε μια από τις πιο διαμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές της Ευρώπης. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα, αυτά τα πλοία πρωταγωνίστησαν σε κάθε κρίση, κάθε επιχείρηση, κάθε ανάγκη. Πλήρωμα μετά από πλήρωμα, άνδρες και γυναίκες, αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και ναύτες εκπαιδεύτηκαν πάνω τους και μεγάλωσαν μαζί τους, διαμορφώνοντας αντίληψη πατριωτισμού, καθήκοντος και ναυτοσύνης. Αυτό το γεγονός καθιστά αυτά τα σκαριά κατεξοχήν φορείς συλλογικής εμπειρίας και εθνικής μνήμης. Όταν παροπλιστούν θα κλείσει ένα σοβαρό κεφάλαιο ζωντανής ιστορίας του ΠΝ.
Στο παρελθόν, μερικές περιπτώσεις απόσυρσης σημαντικών ιστορικά πλοίων του ΠΝ όπως το “Αβέρωφ”, το “Βέλος” και το υποβρύχιο “Πρωτεύς” είχαν το ευτυχέστερο δυνατό τέλος. Τα σκάφη διατηρήθηκαν ολόκληρα και σήμερα αποτελούν ζωντανά και επισκέψιμα μουσεία.
Είναι βεβαίως απόλυτα κατανοητό ότι οι φρεγάτες “Standard”, όσο σημαντικές κι αν είναι για την πρόσφατη επιχειρησιακή ιστορία του στόλου, δεν έχουν την ιστορικότητα και τον υψηλό εθνικό συμβολισμό που θα δικαιολογούσε τη διατήρηση επ’ αόριστον ενός ολόκληρου σκάφους στο νερό ως πλωτό μουσείο, με πολύ υψηλό κόστος μετατροπής και συντήρησης. Στο πρόβλημα της διατήρησης της ιστορικής μνήμης αλλά με ένα διαχειρίσιμο κόστος το Ολλανδικό Πολεμικό Ναυτικό έδωσε μια έξυπνη ενδιάμεση λύση.
Το ολλανδικό παράδειγμα: Η γέφυρα της Φ/Γ De Ruyter στο Marinemuseum
Το Marinemuseum (Ναυτικό Μουσείο) του Den Helder, στη βόρεια Ολλανδία, στεγάζεται στο ιστορικό ναυπηγείο Willemsoord και αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα στην Ευρώπη συνδυασμού Nαυτικής Iστορίας με σύγχρονη μουσειακή εμπειρία. Στον υπαίθριο χώρο του μουσείου, δίπλα στο υποβρύχιο Tonijn (πλήρως προσβάσιμο στο κοινό) και στο θωρακισμένο πλοίο Schorpioen του 19ου αιώνα, βρίσκεται η γέφυρα, ο θόλος ραντάρ και ο κύριος ιστός της φρεγάτας “De Ruyter”, ναυαρχίδας του ολλανδικού στόλου, που παροπλίστηκε το 1991.
Το υπόλοιπο σώμα του πλοίου διαλύθηκε, αλλά το Ολλανδικό Πολεμικό Ναυτικό επέλεξε να διασώσει και να μεταφέρει στη στεριά ολόκληρο το ανωδομικό τμήμα της γέφυρας (τριών επιπέδων) μαζί με τον κύριο ιστό και το πρωτοποριακό για την εποχή του τρισδιάστατο ραντάρ, ένα από τα πρώτα επιχειρησιακά συστήματα του είδους παγκοσμίως.
Το πρώτο επίπεδο αποτελεί ένα χώρο υποδοχής για το κοινό, όπου με χρήση σύγχρονων οθονών τοποθετημένων σε παλαιές συσκευές, που προέρχονται από το Κέντρο Πληροφοριών Μάχης, δίνονται πληροφορίες για την ιστορία και τις δυνατότητες του πλοίου.
Στη συνέχεια, μέσω της εσωτερικής σκάλας του πλοίου, οδηγούμαστε στο επόμενο επίπεδο, αυτό της Γέφυρας η οποία δεν είναι μόνο ένα στατικό έκθεμα. Οι επισκέπτες μπορούν να καθίσουν στις αυθεντικές κονσόλες διακυβέρνησης, και μέσω ειδικά σχεδιασμένης διαδραστικής οπτικοακουστικής εμπειρίας με την ονομασία «Cold Storm» να μπούν για λίγα λεπτά στον ρόλο του πληρώματος που καλείται να αντιμετωπίσει ένα προσομοιωμένο σκηνικό πολεμικής κρίσης.
Αυτή η ολλανδική μουσειακή μεθόδευση έχει τρία εμφανέστατα πλεονεκτήματα συγκριτικά με τη διατήρηση ολόκληρου του σκάφους: Σημαντικά μικρότερο κόστος συντήρησης (καμία ανάγκη δεξαμενισμού ή αντιδιαβρωτικής προστασίας υφάλων), σημαντικά μικρότερη απαίτηση χώρου στη στεριά και (ίσως το πιο σημαντικό) τη δυνατότητα να μετατραπεί η γέφυρα σε ένα ενεργό, βιωματικό χώρο τεχνολογικά σύγχρονης εκπαιδευτικής αφήγησης, αντί για ένα παθητικό «κουφάρι» πλοίου προς επίσκεψη.
Δείτε ένα σύντομο βίντεο από το εσωτερικό του μουσειακού εκθέματος:
Eφαρμογή του Ολλανδικού παραδείγματος στην ελληνική πραγματικότητα
Σε αναλογία με την Ολλανδική μεθόδευση εκτιμάται ότι θα ήταν χρήσιμο να μελετηθεί η από πλευράς μας ανάλογη αντιμετώπιση για τις συντόμως παροπλιζόμενες φρεγάτες τύπου Standard. Δηλαδή, τη διάσωση και μεταφορά, σε κατάλληλο υπαίθριο χώρο, της πλήρους πρωραίας υπερκατασκευής και του πρωραίου ιστού μιας εκ των φρεγατών τύπου Standard και μετατροπή της σε βιωματική εμπειρία με εκμετάλευση της τεχνολογίας επαυξημένης πραγματικότητας (augmented reality) και κατάλληλου οπτικοακουστικού περιβάλλοντος.
Σε αντίθεση με ένα ολόκληρο πολεμικό πλοίο, το οποίο απαιτεί μόνιμο ελλιμενισμό, συνεχή άντληση υδάτων, δεξαμενισμούς και ιδιαίτερα υψηλό κόστος συντήρησης, η διατήρηση μόνο της υπερκατασκευής και η τοποθέτησή της στην ξηρά μειώνει θεαματικά το οικονομικό βάρος. Με κατάλληλη αντιδιαβρωτική προστασία και περιοδική συντήρηση, το έκθεμα θα μπορούσε να παραμείνει σε άριστη κατάσταση για πολλές δεκαετίες.
Επιπλέον, η συγκεκριμένη μορφή εκθέματος προσφέρει σημαντικές εκπαιδευτικές δυνατότητες. Οι επισκέπτες θα μπορούν να εισέρχονται στη γέφυρα, να γνωρίζουν τον τρόπο λειτουργίας ενός σύγχρονου πολεμικού πλοίου και να κατανοούν τον ρόλο του πληρώματος και των συσκευών. Η εμπειρία αυτή θα είναι πολύ πιο ουσιαστική από την απλή παρατήρηση ενός στατικού αντικειμένου.
Παράλληλα, ένα τέτοιο έκθεμα μπορεί να αποκτήσει έντονη πολιτιστική και τουριστική διάσταση. Με σύγχρονο φωτισμό, ενημερωτικές πινακίδες, ψηφιακές εφαρμογές επαυξημένης πραγματικότητας και ηχητικές αφηγήσεις, μπορεί να μετατραπεί σε ένα διαδραστικό μουσείο. Η εμπειρία θα μπορούσε να συμπληρώνεται από ιστορικές φωτογραφίες, βίντεο, προφορικές μαρτυρίες πληρωμάτων και πληροφορίες για τη συμβολή των φρεγατών στην άμυνα της χώρας.
Το από ποιά φρεγάτα θα αφαιρεθεί η υπερκατασκευή και το πότε, είναι από μόνη της μια πολύπλοκη απόφαση που θα πρέπει να παρθεί από το ΠΝ ανάλογα με την εξέλιξη των πραγμάτων και την κατάσταση των πλοίων.
Χώρος τοποθέτησης
Ο χώρος τοποθέτησης του τμήματος του πλοίου, ώστε να είναι προσβάσιμο από το κοινό, αποτελεί εξίσου σημαντική απόφαση. Αρχικά θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το φυσικό σημείο εγκατάστασης ενός τέτοιου εκθέματος είναι το Πάρκο Ναυτικής Παράδοσης «Οδυσσέας», όπου φιλοξενούνται ήδη σημαντικά πλοία-μουσεία του Πολεμικού Ναυτικού. Ωστόσο, μετά από προσεκτικότερη εξέταση, προκύπτει ότι ο διαθέσιμος χώρος δεν επαρκεί για την τοποθέτηση ενός τόσο ογκώδους εκθέματος, χωρίς να επηρεαστεί η αισθητική και η λειτουργικότητα του πάρκου. Η πυκνή διάταξη των υφιστάμενων εκθεμάτων περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες ανάδειξης μιας κατασκευής ύψους πολλών μέτρων, όπως η γέφυρα και ο κύριος ιστός μιας φρεγάτας.
Αντίθετα, σε μικρή απόσταση από το Πάρκο Ναυτικής Παράδοσης βρίσκεται το Πάρκο Φλοίσβου, ένας εκτεταμένος παραλιακός χώρος που προσφέρει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες ανάπτυξης ενός υπαίθριου μουσειακού εκθέματος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στο πάρκο έχει ήδη τοποθετηθεί ο πυργίσκος ενός υποβρυχίου ως μνημείο αφιερωμένο στους πεσόντες υποβρυχίους του Πολεμικού Ναυτικού. Η παρουσία αυτού του μνημείου αποδεικνύει ότι ο Δήμος Παλαιού Φαλήρου έχει ήδη αποδεχθεί τη φιλοξενία ναυτικών ιστορικών εκθεμάτων στον δημόσιο χώρο, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα θετικό προηγούμενο.
Η τοποθέτηση της γέφυρας μιας φρεγάτας δίπλα στον πυργίσκο του υποβρυχίου θα δημιουργούσε έναν ακόμα μικρό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό πυρήνα σύγχρονης ναυτικής ιστορίας. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα θα συνυπήρχαν στον ίδιο δημόσιο χώρο δύο διαφορετικά εμβληματικά τμήματα πολεμικών πλοίων, που αντιπροσωπεύουν δύο βασικούς πυλώνες της επιχειρησιακής ισχύος του Πολεμικού Ναυτικού: τις μονάδες επιφανείας και τα υποβρύχια.
Η επιλογή αυτή παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα. Το Πάρκο Φλοίσβου αποτελεί έναν από τους πλέον επισκέψιμους δημόσιους χώρους της Αττικής. Χιλιάδες πολίτες, οικογένειες, μαθητές και τουρίστες το επισκέπτονται καθημερινά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ένα εντυπωσιακό έκθεμα, όπως η γέφυρα μιας φρεγάτας με τον χαρακτηριστικό κύριο ιστό, θα αποτελούσε αναμφίβολα ένα νέο σημείο αναφοράς της παραλιακής ζώνης.
Βεβαίως, η πρόταση συνοδεύεται και από ορισμένες προκλήσεις. Η πρώτη αφορά τη μεταφορά και εγκατάσταση του εκθέματος. Η αποκοπή της γέφυρας και του κυρίου ιστού απαιτεί εξειδικευμένη τεχνική μελέτη, ώστε να διατηρηθεί η στατική επάρκεια της κατασκευής. Θα απαιτηθεί επίσης μεταφορά με πλωτό γερανό και ειδικά οχήματα, καθώς και κατασκευή ισχυρής βάσης από οπλισμένο σκυρόδεμα.
Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά την αισθητική ένταξη στο περιβάλλον του πάρκου. Η κατασκευή δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό μεταλλικό αντικείμενο τοποθετημένο σε πλακόστρωτο. Αντίθετα, θα πρέπει να ενσωματωθεί σε έναν ολοκληρωμένο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό με φυτεύσεις, καθιστικά, σκίαση, φωτισμό και διαδρομές περιήγησης, ώστε να αποτελεί οργανικό στοιχείο του δημόσιου χώρου.
Εξίσου σημαντικό είναι το θέμα της διαχείρισης. Η λειτουργία ενός επισκέψιμου εκθέματος απαιτεί σαφή καθορισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ του Δήμου Παλαιού Φαλήρου και του Πολεμικού Ναυτικού. Ένα προγραμματικό πλαίσιο συνεργασίας θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη μακροχρόνια συντήρηση και αξιοποίηση του έργου.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, τα συνολικά οφέλη υπερτερούν σημαντικά. Το Πάρκο Φλοίσβου διαθέτει τον απαιτούμενο χώρο, την υψηλή επισκεψιμότητα και την κατάλληλη παραθαλάσσια φυσιογνωμία για να φιλοξενήσει ένα έκθεμα που θα αναδεικνύει τη σύγχρονη ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού. Η γειτνίαση με το μνημείο των υποβρυχίων προσδίδει επιπλέον συμβολική συνοχή, δημιουργώντας έναν ενιαίο χώρο μνήμης αφιερωμένο στους ανθρώπους και τα πλοία που υπηρέτησαν την ασφάλεια της χώρας.
Προτεινόμενη μεθόδευση υλοποίησης του έργου σε δύο διακριτές φάσεις
Η υλοποίηση ενός τόσο πρωτότυπου και σύνθετου έργου, όπως η διάσωση και ανάδειξη της υπερκατασκευής μιας φρεγάτας τύπου Kortenaer, είναι σκόπιμο να πραγματοποιηθεί σε δύο διαδοχικές φάσεις. Η προσέγγιση αυτή μειώνει το αρχικό οικονομικό κόστος, διευκολύνει τη χρηματοδότηση, επιτρέπει την ταχύτερη ολοκλήρωση του βασικού εκθέματος και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη σταδιακή εξέλιξή του σε ένα από τα πλέον σύγχρονα διαδραστικά ναυτικά εκθέματα της Ευρώπης.
Η πρώτη φάση περιλαμβάνει αρχικά την αποκοπή της πρωραίας υπερκατασκευής του πλοίου που περιλαμβάνει τη γέφυρα, τον κύριο ιστό, τα καταστρώματα Sea Sparrow και Harpoon και τους χώρους ενδιαίτησης Αξιωματικών, με τρόπο που να διασφαλίζει την ακεραιότητα και τη στατική τους επάρκεια. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η μεταφορά της υπερκατασκευής με πλωτό γερανό και ειδικά μέσα, η θεμελίωσή της σε ειδικά διαμορφωμένη βάση και η αποκατάσταση όλων των εξωτερικών και εσωτερικών χώρων που θα είναι επισκέψιμοι.
Το έκθεμα θα λειτουργήσει αρχικά ως ένας σύγχρονος υπαίθριος μουσειακός χώρος. Οι επισκέπτες θα μπορούν να περιηγούνται στη γέφυρα, να γνωρίζουν τα όργανα ναυτιλίας, τις θέσεις εργασίας του κυβερνήτη και των αξιωματικών φυλακής και να ενημερώνονται μέσω πληροφοριακών πινακίδων, φωτογραφικού υλικού και οπτικοακουστικών παρουσιάσεων για την ιστορία των φρεγατών τύπου Kortenaer και τη συμβολή τους στην επιχειρησιακή δράση του Πολεμικού Ναυτικού. Ήδη από αυτή τη φάση, το έργο θα αποτελεί ένα μοναδικό μνημείο της σύγχρονης ελληνικής ναυτικής ιστορίας και έναν νέο πόλο πολιτιστικού ενδιαφέροντος για την Αττική.
Η δεύτερη φάση θα σηματοδοτήσει τη μετάβαση από το συμβατικό μουσείο σε μια ολοκληρωμένη ψηφιακή εμπειρία, αξιοποιώντας τεχνολογίες επαυξημένης πραγματικότητας (Augmented Reality – AR), μικτής πραγματικότητας (Mixed Reality – MR) και τεχνητής νοημοσύνης. Χωρίς να αλλοιωθεί ο αυθεντικός χαρακτήρας του εκθέματος, ο επισκέπτης θα μπορεί, μέσω ειδικών γυαλιών ή ακόμη και του κινητού του τηλεφώνου, να βλέπει τον χώρο όπως ακριβώς ήταν όταν το πλοίο βρισκόταν σε ενεργό υπηρεσία.
Οι ψηφιακές εφαρμογές θα αναπαριστούν τα ηλεκτρονικά όργανα σε λειτουργία, τις ενδείξεις των ραντάρ, τις κινήσεις του πληρώματος και τις διαδικασίες χειρισμού του πλοίου κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων ή ασκήσεων. Ψηφιακοί χαρακτήρες θα μπορούν να παρουσιάζουν στους επισκέπτες τα καθήκοντα κάθε μέλους του πληρώματος, ενώ τρισδιάστατες αναπαραστάσεις θα επιτρέπουν την εικονική παρατήρηση τμημάτων του πλοίου που δεν έχουν διασωθεί. Παράλληλα, θα μπορούν να προβάλλονται ιστορικές αποστολές στις οποίες συμμετείχαν οι ελληνικές φρεγάτες, καθώς και αφηγήσεις από αξιωματικούς και ναύτες που υπηρέτησαν σε αυτές.
Η επιλογή αυτής της σταδιακής ανάπτυξης σε 2 φάσεις προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα. Το έργο αποκτά λειτουργικότητα ήδη από την πρώτη φάση, προσελκύοντας επισκέπτες και ενισχύοντας το ενδιαφέρον πιθανών χορηγών και φορέων χρηματοδότησης για την ολοκλήρωση της δεύτερης. Παράλληλα, η ενσωμάτωση των ψηφιακών τεχνολογιών μπορεί να πραγματοποιηθεί σταδιακά, ακολουθώντας τις εξελίξεις της τεχνολογίας και χωρίς να απαιτείται εξαρχής η δέσμευση μεγάλων οικονομικών πόρων.
Με αυτόν τον τρόπο, το έργο δεν θα αποτελεί απλώς ένα ακόμη στατικό ναυτικό έκθεμα, αλλά ένα «ζωντανό μουσείο» που θα εξελίσσεται διαρκώς. Θα συνδυάζει την αυθεντικότητα ενός ιστορικού αντικειμένου με τις απεριόριστες δυνατότητες της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας, προσφέροντας μια εμπειρία που θα απευθύνεται τόσο στους ιστορικούς και τους βετεράνους του Πολεμικού Ναυτικού όσο και στις νεότερες γενιές, οι οποίες θα γνωρίζουν τη σύγχρονη ναυτική ιστορία μέσα από έναν τρόπο διαδραστικό, βιωματικό και τεχνολογικά πρωτοποριακό.
Σύνοψη
Ο παροπλισμός των ελληνικών φρεγατών τύπου Standard είναι αναπόφευκτος και, σε ένα βαθμό, ήδη σε εξέλιξη. Το ερώτημα είναι τι θα απομείνει από αυτά τα πλοία στη συλλογική μνήμη της χώρας. Το ολλανδικό παράδειγμα του Marinemuseum στο Den Helder αποδεικνύει ότι η τοποθέτηση της υπερκατασκευής της γέφυρας και του κυρίου ιστού μιας φρεγάτας τύπου Standard στο Πάρκο Φλοίσβου και μια καλά σχεδιασμένη ψηφιακή αφήγηση γύρω τους θα μπορούσε να αποτελέσει μια ιδιαίτερα ρεαλιστική, λειτουργική και ιστορικά τεκμηριωμένη πρόταση.
Με κατά πολύ περιορισμένο κόστος σε σύγκριση με τη διατήρηση ενός ολόκληρου πλοίου, η Ελλάδα θα αποκτούσε ένα πολύ σημαντικό υπαίθριο μνημειακό έκθεμα αφιερωμένο στη σύγχρονη εποχή του Πολεμικού Ναυτικού. Πρόκειται για μια πρόταση που συνδυάζει τη διάσωση της ναυτικής κληρονομιάς, την εκπαιδευτική αξιοποίηση, την τουριστική ανάπτυξη και τον σεβασμό προς τις γενιές των στελεχών που υπηρέτησαν στις φρεγάτες της κλάσης “ΕΛΛH”. Αν σχεδιαστεί με υψηλές αρχιτεκτονικές και μουσειολογικές προδιαγραφές, μπορεί να αποτελέσει ένα νέο τοπόσημο της αθηναϊκής παραλίας και ένα διαχρονικό σύμβολο της σύγχρονης ελληνικής ναυτικής ιστορίας.
Με συντονισμένη δράση του Πολεμικού Ναυτικού, δυνητικών χορηγών αλλά και εθελοντών η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει το τέλος της επιχειρησιακής ζωής των φρεγατών “Standard” σε δημιουργία ενός νέου χώρου ιστορικής μνήμης για τις νεώτερες γενιές.






















































