Γράφει ο Γεράσιμος Λειβαδάς
Με την κήρυξη πολέμου από τον Μουσολίνι κατά της Γαλλίας και της Βρετανίας στις 10 Ιουνίου 1940, οι Βρετανοί επέβαλαν περιορισμούς στην ναυσιπλοΐα της Μεσογείου με αυστηρούς ελέγχους τόσο στο Γιβραλτάρ όσο και το Σουέζ.
Με την Γερμανική κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδος και των νησιών του Αιγαίου τον Απρίλιο και Μάϊο του 1941, η κυβέρνηση Churchill προχώρησε σε αυστηρή επέκταση του ναυτικού αποκλεισμού της Μεσογείου και στο Αιγαίο. Η πολιτική του αποκλεισμού των κατεχόμενων από τον Άξονα εδαφών είχε ως σκοπό την αποτροπή των προμηθειών να καταλήξουν στις γερμανικές και ιταλικές δυνάμεις, ιδιαίτερα στην Βόρειο Αφρική.
Προπολεμικά, η Ελλάδα εισήγαγε 500,000 τόνους αλεύρων ετησίως από την Αυστραλία, τον Καναδά και τις Η.Π.Α., προμήθειες που διακόπηκαν άμεσα. Η Ελληνική Αντιπροσωπεία στο Λονδίνο είχε επισημάνει το πρόβλημα που θα προέκυπτε από τον Απρίλιο του 1941, όμως οι Βρετανοί ήταν ανυποχώρητοι για την άρση του αποκλεισμού, παρά τις αιτήσεις του Τσουδερού προς τον Churchill και τον Roosevelt. Φοβόντουσαν ότι αν δεχόντουσαν την εξαίρεση της Ελλάδος από τον αποκλεισμό, και άλλες χώρες υπό Γερμανική κατοχή θα ζητούσαν παρόμοιες εξυπηρετήσεις. Πρόβαλαν δε ότι η Γερμανία είχε την ευθύνη επισιτισμού της χώρας που είχε καταλάβει, ενώ οι Γερμανοί ανέθεσαν το επισιτιστικό της Ελλάδος στους Ιταλούς που όμως δεν αντιμετώπιζαν το πρόβλημα. Οι κατακτητές δεν αναλάμβαναν την ευθύνη, χρησιμοποιώντας την επερχόμενη πείνα ως μοχλό πίεσης για την άρση του αποκλεισμού. Τελικά οι Βρετανοί πρότειναν την προμήθεια από ουδέτερες χώρες όπως η Τουρκία και η Ρωσία που ακόμη δεν είχε εμπλακεί στον πόλεμο. Η Ρωσία αποκλείστηκε αφού ο Χίτλερ επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην Ρωσία τον Ιούνιο του 1941οπότε η μόνο χώρα που μπορούσε να βοηθήσει ήταν η Τουρκία.
Τα διαβήματα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1941 με αργούς ρυθμούς από την Τουρκία[1]. Η τουρκική διπλωματία ήταν ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση «ασφαλούς διέλευσης» και άδειας τόσο από τις συμμαχικές δυνάμεις όσο και από τις δυνάμεις του Άξονα. Ειδική επιτροπή της κεντρικής έδρας της Ερυθράς Ημισελήνου στην Άγκυρα μελέτησε το θέμα της αποστολής και της διανομής των τροφίμων στους άπορους Έλληνες. Η τουρκική κυβέρνηση του Προέδρου İsmet İnönü υπέγραψε με καθυστέρηση την επίσημη απόφαση για την έναρξη της αποστολής, καθιστώντας την Τουρκία την πρώτη χώρα που επεκτείνει επίσημα τη βοήθεια στην κατεχόμενη Ελλάδα κατά τη διάρκεια του λιμού. Ο Ινονού ήθελα να ανταποδώσει στην Ελλάδα την βοήθεια που αυτή είχε εκδηλώσει στον μεγάλο σεισμό 7,8 ρίχτερ του 1939 που είχε ισοπεδώσει το Erzincan με 40,000 νεκρούς
Η αποστολή ήταν πρωτίστως μια ελληνική πρωτοβουλία όσον αφορά την οικονομική υποστήριξη και την αρχική οργάνωση και χρηματοδοτήθηκε κυρίως από την Greek War Relief Association στην Αμερική και την Ελληνική Ένωση Κωνσταντινουπολιτών. Το Greek War Relief Association ήταν αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα ο οποίος ενεργοποίησε προσωπικότητες κύρους για την δημιουργία lobby υπέρ της Ελλάδος και την συλλογή 10 εκατομμυρίων δολαρίων. Πρόεδρος επί τιμή είχε οριστεί ο μαικήνας των Αμερικανικών σιδηροδρόμων Harold Sterling Vanderbilt ο οποίος διέθεσε το ποσό των 1,400.000 δολαρίων για την αγορά 17,000 τόνων τροφίμων που θα αποστέλλοντο στην Ελλάδα[2]. Πραγματικός όμως πρόεδρος ήταν ο Σπύρος Σκούρας, πρόεδρος της 20th Century Fox[3]. Λόγω της δυσχέρειας αποστολής με πλοίο, άμεσα απέστειλε 250,000 δολάρια στην Αθήνα στον Κωνσταντίνο Ζαβιτσιάνο, διοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και εκπρόσωπο του GWRF στην Ελλάδα[4].
Τα τρόφιμα αγοράζονταν στην Τουρκία από την United Kingdom Commercial Corporation (UKCC), η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, ενώ η διανομή των προϊόντων, μόλις το πλοίο έφτανε στον Πειραιά, ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός ήταν υπεύθυνος για την τοπική διανομή των προμηθειών. Τον Δεκέμβριο του 1941 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ίδρυσε τον «Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης» και συντόνιζε την διανομή σε συσσίτια.
Η τουρκική κυβέρνηση μίσθωσε το SS Kurtuluş του Τούρκου εφοπλιστή Ταβιλ Ζιδέ, ένα ιδιωτικό φορτηγό, ειδικά για αυτόν τον σκοπό ανθρωπιστικής βοήθειας με μηνιαίο μίσθωμα 50,000 λίρες[5]. Τούρκοι ναύτες επάνδρωσαν το πλοίο, το οποίο ολοκλήρωσε τέσσερα επιτυχημένα ταξίδια πριν βυθιστεί στο πέμπτο ταξίδι του τον Ιανουάριο του 1942.
Ακόμη και μετά την απώλειά του, η τουρκική κυβέρνηση συνέχισε την αποστολή χρησιμοποιώντας άλλα πλοία όπως το SS Dumlupınar και το SS Konya μέχρι το 1946.
Τον Σεπτέμβριο του 1941 είχε ληφθεί η συγκατάθεση των δύο εμπολέμων πλευρών για την ασφαλή μεταφορά, είχαν αποτυπωθεί επί του σκάφους τα διακριτικά της Ερυθράς Ημισελήνου, είχαν ολοκληρωθεί οι Τουρκικές διατυπώσεις και άρχισε η φόρτωση του πλοίου. Απέπλευσε από την προκυμαία του Sirkeci στις 13 Οκτωβρίου μεταφέροντας 5,0000 τόνους με όσπρια, δημητριακά, δέματα Κωνσταντινουπολιτών και υγειονομικό υλικό ενώ η Ημισέληνος πρόσθεσε, μετά από μια εκστρατεία για τη συλλογή τροφίμων από τον τουρκικό πληθυσμό, ριζάλευρο και γάλα σε σκόνη[6].
Το Κουρτουλούς, συνοδευόμενο από Γερμανικά πολεμικά, κατέπλευσε στον Πειραιά την 17η Οκτωβρίου συνοδεία του Saim Umar και του Feridun Demokan, ανώτερων υπαλλήλων της Ερυθράς Ημισελήνου. Ο δεύτερος, εκπρόσωπος της Ημισελήνου στην Ελλάδα, γνώστης της Ελληνικής και πτυχιούχος Οικονομικών είχε χρησιμοποιηθεί σε αποστολές στην Αύγυπτο και την Γαλλία. Είχε συνδεθεί φιλικά με τον Αλέξανδρο Ζάννα, Πρόεδρου του ΕΕΣ στην Κατοχή [7]. Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός τα μετέφερε τα δέματα σε αποθήκες και τα τρόφιμα μοιράστηκαν σε ορφανοτροφεία και λαϊκά συσσίτια με δελτίο για 100 δράμια. Ο Feridun, φρουρούμενος από τους Γερμανούς οδηγήθηκε στο Grand Hôtel d’Athènes, ξενοδοχείο στην συμβολή Κοραή και Σταδίου, σήμερα κατάστημα Zara. Βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση και τόσο οι Γερμανοί όσοι και οι Τούρκοι δεν του είχαν εμπιστοσύνη λόγω των εκθέσεών του για την κατάσταση στην Ελλάδα. Η λογοκρινόμενες εφημερίδες ανέφεραν ότι την ίδια μέρα κατέπλευσαν δύο πλοία με γερμανικό σιτάρι από την Θεσσαλονίκη και ένα από την Ιταλία[8].
Το 2ο ταξίδι του Κουρτουλούς πραγματοποιήθηκε στις 17 Οκτωβρίου μεταφέροντας 2,500 τόνους τροφίμων, μεταξύ των οποίων φασόλια, ρεβίθια, φακή, αυγά, κρεμμύδια, λακέρδες και ριζάλευρα. Παρέδωσε επίσης 51 τόνους από τον Ερυθρό Σταυρό της Αγγλίας και Αμερικής με προορισμό τους 115 Άγγλους αιχμαλώτους στην Ελλάδα. Αναχώρησε στις 5 Νοεμβρίου.
Επανέκαμψε στον Πειραιά την 11η Νοεμβρίου μεταφέροντας 1,430 τόνους τροφίμων. Κατά το 3ο αυτό ταξίδι του Κουρτουλούς, απεκαλύφθη ότι η γερμανική Φρουρά είχε συνεννοηθεί με του εργάτες του λιμένος Πειραιά και αρκετοί σάκοι με φασόλια, ρεβίθια κ.λπ. κλάπηκαν και θα διοχετεύονταν στην μαύρη αγορά[9]. Συνελήφθη χονδρέμπορος και 9 άλλοι, μέλη συμβουλίου Εισαγωγέων, ενώ ο δοτός πρωθυπουργός Τσολάκογλου ζήτησε την τιμωρία των ενόχων[10].
Στις 15 Δεκεμβρίου επανάκαμψε στον Πειραιά μεταφέροντας 1,874 τόνους λακέρδας, κρεμμύδια, πατάτες, φασόλια, ρεβίθια, αυγά και δέματα. Τα τρόφιμα διανεμήθηκαν σε ορφανοτροφεία, νοσοκομεία και συσσίτια υπό την αυστηρή επίβλεψη του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού.
Το ταξίδι επαναλήφθηκε στις 28 Δεκεμβρίου καταπλέοντας στον Πειραιά στις 6 Ιανουαρίου 1942 όπου λόγω των εορτών οι Πειραιώτες το υποδέχτηκαν ως Άγιο Βασίλη με την παρουσία των Αρχών και δημοσιογράφων. Μετέφερε κυρίως όσπρια, φασόλια, πατάτες και σκουμπριά. Επίσης μετέφερε γαιάνθρακα για την Τουρκική πρεσβεία, 275 δέματα από Έλληνες για συγγενείς τους και 350 δέματα από Τούρκους δημοσιογράφους για τους ομολόγους τους της Ένωσης Συντακτών Αθηνών.
Πλέον, το όνομα Kurtuluş είχε γίνει συνώνυμο με το “Μάνα” εξ ουρανού, όλοι αναγνώριζαν ότι η προσφορά του είχε σώσει από τον θάνατο πολλούς συνανθρώπους των και είχε γίνει συζήτηση όπως ονομαστεί Κουρτουλούς ένας δρόμος των Αθηνών[11].
Το Kurtuluş ξεκίνησε την 6η αποστολή στις 18 Ιανουαρίου 1942 με το 36 άτομα πλήρωμα μεταφέροντας περίπου 1800 τόνους τροφίμων με κυρίως λακέρδες, κρεμμύδι και φασόλια, χιλιάδες φιλανθρωπικά κουτιά που δώρισαν Τούρκοι πολίτες από διάφορες πόλεις της χώρας και 350 δέματα το καθένα από τα οποία ήταν 5 κιλά δωρεά Τούρκων δημοσιογράφων για τους συναδέλφους τους στην Ελλάδα, καθώς και τα συνολικά έσοδα της παραδοσιακής ετήσιας χοροεσπερίδας της Τουρκικής Ενότητας του Τύπου στην Κωνσταντινούπολη. Δυστυχώς η 6η αποστολή αποδείχθηκε η τελευταία λόγω χιονόπτωσης που είχε περιορίσει την ορατότητα στην περιοχή της νήσου Μαρμαρά. Το πλοίο καρφώθηκε στα βράχια και βυθίστηκε μέσα σε λίγες ώρες παρασύροντας το πολύτιμο φορτίο του. Ο Feridun που βρισκόταν επί του πλοίου μαζί με το πλήρωμα του πλοίου παρακολουθούσαν από την στεριά ενώ είχαν ξεσπάσει σε κλάματα. Το μόνο που μπορούσε να σώσει ο Feridun Demokan ήταν ένας διπλωματικός σάκος, ένα αρχείο της Ερυθράς Ημισελήνου και η κάμερά του με την οποία τράβηξε τις γνωστές φωτογραφίες του ναυαγίου.
Ενώ ο λαός στην Αθήνα θρηνούσε για το Kurtuluş, ο Τούρκος πρωθυπουργός Şükrü Saraçoğlu ανακοίνωνε ότι η κυβέρνηση είχε διαθέσει ένα μεγαλύτερο πλοίο για να μεταφέρει το ανθρωπιστικό υλικό στην Ελλάδα με το όνομα Dumlupınar…»
Το Dumlupınar κατέπλευσε στον Πειραιά στις 26 Φεβρουαρίου 1942 μεταφέροντας 2,000 τόνους όσπρια, πατάτες, σύκα κρεμμύδια, παστά ψάρια, είδη ρουχισμού, γάλα, κακάο και τσιγάρα. Η Τουρκική Ερυθρά Ημισέληνος απέστειλε κάλτσας για τις Ελληνίδες νοσοκόμες. Για πρώτη φορά γίνεται αναφορά μεταφοράς με το πλοίο αυτό, 1,000 παιδιών ηλικίας 6-13 ετών στην Τουρκία την συντήρηση των οποίων θα αναλάμβανε η Ερυθρά Ημισέληνος. Το θέμα πήρε διαστάσεις, κυρίως πολιτικές, πολλές συγκρουόμενες απόψεις τέθηκαν από τους Βρετανούς, Ιταλούς και Αμερικανούς, ενώ πιθανοί προορισμοί, πέρα από την Τουρκία, ήταν η Αίγυπτος, το Σουδάν, ο Λίβανος, η Ινδία και άλλες χώρες της Αφρικής όπου υπήρχε Ελληνισμός. Τελικά οι πολεμικές εξελίξεις στην Αφρική διέκοψαν τις προοπτικές αυτές[12]. Αντίθετα, στην Ελλάδα υπήρξε κινητικότητα και παιδιά μεταφέρονταν σε περιοχές της επαρχίας, όπως η Αρκαδία υπό την εποπτεία της Εκκλησίας και διαφόρων φιλανθρωπικών σωματείων.
Το Dumlupınar επανέλαβε τα ταξίδια του στις 27 Μαρτίου, 27 Απριλίου, 8 Ιουνίου, 22 Ιουλίου και 26 Αυγούστου[13].
Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να διακόψουν τις ανθρωπιστικές αποστολές λόγω των επισιτιστικών προβλημάτων που είχαν και οι ίδιοι στο εσωτερικό της χώρας τους.
Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός (ICRC) από την Ελβετία, με έγκριση από τους Γερμανούς κατακτητές, απέστειλε το πλοίο “Radmanso” τον Μάρτιο του 1942 με 7,000 τόνους αλεύρι από την Αίγυπτο. Ακολούθησε το Σουηδικό “Stureborg” με άλλους 2,000 τόνους που κατέπλευσε από την Χάϊφα στον Πειραιά στις 22 Μαϊου του 1942. Μέρες μετά τον απόπλου του, δύο Ιταλικά βομβαρδιστικά Caproni, αγνοώντας τα εμφανή διακριτικά του Ερυθρού Σταυρού, το βομβάρδισαν και το βύθισαν σκοτώνοντας 20 από τα 21 μέλη του πληρώματός του.
Ακολούθησαν τα Σουηδικά Formosa, Carmelia και Eros τον Αύγουστο με 16,000 τόνους αλεύρι από τον Καναδά. Άλλα 84 πλοία από τον Καναδά και 7 από την Αργεντινή κατέπλευσαν στον Πειραιά με αλεύρι και τρόφιμα μέχρι την άνοιξη του 1945, οπότε ανέλαβε την όλη ανθρωπιστική βοήθεια η UNRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration). Συνολικά, 712,000 τόνοι είχαν μεταφερθεί στον Πειραιά εκ των οποίων οι 100,000 ήταν αποστολές του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού[14].
Σημαντική ήταν και η προσφορά του πολιτικού Αναστασίου Μπακαλμπάση ο οποίος για να απαλύνει το επισιτιστικό πρόβλημα της Ελλάδος, μέσω της εταιρείας Ελλα-Τουρκ και σε συνεννόηση με τις Τουρκικές αρχές, μετέφερε πάνω από 60,000 τόνους Καναδικό σιτάρι με Σουηδικά πλοία στην Ελλάδα.
Το Πλοίο
Το Kurtuluş ναυπηγήθηκε στην Αγγλία το 1883 από την Caird, Purdie & Co. και την Barrow Shipyard Company. Ήταν ένα ατμόπλοιο γενικού φορτίου, 1,742 τόνων, μήκους 76,5 μέτρων με 3 κυλίνδρους με 900 ίππους. Καθελκύστηκε ως “Ευριπίδης”. Το 1896 με Ιταλική σημαία γίνεται SS “Stefano Razeto”, και τον επόμενο χρόνο εμφανίζεται ως Ρωσικό SS “Bratya Paramonovy”. Το 1900 αποκτήθηκε από τον Μαρίνο Βαλλιάνο με το όνομα “Cephalonia”. Το 1915, το πλοίο υπηρετεί στο Αυτοκρατορικό Ρωσικό ναυτικό με το διακριτικό N.41 σε στρατιωτικές μεταφορές. Το 1919 μέχρι το 1924, το πλοίο με το όνομα “ Michael Archangel” και έδρα την Κωνσταντινούπολη με σερβική σημαία ανήκε στον D. Ćirković. Έξι χρόνια αργότερα, το πλοίο, εμφανίζεται με ένα νέο τουρκικό όνομα ως “Teşvikiye” για δύο χρόνια. Το πλοίο πουλήθηκε το 1930 στον εφοπλιστή Kalkavan και το 1933 επονομάστηκε “Bülent”. Τελικά, αγοράστηκε από τον Mustafa Tavilzade το 1934, με το όνομα “Kurtuluş”.


























































