Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το πρόσφατης κυκλοφορίας λεύκωμα «Το τελευταίο ίχνος», που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο "Εύνοστος" με την αποκλειστική οικονομική ενίσχυση της A & L Medical Supplies SA.
Η Συντακτική Ομάδα
“Το τελευταίο ίχνος”. Τοπόσημα Ιστορίας Ελλήνων και Φιλελλήνων.
Μαρία Στέφωση
Εισαγωγή: Κλέα Σουγιουλτζόγλου (Ιστορικός και κριτικός τέχνης).
Επιστημονικός συνεργάτης: Καθηγητής Ηλίας Νομπιλάκης (Συντηρητής Λίθου)
Εισαγωγικό Σημείωμα Γεράσιμου Λειβαδά
Το λεύκωμα «Το τελευταίο ίχνος», που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο “Εύνοστος” με την αποκλειστική οικονομική ενίσχυση της A & L Medical Supplies SA, απεικονίζει μια πολύ σημαντική πτυχή της ευρωπαϊκής κληρονομιάς: τα κοιμητήρια που στις μέρες μας θεωρούνται υπαίθρια μουσεία και πολιτιστικοί χώροι, αναπόσπαστο κομμάτι στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Ο βίος των προσωπικοτήτων που αναφέρονται στο λεύκωμα, μας αφήνουν ένα ισχυρό στίγμα στα πράγματα του καιρού τους, αλλά και στη μνήμη και τα συναισθήματα των μεταγενεστέρων. Άφησαν δε μια εμβληματική κληρονομιά στην πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, και τους τόπους διαμονής τους.
Η φωτογράφος Μαρία Στέφωση με την κάμερα της ταξίδευσε στις ακμάζουσες άλλοτε Ελληνικές παροικίες και αλλού, καταγράφοντας τα τοπόσημα και τα μεγάλα ευεργετήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν εκεί, αναζητώντας τη συνέχεια του Ελληνισμού.
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα
11 Μαϊου 1771, Κωνσταντινούπολη – 22 Μαϊου 1825, Σπέτσες
“Ήρθα στον κόσμο στις 11 Μαϊου του 1771, πάνω στο βρώμικο πάτωμα μιας φυλακής της Κωνσταντινουπόλεως.”
Michel de Grece. Η Μπουμπουλίνα
Εκδόσεις Φερενίκη, Αθήνα, 2018.
Κόρη του Υδραίου Πλοιάρχου, Σταυριανού Πινότση, που είχε φυλακιστεί από τους Τούρκους λόγω των Ορλωφικών, η Μπουμπουλίνα γεννήθηκε, όταν η μητέρα της Σκεύω, επισκέφθηκε τον ετοιμοθάνατο άνδρα της στη φυλακή στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί τη βάπτισε ο Παναγιώτης Μούρτζινος που μοιραζόταν το κελί με τον πατέρα της, και της έδωσε το όνομα Λασκαρίνα. Μετά το θάνατο του πατέρα της έζησε μέχρι τα τέσσερα χρόνια της μαζί με την μητέρα της στην Ύδρα. Τέσσερα χρόνια μετά, η Σκεύω παντρεύτηκε τον Σπετσιώτη καπετάνιο Δημήτριο Λαζάρου, γεγονός που σηματοδότησε την εγκατάσταση της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες.
Είχε συνολικά οκτώ ετεροθαλή αδέλφια. Η Μπουμπουλίνα έδειξε από νεαρή ηλικία ότι ήταν θαρραλέα, αποφασιστική, πείσμων και ατίθαση, με πάθος για τη θάλασσα και την ελευθερία. Οι δύο άνδρες που παντρεύτηκε σε ηλικία 17 και 30 ετών, αντίστοιχα, οι Σπετσιώτες καπεταναίοι Δημήτριος Γιάννουζας και Δημήτριος Μπούμπουλης, έχασαν τη ζωή τους σε ναυμαχίες με βερβερίνους πειρατές.
Το 1816 οι Τούρκοι επιχείρησαν να κατάσχουνν την περιουσία της, καθώς τα πλοία του συζύγου της μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Για να διεκδικήσει τα δικαιώματά της μετέβη με το πλοίο της «Κοριέζος» στην Κωνσταντινούπολη, όπου συναντήθηκε με τον Ρώσο πρεσβευτή Στρογγανόφ και ζήτησε την προστασία του. Εκείνος για να αποφύγει τη σύλληψή της από τους Τούρκους, τη φυγάδευσε στην Κριμαία, σε ένα αγρόκτημα που της παραχώρησε ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ και όπου έζησε περίπου 3 μήνες.
Με τη βοήθεια της Βαλιντέ, μητέρας του Σουλτάνου, έπεισε τον γιο της Μαχμούτ Β’, που υπέγραψε ειδικό φιρμάνι, εξασφαλίζοντας την περιουσία της. Το 1819 σε τρίτο ταξίδι της στην Κωνσταντινούπολη, για να εξασφαλίσει την άδεια ναυπήγησης του πλοίου «Αγαμέμνων» ίσως ήλθε σε επαφή με τους Φιλικούς και μυήθηκε στη «Φιλική Εταιρεία», και είναι ίσως η μόνη γυναίκα που μυήθηκε, στο χαμηλότερο βαθμό μύησης.
Η ενοριακή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στην περιοχή της Κουνουπίτσας ανεγέρθη το 1822 με ίδια έξοδα από τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα εντός του καλοκαιρινού της κτήματος, εξού και ονομάζεται Μπουμπουλέϊκη. Στο ναό αυτό εψάλη η εξόδιος ακολουθία της Μπουμπουλίνας και ετάφη έξω από το δυτικό μέρος του ναού (εκεί που είναι το μεγάλο κυπαρίσσι), παρουσία των παιδιών της και πλήθους κόσμου.
Η Μπουμπουλίνα δύο φορές χήρα και μητέρα επτά παιδιών, διαχειρίστηκε πολύ σωστά και αύξησε τη μεγάλη περιουσία (πλοία, μετρητά και ακίνητα) που κληρονόμησε, και στο πλαίσιο της προετοιμασίας της για τον επαναστατικό αγώνα που θα ακολουθούσε, άρχισε να αγοράζει όπλα και πολεμοφόδια από λιμάνια του εξωτερικού, επίσης κατάφερε να ναυπηγήσει τρία δικά της πλοία, μεταξύ των οποίων ο ονομαστός «Αγαμέμνων», ναυαρχίδα της.
Η οστεοθήκη της σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Σπετσών (αρχοντικό Χατζηγιάννη Μέξη), όταν ιδρύθηκε το Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Σπετσών (1936). ενώ μέχρι τότε τα οστά φυλάσσονταν στον μητροπολιτικό ναό Αγίου Νικολάου.
Στα δύο πρώτα έτη του επαναστατικού αγώνα η Μπουμπουλίνα, «η καπετάνισσα και μεγάλη κυρά», δαπάνησε όλη την περιουσία της για τη συντήρηση του δικού της εκστρατευτικού σώματος και τον εφοδιασμό των Ελλήνων αγωνιστών με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου, τον Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκατεστάθηκε εκεί, σε οικία που της παραχωρήθηκε ως αναγνώριση των υπηρεσιών της προς το έθνος. Όμως, στο πλαίσιο εμφύλιων συγκρούσεων που ακολούθησαν, η Μπουμπουλίνα συνελήφθη και αναγκάστηκε να επιστρέψει στις Σπέτσες.
Η εθνική ηρωίδα έφυγε από τη ζωή άδοξα και αναπάντεχα το 1825, χωρίς να διαθέτει πλέον περιουσιακά στοιχεία, αλλά και πικραμένη από τις ολέθριες εμφύλιες διαμάχες και την καταστροφική έκβαση του Αγώνα, μετά την αποβίβαση των δυνάμεων του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.
























































