Γράφει ο Ελευθέριος Σφακτός
Το Πολεμικό Ναυτικό, ήταν πάντα πρωτοπόρο σε κάθε εξέλιξη που αφορούσε πλοία και οπλισμό, παρά τα πενιχρά οικονομικά μέσα του κράτους, την αντίδραση των παλαιών στελεχών σε κάθε καινοτόμο αλλαγή, των λεγόμενων «Έμπειρικών» και τη πολιτική αστάθεια που συχνά πυκνά αντιμετώπιζε η νεότερη Ελλάδα
Αδιάψευστες μαρτυρίες από τις πρωτοπορίες που έχει να παρουσιάσει το Ναυτικό μας είναι: Η ατμοκορβέτα ¨Καρτερία¨ (1826), τα περιστρεφόμενα πυροβόλα στη Θωρακοβάριδα ¨Βασιλεύς Γεώργιος¨ (1867), τα νέα όπλα, τα «Ναύκλαστρα» (1878), τα Τορπιλοβόλα σκάφη (1881-85), η αγορά υποβρυχίου τύπου Nordenefelt (1887), η πρώτη παγκόσμια επίθεση με το ¨Υ/Β Δελφίν¨ έστω και αποτυχημένη (1912), η Ναυτική Αεροπορία το 1912. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί και η σύσταση του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ) το 1861, επί Όθωνος. Κάλυπτε όλους τους «εργάτες θαλάσσης» (Εμπορικού και Πολεμικού Ναυτικού,) πλην των αξιωματικών του δεύτερου. Ήταν ο πρώτος ασφαλιστικός οργανισμός στην Ελλάδα και ο δεύτερος ναυτικός ασφαλιστικός οργανισμός παγκοσμίως.
Τα ύφαλα του σκάφους είναι το πιο τρωτό τμήμα από όλα τα μέρη του πλοίου, η «αχίλλειος πτέρνα» θα λέγαμε. Το σημείο αυτό στόχευαν από ανέκαθεν οι εμπόλεμοι ναυτικοί στόλοι προκειμένου να επιφέρουν καίρια πλήγματα στον εχθρό. Το έμβολο κατά τους αρχαίους και μέσους χρόνους, και το πυρπολικό την εποχή της ιστιοφορίας, ήταν το μέσον επιτυχίας κατά τις δύο μεγάλες περιόδους της ναυτικής ιστορίας.
Τα «Ναύκλαστρα» έκαναν την εμφάνισή τους στα μέσα του 19ου αιώνα, και διακρίνονταν σε επιθετικά και αμυντικά ¨Ναύκλαστρα¨. Επιθετικά ήταν οι τορπίλες, και αμυντικά οι νάρκες. Το «ελληνικότατο» ναύκλαστρο προέρχεται από τις λέξεις «ναύς» (πλοίο) και «κλάω» (θραύω, τσακίζω, αποκόπτω) =σπάζω δημιουργό ρήγμα στο πλοίο.
Η εμφάνιση του νέου όπλου επέφερε πραγματική επανάσταση σε όλους τους τομείς της ναυτικής πολεμικής στρατηγικής, με μεγαλύτερη την ανάγκη ναυπήγησης νέων σκαφών για τη χρήση τους αλλά και για την αντιμετώπιση αυτών όπως: Τορπιλοθέτιδες, (Ναρκοθέτιδες), τορπιλοβόλα, υποβρύχια, μικρά ταχέα σκάφη και αντιτορπιλικά.
Η τορπίλη (ή τορπίλλη) πέρασε πολλά στάδια μέχρι να τελειοποιηθεί και να φτάσει στη σημερινή της μορφή. Πρώτος που συνέλαβε τη σκέψη κατασκευής υφάλου όπλου (μια μορφή υποβρύχιας νάρκης που την ονόμασε τορπίλη), ήταν ο αμερικανός Robert Fulton (1798) χωρίς τελική επικράτηση. Ακολούθησε ο αυστριακός πλοίαρχος Lupis (1862) ο οποίος σε συνεργασία με τον Σκωτσέζο μηχανικό Robert Whitehead κατασκεύασαν την πρώτη «αυτοκίνητη» τορπίλη τον Οκτώβριο του 1866. Το Βρετανικό ναυαρχείο το 1871αγόρασε το προνόμιο κατασκευής τορπιλών τύπου Whitehead. Σε αυτό είχε προηγηθεί η Αυστρία το 1868. Ακολούθησαν οι Γερμανοί 1882 και οι Γάλλοι το 1888. Έκτοτε ο τύπος αυτός υπέστη πολυπλοκότατες βελτιώσεις που την κατέστησαν ένα πολύ επικίνδυνο όπλο. Από τις σημαντικές βελτιώσεις είναι η εισαγωγή του γυροσκοπίου το 1897. Η Ελλάδα δέχθηκε το νέο όπλο το 1880.
Με τον όρο «τορπίλη» ορίζονταν όλα τα υποβρύχια εκρηκτικά μηχανήματα μέχρι και το 1916. Από του έτους εκείνου ο όρος «τορπίλη» περιορίστηκε μόνο για τις αυτοκινούμενες τορπίλες, όλα δε τα άλλα υποβρύχια εκρηκτικά μηχανήματα ονομάστηκαν «νάρκες».
Η νάρκη (αμυντικό ναύκλαστρο), μετά τη πρωτόγονη μορφή της που χρησιμοποιήθηκε στον εμφύλιο πόλεμο της Β. Αμερικής (1861-1865), συνεχώς τελειοποιείτο και η χρήση της γινότανε όλο και εντατικότερη. Ήταν δε τρείς τύποι.
Η κρουστική νάρκη (εκρήγνυται όταν το πλοίο πρόσκρουση σε αυτή), η ακουστική (ο κρουστικός μηχανισμός διεγείρεται από τα ηχητικά κύματα που προκαλούνται με τη περιστροφή της έλικας του πλοίου που περνάει πάνω από αυτή), και η μαγνητική νάρκη (εκρήγνυται από το μαγνητικό πεδίο του πλοίου που περνά επάνω από αυτή).
Η πρώτη πόντιση ναρκών (ή υποβρυχίων τορπιλών όπως λεγόντουσαν τότε), φαίνεται να έγινε σε άσκηση γυμνασίων τον Μάρτιο του 1881 στη περιοχή μεταξύ Στυλίδας και Ωρεών. Την ίδια περίοδο ακολούθησαν οι εργασίες της «διά τορπιλών οχυρώσεως των δύο σταθμών» της Λιθάδας στη βόρεια είσοδο του Βορείου Ευβοϊκού. . Έκτοτε η πόντιση ναρκοπεδίων μπήκε στους σχεδιασμούς του ναυτικού , αρχίζοντας από την ελληνοτουρκική κρίση του 1885-1886.
Από τα νεότερα ύφαλα όπλα είναι η βόμβα βυθού που επινοήθηκε το 1916, και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους Άγγλους στον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο. Στον πόλεμο του 1939-1945 (Β΄Π.Π.), χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από πλοία επιφανείας και αεροπλάνα της ναυτικής αεροπορίας με πολύ καταστροφικά αποτελέσματα εναντίον των γερμανικών υποβρυχίων. Μέχρι της εμφάνισης των αυτοπροωθούμενων βλημάτων, η βόμβα βυθού αποτελούσε το μοναδικό όπλο κατά των υποβρυχίων.
Η πρώτη σχολή Ναυκλάστρων λειτούργησε το 1878 στη παροπλισμένη κορβέτα “Μεσολόγγιον” (πρώην Λουδοβίκος), στον όρμο της Κανθάρου1 “Λιμήν Κανθάρου”. Δεξιά εισερχόμενοι στο λιμάνι του Πειραιά, όπου σήμερα το κτίριο υποδοχής τουριστών, γνωστή ως «Παγίδα» (έναντι του Αγίου Νικολάου). Στην αρχαιότητα υπήρχαν «νεώσοικοι» για τις Αθηναϊκές Τριήρεις. Μέχρι και τη δεκαετία του 1950 το κρηπίδωμα της «ακτής Κανθάρου» ήταν χώρος εκφορτώσεως σχεδόν αποκλειστικά κάρβουνου και ξυλείας, εξ ου και «καρβουνόσκαλα ή καρβουνιάρικα» κατά τους παλαιούς Πειραιώτες., εντός του κύριου λιμένα του Πειραιά. Λίγο δε πριν την ίδρυση της Σχολής Ναυκλάστρων, με Β.Δ. της 11ης Φεβρουαρίου 1880, οριζότανε ότι είναι υποχρεωτική η εκμάθηση της θεωρητικής και πρακτικής χρήσης των αμυντικών και επιθετικών ναυκλάστρων από τους υποπλοιάρχους και ανθυποπλοιάρχους.
«(…) Πάντες οι υποπλοίαρχοι και ανθυποπλοίαρχοι υποχρεούνται να εκμάθωσιν εις την σχολήν των ναυκλάστρων θεωρητικώς και πρακτικώς την χρήσιν των ναυκλάστρων αμυντικώς τε επιθετικώς (…)»
Σχολή Ναυκλάστρων
Η χρήση των τορπιλών και η σύσταση σχολής ναυκλάστρων θεωρείται «σπουδαιότατη και αναγκαιότατη», ήταν η απάντηση του Λέων. Παλάσκα και της επιτροπής σε επτά συγκεκριμένα ερωτήματα του πρωθυπουργού Επαμ. Δεληγεώργη τον Μάιο του 1877, μεταξύ των οποίων το ερώτημα, « Το δια τορπιλλών προπολεμείν και αμύνεσθαι κατά θάλασσαν» κρίνεται σωτήριον»;
Στις 15 Σεπτ. 1880 δημοσιεύεται Β.Δ. «Περί οργανισμού της σχολής των ναυκλάστρων» που με 11 άρθρα όριζε τα βασικότερα σημεία λειτουργίας της σχολής, μέχρι να ληφθεί γι΄αυτή νομοθετική μέριμνα (μέχρις ού ληφθή νομοθετική πρόνοια επί τη προτάσσει …) . Αυτά σε περίληψη όριζαν:
- Τα μαθήματα της σχολής αρχίζουν τακτικά την 1η Σεπτ. κάθε έτους και τελειώνουν την 28η Φεβρ. του επομένου έτους. Γίνονται δεκτοί για μάθηση μάχιμοι αξιωματικοί (μέχρι 5 τον αριθμό), καθώς υπαξιωματικοί και ναύτες α΄τάξεως (μέχρι δέκα τον αριθμό). Οι αξιωματικοί αποτελούν ξεχωριστή τάξη και άλλη τάξη οι υπαξιωματικοί με τους ναύτες.
- Με την έναρξη των μαθημάτων, δεν επιτρέπεται η είσοδος άλλων μαθητών. Εκτός των τακτικών μαθητών, Επιτρέπεται η οικειοθελής παρουσία αξιωματικών, χωρίς οι τελευταίοι να διορίζονται από το υπουργείο Ναυτικών.
- Οι μαθητές αξιωματικοί ορίζονται με Β.Δ., οι υπαξιωματικοί και ναύτες με υπουργική διαταγή. Δεν επιτρέπεται η δημοσίευση σχεδιαγραμμάτων ή μαθημάτων άνευ προηγουμένης αδείας της Υπηρεσίας.
- Με το τέλος του σχολικού εξαμήνου, οι τακτικοί μαθητές ασχολούνται επί δίμηνο σε διάφορα πειράματα των ναυκλάστρων. Οι επιτυχόντες μετά τις εξετάσεις (30 Απρ. κάθε έτους), παίρνουν πτυχίο επιτυχούς παρακολούθησης των μαθημάτων της σχολής ναυκλάστρων υπογεγραμμένο από τον υπουργό των Ναυτικών.
- Οι αποτυχόντες, δεν ξαναγίνονται δεκτοί στη σχολή. Οι πτυχιούχοι μπορούν κάθε τριετία και επί δίμηνο, να διδάσκονται τις νεότερες εξελίξεις επί της τέχνης.
Η συσταθείσα σχολή εγκαταστάθηκε στον όρμο της Κανθάρου και η δαπάνη οργάνωσής πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη με τα δεδομένα της εποχής.
Λόγω της μεγάλης μυστικότητας που τηρούσαν οι κατασκευάστριες χώρες για το νέο όπλο, η σχετική εκπαίδευση Ελλήνων αξιωματικών και υπαξιωματικών σε σχολές του εξωτερικού, ήταν μάλλον απαγορευτική. Έτσι, το ελληνικό κράτος έπρεπε να προμηθευτεί από μόνο του τα μεγάλου κόστους «εφόδια» (τορπίλες κ.α.) για την εκμάθηση των μαθητών.
Για την ιστορία, αξίζει να αναφέρουμε τη περίπτωση Διοικητού υπεύθυνου φύλαξης τορπιλών σχετικά με την «εχεμύθεια» που είχε αναλάβει το ελληνικό Κράτος έναντι των προμηθευτών. « […]Είναι χαρακτηριστικόν ότι, εις την ιδρυθείσαν το πρώτον «Υποβρύχιον Άμυναν», ο διοικητής της, θεωρούμενος εκ των καλυτέρων της εποχής του, ότε παρελήφθησαν το πρώτον αι τορπίλλαι της εποχής εκείνης, δια τας οποίας το Κράτος είχεν αναλάβει την υποχρέωσιν να τηρήση απόρρητον το μυστικόν των, έναντι του κατασκευάζοντος οίκου – επρόκειτο περί του υδροστατικού εμβόλου και του εκκρεμούς- άμα εναποθηκεύθησαν αύται εις τον εισέτι σωζόμενον θάλαμον επί των υποστατών των, αυτούσιαι, είχεν ορίσει, εάν τις επρόκειτο να διέλθη εκ του θαλάμου εκείνου, να τίθεται επί της κεφαλής του μέλανα καλύπτρα (μαύρη κουκούλα) δια να μη αντιληφθή το μυστικόν» !!
Σχολή τορπιλών
Η εξέλιξη της αρχικής σχολής ναυκλάστρων δείχνει το τεράστιο ενδιαφέρον που έδειξε το Ναυτικό για το νέο υποβρύχιο όπλο. Με Β.Δ. «Περί συστάσεως σχολής τορπιλλητών παρά τω ναυστάθμω» η σχολή μεταφέρεται στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας για τη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των αξιωματικών, υπαξιωματικών, μηχανικών τεχνιτών, θερμαστών και ναυτών «περί πάν ό,τι ανάγεται εις τα υποβρύχια όπλα, προς χείρισιν αυτών εν πολέμω και προς συντήρησιν αυτών εν ειρήνη». Στο εν λόγω Β.Δ. (άρθρα 25), ορίζεται με κάθε λεπτομέρεια η συγκρότηση διοικητικού και εκπαιδευτικού προσωπικού, η επί πλέον αμοιβή των καθηγητών,( οι υπαξιωματικοί ¨απολάμβαναν τριάκοντα κατά μήνα δραχμάς επιμίσθιον¨), το ετήσιο πρόγραμμα μαθημάτων, η κατάρτιση «μικρού συνεργείου» για επισκευή-συντήρηση του πολεμικού υλικού από εξειδικευμένους τεχνίτες «δια τας επιθετικάς και ηλεκτρικάς τορπίλλας».
Η διάρκεια των μαθημάτων ήταν διαρκείας έξη το πολύ μήνες, και τους τρείς τελευταίους μήνες της εκπαίδευσης συμμετείχαν «των πρακτικών γυμνασίων των οριζομένων εν τω προγράμματι της σχολής». Η εισαγωγή στη σχολή για τους ανώτερους αξιωματικούς γίνεται μια φορά το χρόνο, για δε τους κατώτερους, υπαξιωματικούς και ναύτες, δύο φορές το χρόνο. Οι αξιωματικοί εισέρχονται στη σχολή μετά από αίτησή τους (τρείς ανώτεροι και οκτώ κατώτεροι). Αν δεν υπάρξει εθελουσία προσέλευση, ο υπουργός των Ναυτικών συμπληρώνει τον αναγκαίο αριθμό που απαιτείται. Οι υπαξιωματικοί και ναύτες ορίζονται από το Υπουργείο Ναυτικών, εκλεγόμενοι μεταξύ των εγγραμμάτων ή μετά από πρόταση των οικείων κυβερνητών ή του Διευθυντού του Ναυστάθμου. Ο τελευταίος προΐσταται και της σχολής. Σε υπαξιωματικούς που λαμβάνουν πτυχίο τορπιλητή, χορηγείτο 5 δραχμές επιμίσθιο (τεχνικό επίδομας θα λέγαμε σήμερα) κατά μήνα πλην των μηχανικών.
Η καινοτομία της σχολής είναι η κατάρτιση διαρκούς πειραματικής επιτροπής με σκοπό την συνεχή εκτέλεση πειραμάτων για συλλογή παρατηρήσεων που θα βοηθήσουν στη προαγωγή του κλάδου αυτού της υπηρεσίας. Στα πειράματα συμμετέχουν και οι μαθητές αξιωματικοί, χωρίς δικαίωμα ψήφου επί των πορισμάτων της , όπως και από το προσωπικό του πληρώματος της σχολής. Οι παρατηρήσεις των πειραμάτων υποβάλλονται κάθε μήνα στο Υπουργείο των Ναυτικών. (άρθρο 20)
Η σχολή των τορπιλητών έχει δικό της ταμείο για τις πληρωμές των μισθών, της τροφοδοσίας και του απαραίτητου αναλώσιμου υλικού. Η οικονομική διαχείριση διεξάγεται όπως και στα πολεμικά πλοία, και υποβάλλει τα σχετικά έγγραφα διαχείρισης του ταμείου στο Υ.Ν. μέσω του διευθυντηρίου του Ναυστάθμου.
Ο Διευθυντής της σχολής ( Πλωτάρχης οριζόμενος με Β.Δ.), και δύο υποδιευθυντές (υποπλοίαρχοι, ορισμός επίσης με Β.Δ.), αποτελούν το συμβούλιο προαγωγής των υπαξιωματικών και ναυτών που υπηρετούν στη σχολή, υποβάλλοντας τις προτάσεις τους βάσει του νόμου «περί προβιβασμών των υπαξιωματικών και ναυτών».
Προς το τέλος του 1885, στα γαλλικής κατασκευής τορπιλοβόλα σκάφη έγινε η τοποθέτηση του συστήματος εκσφενδόνισης τορπιλών με πεπιεσμένο αέρα, σε αντικατάσταση εκείνου που λειτουργούσε με ατμό υψηλής πίεσης.
Το 1886 συστήθηκε η Διοίκηση Κινητής άμυνας στην οποία εντάχθηκαν όλα τα τορπιλοβόλα σκάφη υπό τη διοίκηση του διευθυντή του ναυστάθμου.
Τον Ιούνιο του 1887 πραγματοποιήθηκε η πρώτη δοκιμή αμυντικής τορπίλης (νάρκης) στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ νησίδας Αγ. Γεωργίου και του ναυστάθμου Σαλαμίνας παρουσία του αρμοδίων φορέων με ενθαρρυντικά αποτελέσματα.
Υπηρεσία υποβρύχιας άμυνας
Η σύσταση του «μικρού συνεργείου» για συντήρηση – επισκευή των τορπιλών που αναφέραμε πιο πάνω, αντικαθίσταται με την οργάνωση ολοκληρωμένης υπηρεσίας με τον τίτλο «Υποβρύχια Άμυνα». Με τον νόμο ΒΡΛΗ΄(2138 του1893) δημοσιεύεται ο οργανισμός της υποβρύχιας άμυνας με έδρα τον Β. Ναύσταθμο. Σκοπός της νέας υπηρεσίας είναι η συντήρηση και διαχείριση όλου του επιθετικού και αμυντικού υλικού των τορπιλών, καθώς και των ειδικών πλοίων για τη χρήση των όπλων αυτών με επικεφαλής την αρχηγίδα τους. (Την περίοδο αυτή «μάνα» των τορπιλοβόλων και τορπιλικών ήταν το «Κανάρης» με κυβερνήτη τον πρίγκιπα Γεώργιο και είχε λάβει μέρος στον πόλεμο του 1897). Ο κυβερνήτης της εκάστοτε ¨αρχηγίδας¨ ήταν και διευθυντής της υποβρύχιας άμυνας.
Την υποβρύχια άμυνα την αποτελούσαν τα σχολεία (αξιωματικών, τεχνιτών τορπιλητών και ναυτών), το συνεργείο επισκευής ή κατασκευής των τορπιλικών ειδών και την επισκευή των ηλεκτροφωτιστικών συσκευών (προβολείς) οιασδήποτε υπηρεσίας, και τέλος το χημείο.
Σκοπός επίσης της σχολής είναι η εκπαίδευση των τεχνιτών τορπιλητών αξιωματικών, υπαξιωματικών και ναυτών. Η σχολή λειτουργεί συνεχώς και η διάρκεια των μαθημάτων για τη σχολή των αξιωματικών είναι τουλάχιστον τετράμηνος, και ο αριθμός των μαθητών δέκα για κάθε έτος. Για τη σχολή των ναυτών ο αριθμός μαθητών είναι είκοσι, εκλεγόμενοι από τον διοικητή του Κεντρικού Προγυμναστηρίου, έξι μεταξύ των εγγράμματων και δεκατέσσερις από ναύτες καταστρώματος. Η είσοδος στη σχολή για τους ναύτες γίνεται κάθε 1η των μηνών Ιανουαρίου, Μαΐου και Σεπτεμβρίου κάθε έτους.
Η είσοδος στη σχολή και η συμπλήρωση του αριθμού σε περίπτωση μη εθελοντικής προσέλευσης ακολουθούν την ίδια διαδικασία όπως περιγράφεται πιο πάνω για τη σχολή τορπιλών. Το σχολείο των ¨τορπιλητών τεχνιτών καταρτίζει τους κατάλληλους τεχνίτες που εν συνεχεία επανδρώνουν ως «τεχνίται τορπιλληταί» τα τορπιλοφόρα σκάφη και τα πλοία που είναι εξοπλισμένα με τορπιλικές και ηλεκτροφωτιστικές συσκευές.
Από το ναυτικό εγκόλπιο έτους 1895 του φροντιστή Β. Καψαμπέλη « Το Πολεμικό Ναυτικό μας», διαβάζουμε (τηρείται η αυθεντική γραφή): «Αριστερά του λιμένος (Ναύσταθμος ) και εις το άκρον αυτού κείται το Τμήμα της Υποβρυχίου Αμύνης αποτελούμενον εκ της Σχολής, του Συνεργείου και του Χημείου. Το τμήμα τούτο διευθυνόμενον υπό της Α.Β.Υ. του Βασιλόπαιδος Γεωργίου, αντιπλοιάρχου και κυβερνήτου του τορπιλλοβόλου «Κανάρης» είνε το λαμπρότερον και μάλλον αξιοσημείωτον σημείον του ημετέρου Ναυστάθμου.
Εκεί ευρίσκει τις τα πάντα θαυμασίως και μετ΄ απαραμίλλου φιλοκαλίας και τάξεως τεταγμένα. Και εν μέν τω πρώτω διαμερίσματι, τω της κινητής αμύνης, ευρίσκομεν τας αυτοκινήτους τορπίλλας, τας επακτίους, τα εκσφενδονιστικά μηχανήματα και τα ηλεκτρικά φώτα, εν δε τω δευτέρω, τω των αμυντικών τορπιλλών, άπαντα τα εξαρτήματα των τορπιλλών, ήτοι τας ηλεκτρικάς στήλας,(μπαταρίες) τα καλώδια, τους σκοπευτικούς πυροδότας κλπ. κλπ. Ιδιάζουσαν όντως και εξαιρετικήν ευχαρίστησιν αισθάνεταί τις επισκεπτόμενος το τμήμα τούτο, το οποίον κατά την γνώμην διακεκριμένων αλλοδαπών αξιωματικών του Ναυτικού δύναται εν σμικρώ (σε σμίκρυνση) να παραβληθή ως προς την τελειότητα πρός τα τοιαύτα των μεγαλυτέρων ναυστάθμων. Ανατολικώς των κτιρίων του τμήματος τούτου υπάρχει ηλεκτρικόν φωτιστικόν μηχάνημα και νοτίως τούτου προς την ακτήν κατασκευάζεται ήδη Τορπιλλικός σταθμός»
Βρισκόμαστε στις αρχές του 1912. Τα βαλκανικά κράτη βρίσκονται σε πολεμικό πυρετό, και η Ελλάδα προσπαθεί και τρέχει να ανασυγκροτήσει τις ένοπλες δυνάμεις της, και όχι μόνο, από τις παντός είδους αστοχίες του παρελθόντος. Η συνεχής οργάνωσης για ότι αφορά τη τορπίλη, δηλαδή όλα τα υποβρύχια εκρηκτικά μηχανήματα, μαρτυρά το τεράστιο ενδιαφέρον της τότε ηγεσίας του ναυτικού για το «τρομερό όπλο», και ούτε μπορούσε να παραληφθεί από τα προγράμματα της αγγλικής ναυτικής αποστολής του L. Tufnel. Άλλωστε το πρώτο ελληνικό υποβρύχιο ,το ¨Δελφίν¨ ήταν σχεδόν έτοιμο για παράδοση από τα γαλλικά ναυπηγεία.
Έτσι, στις 16 Μαρτίου 1912 μετά από «γνωμοδότηση του αρχηγού της Ναυτικής αποστολής», αποφασίστηκε όλες οι προαναφερθείσες σχολές να συνενωθούν σε μία σχολή την «Τορπιλική Σχολή» η οποία θα λειτουργούσε στις εγκαταστάσεις της υποβρύχιας άμυνας, αλλά θα «υπάγεται εις τας αμέσως διαταγάς του υπουργείου των Ναυτικών» 228. Η Σχολή αποτελείτο από επτά τμήματα:
* Γενικής εκπαίδευσης αξιωματικών,(με υποχρεωτική φοίτηση όλων των ανθυποπλοιάρχων, με ανώτατο αριθμό σπουδαστών τους 12. (άρθρο 9).
* Ειδικής εκπαιδεύσεως αξιωματικών τορπιλών.( 12 υποπλοίαρχοι οι οποίοι ως ανθυποπλοίαρχοι έχουν περάσει το τμήμα α΄ (Γενική εκπαίδευση).
Οι του α΄και β΄τμήματος αξιωματικοί ορίζονται από το Υ.Ν.
* Ειδικής εκπαιδεύσεως υπαξιωματικών και ναυτών τορπιλιτών.
* Ειδικής εκπαιδεύσεως υπαξιωματικών και ναυτών ως τορπιλοδηγών και γυμναστών.(απαιτείται διετής χρόνος υπηρεσίας μετά τη γ΄εκπαίδευση)
* Ειδικής εκπαιδεύσεως υπαξιωματικών ως προσόν για προαγωγή σε αρχικελευστής τορπιλιτής.
* Ειδικής εκπαιδεύσεως ηλεκτροτεχνιτών.
* Ειδικής εκπαιδεύσεως τορπιλοτεχνιτών.
Διοικητής της Σχολής ορίζεται αντιπλοίαρχος ο οποίος έχει υπό τις διαταγές του και τα απαιτούμενα μικρότερα πλοία, τορπιλοβόλα, τορπιλοθέτιδες (ναρκοθέτιδες) και ρυμουλκά για την εκπαίδευση των μαθητών.
Σε περίπτωση που η διοίκηση της Σχολής ανατίθεται σε μέλος της Βρετανικής αποστολής (με απόλυτη δικαιοδοσία μόνο στην εκπαίδευση), η υπόλοιπη διοικητική λειτουργία της Σχολής (πειθαρχία κλπ) ανατίθεται εις τον υποδιοικητή.
Οι καθηγητές της Σχολής εκλέγονται από αξιωματικούς του Β. Ναυτικού, από πολίτες καθηγητές του Εθνικού Πανεπιστημίου και Πολυτεχνείου, της Σχολής Ευελπίδων και διδακτόρων των Φυσικών Επιστημών του Ελληνικού Πανεπιστημίου ή άλλων ισότιμων. Οι δε διδάσκαλοι εκλέγονται από τους υπαξιωματικούς κάθε ειδικότητας ή με διορισμό ενός ιδιώτη δασκάλου.
Οι κελευστές, υποκελευστές, δίοποι και εθελοντές ναύτες τορπιλητές, οφείλουν να παρακολουθήσουν το τμήμα γ΄της εκπαίδευσης , σύμφωνα με τα οριζόμενα από το υπουργείο. Οι επιτυχόντες λαβαίνουν πτυχίο τορπιλητή. Οι αποτυχόντες δεν μπορούν να προαχθούν για διάστημα ενός έτους. Μπορούν όμως να μετατεθούν στο κλάδο των αρμενιστών.
Οι ναύτες « των επιθυμούντων να ειδικευθώσιν ως τορπιληταί» (τμήμα γ΄ εκπαίδευσης), επιλέγονταν από όσους είχαν περάσει επιτυχώς την εκπαίδευση της Σχολής πυροβολικού στο Κεντρικό Προγυμναστήριο. Ο αριθμός των μαθητών οριζότανε από τον υπουργό Ναυτικών. Οι αποτυχόντες και προερχόμενοι από τις τάξεις των ναυτοπαίδων ή εθελοντών ναυτών, μπορούν να παρακολουθήσουν και δεύτερη περίοδο διδασκαλίας μετά από απόφαση του διοικητού της Σχολής. Οι μη προερχόμενοι, διατίθενται ως ναύτες καταστρώματος, ακολουθώντας άλλη ειδικότητα.
Όλοι οι κάτοχοι πτυχίου τορπιλητή επανέρχονται στη σχολή για ανανέωση του πτυχίου τους. Οι αξιωματικοί κάθε τετραετία, οι υπαξιωματικοί, οι ναύτες τορπιλητές , οι γυμναστές και οι τορπιλοδηγοί μετά από περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια.2Όταν το 1896 ο Γουλιέλμος Μαρκόνι τελειοποίησε την εξ αποστάσεως μεταβίβαση μηνύματος μέσω των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, και η εφεύρεση αυτή άρχισε να εγκαθίσταται στα πολεμικά πλοία, οι πρώτοι τηλεγραφητές του Π.Ν. προήλθαν, μετά από μετάταξη, από την ειδικότητα των Τορπιλητών, διότι ήταν η μόνη ειδικότητα που είχε γνώσεις στοιχειώδους ηλεκτρολογίας.
Το ενδιαφέρον και η σπουδή όλων των εμπλεκομένων με την αναδιοργάνωση του ναυτικού, ιδίως στην οργάνωση σχολών, στο πυροβολικό, στις τορπίλες και νάρκες, είναι εμφανής. Η δικαίωση δεν άργησε να έλθει με τον θρίαμβο των Βαλκανικών πολέμων.
ΠΗΓΕΣ:
* Αντ. Ηπίτη (1854-1927). “Λεξικό Ελληνογαλλικό” (Συνταγματάρχης Σ.Ξ., Συγγραφέας με σπουδαίο συγγραφικό έργο).
* Μύρων Θ. Ματσάκης “Το Σύγχρονον Πολεμικόν Ναυτικόν”. Αθήνα 1973.
*Αναστάσιος Κ. Δημητρακόπουλος Αντιναύαρχος Π.Ν. ε.α. “Ιστορία του Π.Ν.1874-1912″ τ. Α΄1874-1909 . ΝΜΕ 2015
* Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος τ. Α΄ φύλλο 17, 5 Μαρτίου 1880
* Εφημ. της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος αριθ. 97 15 Σεπτ.1880.
* Δ. Οικονόμου.”Η ΑΒ Υψηλότης Πρίγκηψ Γεώργιος και το Ναυτικό πρόγραμμα της χώρας”, Ν. Επιθεώρηση τεύχος 231 Μαρ-Απρ. 1952
* ΕτΚ τεύχος Α΄φύλλο 217 εν Αθήναις τη 26η Μαΐου 1884
* ΕτΚ τ. Α΄ αριθ. φύλλου 25 Εν Αθήναις τη 5 Φεβρουαρίου 1893
* ΕτΚ τ.Α΄αριθ. φύλλου 95 22/3/1912 ¨περί συστάσεως Τορπιλικής Σχολής¨
























































