Γράφει ο Γεράσιμος Λειβαδάς
The Fighting Temeraire
Περιγραφή έργου
Καλλιτέχνης: Joseph Mallord William Turner
Έτος: 1839
Υλικό: Λάδι σε καμβά
Διαστάσεις: 90.7 cm × 121.6 cm
Location: National Gallery, London
Ο πίνακας απεικονίζει το Βρετανικό πολεμικό HMS Temeraire, ένα από τα τελευταία πλοία δεύτερης κατηγορίας που έπαιξε ρόλο στη μάχη του Τραφάλγκαρ. Το καράβι ρυμουλκείται στον Τάμεση από ένα ατμοκίνητο ρυμουλκό το 1838, προς την τελική του θέση στο Rotherhithe για να διαλυθεί.
ΤΟ ΠΛΟΙΟ
Το HMS Temeraire ήταν ένα πλοίο Neptune-class, 98 πυροβόλων, του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού. Η ναυπήγησή του ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1793 στο Βασιλικό ναυπηγείο του Chatham και καθελκύστηκε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1798. Διέθετε τρία καταστρώματα, μήκος 56,40 μέτρα και πλάτος 15,5 μέτρα. Το εκτόπισμά του ξεπερνούσε τους 2.100 τόνους και το πλήρωμά του ήταν γύρω στα 700 άτομα.
Ο ΠΙΝΑΚΑΣ
Μεταξύ του 1760 και του 1850, η Βιομηχανική Επανάσταση σάρωσε τη Μεγάλη Βρετανία σαν θύελλα, επαναπροσδιορίζοντας τον ιστό της ίδιας της της ύπαρξης. Η ατμοκίνηση, ως σπινθήρας αυτής της νέας εποχής, γέννησε έναν κόσμο εργοστασίων που πάλλεται από τον ρυθμό των πιστονιών και τον βρυχηθμό των μηχανών.
Οι μηχανές εκτίναξαν την παραγωγή σε δυσθεώρητα ύψη, πολλαπλασιάζοντάς την χιλιάδες φορές. Το σίδερο, κάποτε σπάνιο μέταλλο, έγινε προσιτό και πανίσχυρο, ώστε να μεταμορφωθεί σε θεμέλιο λίθο της καθημερινής δόμησης, ενώ οι λαμπτήρες απέβαλλαν βίαια το σκοτάδι, επιτρέποντας στον ανθρώπινο οίστρο να ανθίσει κάθε ώρα της ημέρας και της νύχτας.
Μέσα σε αυτό το απίστευτο χωνευτήρι αλλαγών η μεσαία τάξη γνώρισε εκρηκτική ανάπτυξη. Μια αίσθηση, απτή και διάχυτη, διαπερνούσε συθέμελα την κοινωνία: ο κόσμος, όπως τον γνώριζαν, άλλαζε ανεπιστρεπτί. Η Βρετανία εισερχόταν επίσημα στην Βικτωριανή βιομηχανικής εποχή.
Μια μελαγχολική ασάφεια στοίχειωνε το βλέμμα του Τέρνερ, του μεγάλου αυτού οραματιστή του Ρομαντισμού, όταν άρχισε να φιλοτεχνεί το αριστούργημά του, το ελεγείο για το Temeraire.
Για κάθε Βρετανό της εποχής, το όνομα Temeraire δεν ήταν απλώς ένα όνομα πλοίου, αλλά ένας θρύλος σμιλεμένος στην άλμη και τη φωτιά. Ήταν ένα στιβαρό μνημείο ναυτικών θριάμβων, ένα ένδοξο σκαρί που πρωτοστάτησε στη Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ το 1805, εκεί όπου η βρετανική ναυτική ισχύς συνέτριψε τα όνειρα του Ναπολέοντα για ναυτική υπεροχή. Με αυτόν τον τρόπο, σφράγισε την κυριαρχία των θαλασσών για έναν ολόκληρο αιώνα. Για τον Βρετανό, το Temeraire αποτελούσε έναν ζωντανό δεσμό με τους ημίθεους των Ναπολεόντειων Πολέμων και ειδικά με τον Νέλσωνα, που ενώ πρόσφερε το νικητήριο στεφάνι στην Βρετανία, ο ίδιος άφησε την τελευταία του πνοή κτυπημένος από Γάλλο σκοπευτή.
Η απόφαση για τη διάλυσή του Temeraire το 1838, δεν ήταν μια απλή διοικητική πράξη, αλλά το οδυνηρό σήμαντρο που ανήγγειλε το τέλος μιας επικής εποχής.
Με τον χρωστήρα του, ο Τέρνερ δεν υμνεί μόνο το ηρωικό παρελθόν του πλοίου, παγιδεύει στον καμβά τη στιγμή που ο παλιός κόσμος παραδίδει τη σκυτάλη. Μέσα από τον πύρινο καπνό του ρυμουλκού, σήμα κατατεθέν της νέας εποχής, απεικονίζει τη νομοτελειακή επέλαση της τεχνολογίας, η οποία έμελλε να μεταμορφώσει τη σύγχρονη ζωή με τρόπο βαθύτερο και πιο μόνιμο από οποιαδήποτε πολεμική σύρραξη.
Αντί να τοποθετήσει το Temeraire στο κέντρο του καμβά του, ο Turner ζωγραφίζει το πολεμικό πλοίο κοντά στην αριστερή άκρη του καμβά. Χρησιμοποιεί αποχρώσεις του λευκού, του γκρι και λίγο κίτρινο για το σκάφος, κάνοντάς το να μοιάζει σχεδόν με απόκοσμο πλοίο-φάντασμα. Στο ξύλινο μπομπρέσο, γυμνή λόγχη που στέκει αγέρωχη, ο καλλιτέχνης βάζει μια-δυο λεπτές κόκκινες πινελιές που παραπέμπουν σε αίμα που αναβλύζει από το τελικό πλήγμα, ενώ το πλοίο στενάζει κάτω από το βάρος της δικής του θυσίας. Του αποδίδει διαστάσεις ενός οράματος που δεν απορρέει από τις αισθήσεις, αλλά αφήνει την φαντασία να δημιουργήσει, να οδηγήσει τον θεατή σε μία απόκοσμη βιωματική προέκταση και να προκαλέσει μια αίσθηση απόλυτου δέους.
Το άλλοτε πανίσχυρο πολεμικό πλοίο, γυμνό από κανόνια και σημαίες, έρημο και ορφανό από ανθρώπινη πνοή, παραδίδεται σιωπηλά στην μοίρα του. Χωρίς βούληση, χωρίς φωνή, έλκεται από ένα μικροσκοπικό μαύρο ρυμουλκό το οποίο ξεχωρίζει από την προκλητική του ένταση. Το ασήμαντο αυτό πλοιάριο, πιθανότατα το όνομά του ήταν Monarch – ειρωνική δήλωση εξουσίας- υποτάσσει πλήρως το τεράστιο ιστιοφόρο. Ένας σιδερένιος νάνος γίνεται απρόσμενα ο χειραγωγός του κραταιού λευκού γίγαντα, επιβάλλοντας την θέλησή του πάνω στο κουφάρι μιας ολόκληρης ένδοξης εποχής.
Στην πραγματικότητα, το πλοίο ρυμουλκήθηκε γυμνό αφού είχαν αφαιρεθεί τα κατάρτια και τα ξάρτια του και είχαν λεηλατηθεί τα διακοσμητικά του στοιχεία. Ο καλλιτέχνης, απομακρυνόμενος από τον δομημένο ορθολογισμό του Διαφωτισμού, απέδωσε στο πλοίο την εξιδανικευμένη του μορφή, την παλιά του δόξα, και κατάφερε να μεταμορφώσει τη σκηνή σε μια αλληγορία για το πώς η νέα ατμομηχανή της Βιομηχανικής Επανάστασης τιθασεύει την ιστορία και ανατρέπει την παράδοση. Ο Turner εδώ, αρνείται να υποταχθεί στην ωμότητα του γεγονότος και να προσδώσει την έννοια-μομφή, της ταπείνωσης στο πλοίο. Συνειδητά επιλέγει την οδό της καλλιτεχνικής μυθοπλασίας απεικονίζοντας το Τemeraire στην απόλυτη ακμή του, με τα ιστία του περήφανα, δημιουργώντας μια συγκλονιστική αντίθεση με το μικροσκοπικό, μελανό ρυμουλκό που το σέρνει αιχμάλωτο. Αφήνει όμως μία αδιόρατη νύξη σκληρή και κυριολεκτική. Στα κατάρτια του Temeraire δεν κυματίζει πια η βρετανική σημαία, αλλά ένα λευκό λάβαρο, η ψυχρή ένδειξη πως το πολεμικό σκαρί έχει πιά παραδοθεί. Το Τemeraire, κάποτε ένας ακατάβλητος πολεμιστής των θαλασσών, τώρα, δεν είναι παρά ένα απομεινάρι του εαυτού του. Μια νεκρική υπαρξιακή αλληγορία. Αυτή η αντίθεση διαπερνά και την ίδια την ύλη του χρώματος.
Το Τemeraire είναι φιλοτεχνημένο με μια σχεδόν ευλαβική νατουραλιστική απόδοση με κάθε λεπτομέρεια. Η ακρίβεια του πλοίου κάνει το σύνολο να φαντάζει ακόμα πιο απόκοσμο.
Αντίθετα, στο άλλο μισό του πίνακα, σε πλήρη αντίθεση, ο ουρανός και ο ήλιος ξεσπούν με έναν παροξυσμό αυθορμητισμού. Δεσπόζει ο ολόλαμπρος ήλιος που είναι έτοιμος να χαθεί στον ορίζοντα. Ένας εικαστικά φορτισμένος ήλιος με ζωηρά εκρηκτικά χρώματα, ενώ οι αδρές πινελιές καθρεπτίζονται στα νερά του Τάμεση σαν αίμα. Το κόκκινο χρώμα κυριαρχεί, φωτιά που καίει, κραυγή απόγνωσης στην ύβρη που επιτελείται.
Όμως ο ήλιος αποδέχεται την ειμαρμένη. Το φλεγόμενο ηλιοβασίλεμα. Με τις εκθαμβωτικές ακτίνες του να εκτινάσσονται εντυπωσιακά, αποτελεί μια τελευταία τιμητική ιαχή για το πλοίο που δύει μαζί του.
Είναι το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, όπου τα ψηλά, κομψά ιστιοφόρα παραδίδουν την κυριαρχία τους στη συμπαγή και σκοτεινή δύναμη του ατμού. Η ένδοξη εποχή του Νέλσωνα σβήνει και παραδίδει την θέση της στην δύναμη της μηχανής. Το Τemeraire προβάλλει πλέον σαν μια φασματική μορφή, που ξεθωριάζει αργά πίσω από το ρυμουλκό, οδεύοντας αμετάκλητα προς το πεπρωμένο του.
Ο πίνακας τελικά είναι ένας επιτάφιος θρήνος γεμάτος φως.
Με τον χρωστήρα του ανά χείρας, ο Turner αναζήτησε έναν επίλογο αντάξιο της δόξας του Νέλσωνα. Σχεδίαζε την υποβολή του έργου για τη μεγάλη έκθεση του 1839 στη Βασιλική Ακαδημία των Τεχνών, εκεί όπου η Εθνική Πινακοθήκη αντικρίζει κατάματα την πλατεία Τραφάλγκαρ, εκεί όπου, στην κορυφή της μαρμάρινης στήλης, ο αδάμαστος ναύαρχος στέκει ακόμα φρουρός του ορίζοντα. Όταν ο πίνακας έγινε δεκτός, δεν ήταν απλώς μια συμμετοχή σε έκθεση, αλλά ένας ακόμη χαιρετισμός, μία βαθιά, συγκλονιστική υπόκλιση του καλλιτέχνη προς τον Άρχοντα των Θαλασσών, ένας ασπασμός αποτυπωμένος στο λυκόφως της ιστιοφόρου εποχής.
























































