Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ναυτική Επιθεωρηση” (τεύχος 505, Μαρ. – Απρ. 2016)
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Αντιναυάρχου ε.α. Ιωάννη Στρατάκη ΠΝ με τίτλο «Ενθυμήσεις από το ιστορικό της ζωής μου». Στο βιβλίο αυτό, εκτός των άλλων ενδιαφερόντων στοιχείων που παρουσιάζονται, γίνεται αναφορά στον τελευταίο πλου του «ΑΔΡΙΑ» από την Ελλάδα στην Αγγλία μετά την απελευθέρωση της χώρας.
Το ταξίδι αυτό αποτελεί ένα μοναδικό αλλά και άγνωστο ναυτικό κατόρθωμα καθώς ο «ΑΔΡΙΑΣ», με αποκομμένη την πλώρη του και ύστερα από πρόχειρες επισκευές, έπλευσε με δικές του δυνάμεις και χωρίς συνοδεία από τον Πειραιά στην Αγγλία. για να του τοποθετηθεί νέα πλώρη. Τελικά, η νέα πλώρη που είχε κατασκευαστεί γι’ αυτό τον σκοπό δεν τοποθετήθηκε και αντ’ αυτού παραδόθηκε επί δανεισμώ ένα από τα ομοίου τύπου αντιτορπιλικά του Βρετανικού Ναυτικού. Η παράδοση έγινε στη Μάλτα περί τα μέσα του 1945 και το παραληφθέν πλοίο ονομάστηκε «ΑΔΡΙΑΣ».
Στο Επιτελείο του Αρχηγού Στόλου στην Αλεξάνδρεια υπήρχε μεγάλη κίνηση. Πλήθος κόσμου πηγαινοερχόταν. Όλοι ετοιμάζονταν για την επιστροφή στην πατρίδα. Παρουσιάστηκα στον αρχιεπιστολέα πλοίαρχο Ι. Τούμπα. Μετά το «καλωσόρισες» και τις σχετικές φιλοφρονήσεις, πληροφορήθηκα ότι είχα τοποθετηθεί στο «ΑΔΡΙΑΣ». Μετέφερα τη βαλίτσα μου στο μισό αυτό πλοίο, που του έλειπε όλο το τμήμα του απ’ τη Γέφυρα κι εμπρός και εγκαταστάθηκα σ’ ένα απ’ τα ερειπωμένα δωμάτιά του. Κυβερνήτης ήταν ακόμη ο πλοίαρχος Τούμπας και υπήρχε και μία μικρή ομάδα πληρώματος, όση χρειαζόταν για να μπορεί το πλοίο να τεθεί σε κίνηση και να ταξιδεύσει. Φρόντισα να προμηθευτώ το ταχύτερο δυνατό καμιά πενηνταριά χρυσές λίρες, με νόμιμο φυσικά τρόπο, για ν’ αντιμετωπίσω μια έκτακτη κατάσταση στην Ελλάδα, εάν χρειαζόταν, κατά την επιστροφή μου εκεί. Δεν αργήσαμε.
Σε μια δυο μέρες κατέφθασε ο κυβερνήτης πλοίαρχος Τούμπας συνοδευόμενος από μερικούς ανώτερους αξιωματικούς επιβάτες. Μου ανέθεσε την πλοήγηση του πλοίου και χωρίς να χάσουμε χρόνο αποπλεύσαμε για τον Πειραιά ακολουθώντας το αντιτορπιλικό «ΚΡΗΤΗ». Στο πλοίο γυροπυξίδα δεν υπήρχε. Μία μαγνητική πυξίδα μόνο στη Γέφυρα, η οποία έδειχνε ανεκτά τη σωστή κατεύθυνση ύστερα από ρύθμιση που της έγινε για να εξουδετερωθούν οι επιδράσεις διαφόρων κρεμασμένων εδώ κι εκεί σιδερολαμαρίνων που άφησε η έκρηξη της νάρκης. Ο καιρός πάντως ήταν καλός και χωρίς εμπόδιο καταπλεύσαμε στο Φαληρικό δέλτα, με καταφανή, στα πρόσωπα όλων μας, τα σημάδια έξαψης και χαράς.
Την επομένη συγκροτήθηκε απ’ τον «ΑΔΡΙΑ» κι από ένα δύο άλλα πλοία που εν τω μεταξύ κατέπλευσαν στο Φάληρο ένα μικρό άγημα. Ο υπόγειος Ηλεκτρικός λειτούργησε αποκλειστικά για μας και μετέφερε το άγημα στην Ομόνοια. Βγήκαμε απ’ τον Ηλεκτρικό και στην οδό Σταδίου άρχισε ο σχηματισμός του αγήματος με πόλο εμένα στο αριστερό μέρος της πρώτης γραμμής. Βλέποντάς με όμως στη θέση αυτή, κάποιος αυτόκλητος που μετέφερε ένα στεφάνι μ’ έκρινε ως τον καταλληλότερο για να το παραλάβω και χωρίς να με ρωτήσει το άφησε στα χέρια μου κι εξαφανίστηκε. Από κει βαδίσαμε σε παράταξη ως τον «Άγνωστο Στρατιώτη» στο Σύνταγμα, όπου μαζί με το προσκύνημα μας καταθέσαμε και το στεφάνι που μετέφερα στα χέρια απ’ την Ομόνοια.
Το τι έγινε ώσπου να φθάσουμε στον «Άγνωστο» δε λέγεται. Το πλήθος έπεφτε στις γραμμές μας, μας αγκάλιαζε, μας φιλούσε, μας ρωτούσε για την τύχη συγγενών τους. Ανάμεσα σε όλους, να και ο μικρός αδελφός μου Κλέων, με κοντό παντελονάκι. Έτσι έμαθα από πρώτο χέρι ότι οι γονείς μου ήταν καλά στην υγεία τους και με την ευκαιρία του έδωσα τις πενήντα χρυσές λίρες να τις παραδώσει στη μητέρα.
Ασφαλώς ήταν πολύ νωρίς για να βγάλω συμπέρασμα πώς ήταν η ζωή στην Αθήνα. Πάντως στο κέντρο της πρωτεύουσας οι άνθρωποι φαίνονταν να μη βιάζονται. Δεν έμοιαζε να είχαν να πάνε κάπου, στη δουλειά τους, αν είχαν. Τριγυρνούσαν άσκοπα. Αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούσαν. Κάπου-κάπου, αν συναντούσες ένα, ήταν γεμάτο ασφυκτικά, με πολλούς στοιβαγμένους επιβάτες να κρέμονται απ’ έξω. Το αυτί μου έπιανε συχνά συνθήματα «αριστερά». Κάθε τόσο άκουγες ρήτορες που από μπαλκόνια, στο κέντρο της πόλης, μ’ ένα χωνί στο χέρι εκφωνούσαν λογύδρια, που απευθύνονταν σε μικρά, πολύ μικρά ακροατήρια.
Παρέμενα τοποθετημένος στον τραυματισμένο, χωρίς πλώρη «ΑΔΡΙΑ», που βρισκόταν πλαγιοδετημένος σε μια απ’ τις προβλήτες του λιμενίσκου Αγίου Γεωργίου. Το μισό αυτό πλοίο υπολειτουργούσε αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να προσκαλέσω σε γεύμα το φίλο και συμμαθητή μου απ’ τη Σ.Ν.Δ. μηχανικό Ανδρέα Σακελλαρίου. Δεν είχε φύγει με το στόλο στη Μέση Ανατολή• παρέμεινε στην Αθήνα, φοίτησε στο Πολυτεχνείο, πήρε το δίπλωμα του Μηχανολόγου-Ηλεκτρολόγου και τώρα εργαζόταν στον Ηλεκτρικό Αθήνα-Πειραιά. Στην πρόσκληση μου τον συνόδευαν εκτός απ’ τη σύζυγό του και οι δύο εξαδέλφες του, οι αδελφές δεσποινίδες Μαρία και Λέλα Κανιάρη, που η τελευταία, δεκαοκτώ ετών τότε, θα γινόταν αργότερα η αγαπημένη σύζυγός μου. Δε θα ξεχάσω με πόση βιασύνη και ορμή οι προσκεκλημένοι μου έπεσαν όλοι στο βούτυρο που υπήρχε στο τραπέζι για άλειμμα στις φέτες του ψωμιού.
Στο Πολεμικό Ναυτικό (τότε Βασιλικό Ναυτικό – Β.Ν.) μετά τη γερμανική κατοχή τα πάντα στην Ελλάδα βρίσκονταν σε κατάσταση διάλυσης. Έπρεπε όλα ν’ αρχίσουν απ’ την αρχή. Η εγκατάσταση, η μορφή της Διοίκησης, η οργάνωση, η χρηματοδότηση. Κυβέρνηση δεν υπήρχε. Στις τσέπες μας είχαμε μόνο χάρτινες λίρες, νόμισμα των στρατιωτικών δυνάμεων της Μεγάλης Βρετανίας. Γινόταν δεκτό γιατί κανείς δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει. Όλοι ήλπιζαν. Μεγάλα προβλήματα για την ηγεσία του Ναυτικού μας. Σ’ εμένα το νεαρό ανθυποπλοίαρχο δεν έπεφτε λόγος. Και όμως σκεφτόμουν πολλά. Για το Ναυτικό, για το μέλλον μου.
Σ’ αυτή τη συγκεχυμένη κατάσταση καταφθάνει μια μέρα στο πλοίο ο πλωτάρχης Π. Σπυρομήλιος μ’ ένα χαρτί στο χέρι. Μου λέει: «Είμαι ο κυβερνήτης του πλοίου κι εσύ ο ύπαρχος. Χωρίς καθυστέρηση να κάνουμε ένα πλήρωμα και να αποπλεύσουμε για το Newcastle της Αγγλίας. Μας περιμένουν να συγκολλήσουν το πρωραίο τμήμα του πλοίου που έχουν ήδη κατασκευάσει, σε αντικατάσταση αυτού που έχει καταστραφεί κατά την πρόσκρουση του πλοίου στο ναρκοπέδιο έξω απ’ την Κάλυμνο – ας μη χάνουμε χρόνο». Εκείνη την ημέρα καιγόμουν στον πυρετό από μία κρίση αμυγδαλών. Δεν μπορούσα όμως να κάνω κι αλλιώς. Καταπιάστηκα με το θέμα, βοήθησα και σε λίγες μέρες, περί τα τέλη Οκτωβρίου 1944, ο «ΑΔΡΙΑΣ» χωρίς πλώρη απέπλευσε για την Αγγλία.
Πλέαμε χωρίς συνοδεία, με μία μαγνητική πυξίδα αμφισβητούμενης ακρίβειας, με ελλιπή οργανική δύναμη, αλλά αρκετούς επιβάτες που επιζητούσαν την ευκαιρία, καθώς δεν υπήρχαν ακόμη συγκοινωνίες, να μεταβούν για ιδιωτικούς λόγους στην Αγγλία με στρατιωτικό μέσο. Πρώτος μας σταθμός ήταν η Μάλτα.
Εκτός απ’ τον εφοδιασμό μας σε καύσιμα και απαραίτητων άλλου είδους υλικών, έπρεπε σε κάθε εν τω μεταξύ σταθμό να εκτελούμε εργασίες στεγανοποίησης των ελασμάτων που κάλυπταν το πρωραίο κάθετο τμήμα, εκεί που το πλοίο ήταν κομμένο. Η εργασία αυτή γινόταν στην εσωτερική πλευρά των ελασμάτων. Ευτυχώς, μεταξύ των επιβατών υπήρχαν 2-3 ναυπηγοί, έφεδροι αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού, που γύριζαν στην Αγγλία για ν’ απολυθούν. Αυτή η εργασία επαναλήφθηκε και στις δύο επόμενες προσεγγίσεις στο Αλγέρι και στο Γιβραλτάρ.
Η άφιξη μας στη Βαλέτα ήταν λίγο περιπετειώδης. Ενώ, σύμφωνα με το στίγμα αναμετρήσεως, έπρεπε να είχε ήδη φανεί το νησί, κάτι τέτοιο δε συνέβαινε. Με φώναξαν στη Γέφυρα για να βοηθήσω. Το πρόβλημα ήταν κάπως δύσκολο• άγνωστα ρεύματα προφανώς είχαν παρασύρει το πλοίο. Αλλά υπήρξα τυχερός• φάνηκε ο ήλιος έστω για λίγο και πρόλαβα, παίρνοντας ένα ύψος, να υπολογίσω τη θέση του πλοίου σ’ έναν γεωμετρικό τόπο ευθείας γραμμής. Βρήκαμε σύντομα τη Μάλτα.
Στο Αλγέρι, τη δεύτερη προσέγγιση του ταξιδιού μας, τα πράγματα εξελίχθηκαν ομαλά. Στο Γιβραλτάρ όμως αναγκαστήκαμε να παρατείνουμε λιγάκι την παραμονή μας. Οι εργασίες στεγανοποίησης στο πρωραίο μπουλμέ έπρεπε να γίνουν όσο το δυνατόν καλύτερα. Θα διαπλέαμε τον Βισκαϊκό, όπου ο καιρός συχνά είναι πολύ σκληρός. Αλλά μας καθυστερούσε και η εξέλιξη της καταστάσεως στην Ελλάδα, που την παρακολουθούσαμε απ’ το ραδιόφωνο.
Το Δεκέμβριο του 1944 τα πράγματα στην Αθήνα αγρίεψαν, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει σύγκρουση των κομμουνιστών με τις ισχνές κυβερνητικές δυνάμεις που υποστηρίζονταν απ’ τις λίγες αγγλικές στρατιωτικές μονάδες που βρίσκονταν στην Ελλάδα. Στην Αθήνα έφτασε ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Τσόρτσιλ για να εποπτεύσει την κατάσταση προσωπικά. Ο Άγγλος στρατηγός Σκόμπυ πολεμούσε πλέον για να αποφευχθεί η κατάληψη των Αρχών απ’ τους κομμουνιστές αντάρτες.
Στο πλοίο η κατάσταση φαινομενικά έδειχνε ήσυχη, αλλά έχοντας την πείρα πρόσφατων αναταραχών που συνέβησαν στο Ναυτικό, με ανησυχούσε η σιωπή που επικρατούσε γενικά στο πλοίο, όπως και κάτι μικροψίθυροι και ύποπτες ματιές που μου τράβηξαν την προσοχή.
Αποφασίσαμε με τον κυβερνήτη ότι δε θα έπρεπε να ξεκινήσουμε για την Αγγλία, εάν προηγουμένως δεν ξεκαθαρίζαμε την κατάσταση. Θα ήταν απερισκεψία ν’ αφήναμε να εκδηλωθεί ανταρσία στον «ΑΔΡΙΑ», στην Αγγλία, μέσα στο χώρο του ναυπηγείου, την ώρα που εκείνοι θα μας τοποθετούσαν δωρεάν μία ολόκληρη πλώρη στο πλοίο.
Με μυστικότητα καταρτίσαμε έναν κατάλογο των ανεπιθύμητων ατόμων του προσωπικού, υπόπτων δημιουργίας ταραχών και στάσεων και ζητήσαμε τη βοήθεια των Αγγλικών Αρχών. Βρισκόμαστε ακόμη σε κατάσταση πολέμου και ως σύμμαχοι με δυνατότητες είχαν την υποχρέωση να μας βοηθήσουν. Όπως κι έγινε. Έτσι, μετά την απαλλαγή του πλοίου απ’ τους ανεπιθύμητους, που υπάρχει πιθανότητα μερικοί να είχαν συμπεριληφθεί στον κατάλογο ίσως άδικα, το πλοίο απέπλευσε. Ο καιρός ήταν ευνοϊκός και σε λίγες ημέρες, στα μέσα Δεκεμβρίου 1944, ο «ΑΔΡΙΑΣ» έδενε σε μία προβλήτα του ναυπηγείου Wallsend on Tyne του Newcastle ασφαλής και με πλήρωμα πειθαρχημένο.
Στο ναυπηγείο η κατασκευή της πλώρης είχε τελειώσει, δεν υπήρχε όμως διαθέσιμη δεξαμενή για να μπει το πλοίο και ν’ αρχίσουν οι εργασίες της συγκόλλησης. Στους δεξαμενισμούς προτεραιότητα είχαν πλέον τα εμπορικά πλοία, τα οποία μετέφεραν στο Δυτικό μέτωπο τα εφόδια των στρατιών των οποίων η προώθηση γινόταν με ταχύτερο ρυθμό του αναμενόμενου. Η μη προβλεπόμενη καθυστέρηση που προκλήθηκε στο πρόγραμμα δεξαμενισμού του πλοίου θα κρατούσε για μεγάλο διάστημα και η συμβουλή του ναυπηγείου ήταν η επ’ αόριστο αναβολή της εργασίας. Κατόπιν τούτου αποφασίστηκε, μέχρι λήψης της τελικής απόφασης, να παραμείνουμε στο πλοίο εγώ, ο Β’ μηχανικός και πέντε ναύτες για τη φύλαξη του και στοιχειώδη συντήρηση, ο δε κυβερνήτης με τους αξιωματικούς και το υπόλοιπο πλήρωμα να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Η τελική απόφαση άργησε να παρθεί. Δε γνωρίζω γιατί υπήρξε αυτή η καθυστέρηση. Φαντάζομαι σημαντικό ρόλο να έπαιξε ο δισταγμός της εγκατάλειψης μιας κατασκευής που είχε ήδη κοστίσει σημαντικό ποσό. Η πλώρη που ήταν έτοιμη θα είχε ίσως κοστίσει όσο η μισή αξία του πλοίου. Έπρεπε τώρα να πεταχτεί. Τελικώς παραδόθηκε στο Ελληνικό Ναυτικό επί δανεισμώ ένα απ’ τα εν ενεργεία ομοίου τύπου αντιτορπιλικά του Βρετανικού Ναυτικού. Η παράδοση έγινε στη Μάλτα περί τα μέσα του 1945 και το παραληφθέν πλοίο ονομάστηκε «ΑΔΡΙΑΣ».























































