Γράφει ο Σπύρος Θεοδωράκης
Ήταν σχεδόν πριν από δέκα χρόνια ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη όταν, με ένα καλό φίλο και την Caramela 4, το μικρό του σκάφος αναψυχής, φτάσαμε στον Αλμυροπόταμο της Εύβοιας. Δέσαμε εύκολα, τα σκάφη λίγα, οι παραθεριστές του καλοκαιριού είχαν αισθητά μειωθεί και ο μικρός γραφικός οικισμός στη νότια Εύβοια φάνταζε αληθινός παράδεισος.
Την επομένη, ο πρωινός καφές, μια βόλτα στην προκυμαία και να, η πρώτη έκπληξη. Στην μικρή πλατεία στημένη μια μεγάλη άγκυρα Rlough type [σχήμα άροτρου] και πιο κάτω στην αμμουδερή παράλια, ανάμεσα στις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες, τεράστιες δέστρες πακτωμένες σε οπλισμένο σκυρόδεμα. Πιο πίσω, σε ένα μεγάλο οικόπεδο και ανάμεσα στα χόρτα, μεγάλες άγκυρες κάθε τύπου, (του Βρετανικού ναυαρχείου, Danforth, Half Admiral) κι ακόμη πολλές σκουριασμένες σημαδούρες και πλωτήρες. Αλυσίδες σκορπισμένες παντού, σαν ακίνητα ερπετά. Η εικόνα προσφερόταν για εικαστική φωτογράφηση αλλά αρκέστηκα σε μερικές απλές φωτογραφίες.
Όταν την επομένη πήραμε την ρότα της επιστροφής έφυγα με ένα ερωτηματικό, για το τι σήμαιναν όλα αυτά τα ευρήματα αλλά, και με την σιγουριά ότι θα επέστρεφα πάλι.
Θα περάσουν 4-5 χρόνια, σχεδόν με την ίδια σύνθεση στην παρέα, θα φτάσω στον Αλμυροπόταμο προετοιμασμένος αυτή τη φόρα. Θα αναζητήσω πληροφορίες, θα κρατήσω σημειώσεις και θα συνομιλήσω με ντόπιους οι οποίοι θα με ενημερώσουν ότι όλος αυτός ο εξοπλισμός, τα εξαρτήματα και τα εργαλεία ανήκαν στο Π.Ν. και αποτελούσαν το Ανθυποβρυχιακό Φράγμα του Νότιου Ευβοϊκού. Σε επικοινωνία με τον πρόεδρο της κοινότητας κ. Χρήστο Γκότση με πληροφόρησε ότι ο χώρος έχει παραχωρηθεί από την Κ.Ε.Δ. στο Π.Ν. και μου υποσχέθηκε να μου στείλει πληροφοριακό υλικό. Η έρευνα μόλις είχε αρχίσει…
Ανθυποβρυχιακό φράγμα. (Χαρακτηριστικά και Λειτουργία)
Το ανθυποβρυχιακό φράγμα (anti-submarine barrier ή boom) είναι ένα αμυντικό σύστημα που χρησιμοποιείται για την προστασία λιμένων, ναυτικών βάσεων ή στρατηγικών στενών από την παρείσφρηση εχθρικών υποβρυχίων.
Αποτελείται συνήθως από βαριά χαλύβδινα δίχτυα ή καλώδια που κρέμονται από πλωτήρες (σημαντήρες) και φτάνουν μέχρι τον βυθό. Λειτουργεί ως φυσικό εμπόδιο που εμποδίζει το υποβρύχιο να περάσει απαρατήρητο ή να εισέλθει σε μια περιοχή. Ορισμένα φράγματα διαθέτουν αισθητήρες που ειδοποιούν για την παρουσία μεταλλικού αντικειμένου. Για να επιτρέπεται η διέλευση φίλιων πλοίων το φράγμα διαθέτει τμήματα που μπορούν να ανοίξουν (boom gates) με τη βοήθεια ειδικών πλοίων.
Χρησιμοποιήθηκαν ευρέως κατά τον Α’ και Β’ ΠΠ για την προστασία κρίσιμων υποδομών. Σήμερα, τα παραδοσιακά δίχτυα έχουν αντικατασταθεί ή συμπληρωθεί από έξυπνα φράγματα με οπτικές ίνες και υποβρύχιους αισθητήρες που ανιχνεύουν όχι μόνο υποβρύχια, αλλά και δύτες ή τηλεκατευθυνόμενα οχήματα (ROVs) και πλέον χρησιμοποιούνται ανθεκτικά συνθετικά υλικά όπως το Kevlar για αυξημένη αντοχή και χαμηλότερο βάρος.
Το ανθυποβρυχιακό φράγμα του Ν. Ευβοϊκού
Για να ξετυλίξουμε το μίτο της ιστορίας του ανθυποβρυχιακού φράγματος του Ν. Ευβοϊκού ή καλύτερα για να πιάσουμε την ιστορία από την αρχή, ας πάμε στα χρόνια λίγο πριν την έναρξη του Β΄ ΠΠ.
Θα έχουμε την βοήθεια του κ. Γιάννη Παλούμπη αντιναύαρχου εα του ΠΝ ο οποίος, σε ένα εκτενές άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, με θέμα: “Η Συμβολή του Πολεμικού Ναυτικού στο Έπος του ΄40” αναφέρει ότι η αποστολή του Π.Ν. ήταν μεταξύ άλλων: «Η διεξαγωγή των αναγκαίων αεροναυτικών επιχειρήσεων και έργων εν ειρήνη και εν πολέμω, δια την εξασφάλιση ανοικτών των θαλασσίων οδών επικοινωνιών προς χρήση υπό των ημετέρων δυνάμεων και απαγόρευση των αντιστοίχων ευκολιών στον αντίπαλο…… και η συμβολή στην αποτροπή εχθρικής επιθέσεως, στην διατήρηση της ακεραιότητας της χώρας και στην εν γένει προάσπιση των εθνικών συμφερόντων».
Αναφερόμενος δε σε μία σειρά από προκαταρκτικές ενέργειες για την άμυνα των ακτών, κάνει αναφορά και «στην θαλασσία οδό που προσδιορίζεται από τον Βόρειο και Νότιο Ευβοϊκό που ήταν ζωτικής σημασίας για τις θαλάσσιες μεταφορές προς και από την Βόρεια Ελλάδα διότι απέφευγε τις ανοιχτές περιοχές του Καφηρέα και του Βορείου Αιγαίου. Εκτός από τις ταραγμένες θάλασσες αποφεύγονταν και πολύ πιθανές περιοχές ενέδρας ιταλικών υποβρυχίων εκ των σταθμευόντων στα Δωδεκάνησα.
Η προστασία της θαλασσίας οδού εξασφαλίσθηκε από τα αμυντικά ναρκοπέδια Βορείου και Νοτίου Ευβοϊκού σε συνδυασμό με ανθυποβρυχιακά φράγματα».
Ένα από αυτά τα ανθυποβρυχιακά φράγματα ήταν του Νοτίου Ευβοϊκού, το οποίο ποντιζόμενο μεταξύ της νήσου Καβαλλιανής και της απέναντι ακτής, θα προστάτευε την είσοδο του νοτίου Ευβοϊκού από εχθρικά υποβρύχια.
Όμως στην κατασκευή του δεν έλειψαν δυσκολίες και προβλήματα.
Στα τέλη Απριλίου 1940, κλιμάκιο των Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Ναυτικών (μετέπειτα ΓΕΝ), μετέβη στην περιοχή Αμφιάλης, όπου ήταν η Εφορεία Υφάλων Όπλων (ΕΥΟ) του Ναυστάθμου Σαλαμίνος. Εκεί πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ του Δ/ντη Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Ναυτικών Πλοιάρχου Π. Αγγελή και του Δ/ντη της ΕΥΟ Πλοιάρχου Αγ. Χατζόπουλου, με τη συμμετοχή του Πλωτάρχου Γ. Μπάκα όπου, εξετάστηκε το πρόβλημα έλλειψης επαρκούς αριθμού αγκυρίων για την πόντιση του ανθυποβρυχιακού φράγματος Ν. Ευβοϊκού. Η Αγγλία από την οποία θα μπορούσε να γίνει η προμήθεια του εν λόγω υλικού, είχε ήδη εμπλακεί σε πόλεμο και συνεπώς είχε κλείσει η αγορά της. Τελικά αποφασίστηκε να αφαιρεθούν κατ΄ ανάγκη ορισμένα αγκύρια από άλλα φράγματα, για κάλυψη των απαιτήσεων εκείνου του Ν. Ευβοϊκού.
Στην σύσκεψη συμμετείχε και ο κ. Στέλιος Ναουμίδης, διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου που από το 1937 υπηρετούσε ως μηχανικός στην Δ/νση Ναυτικών Έργων του Π.Ν.
Σε άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση με θέμα: “Το Ανθυποβρυχιακό φράγμα του Νότιου Ευβοϊκού” αναφέρει:
«Δεν ξέρω πώς μου ήρθε τότε η σκέψη και πρότεινα στους ανωτέρους μου την κατασκευή στην Ελλάδα αγκυρίων από σιδηροπαγές σκυρόδεμα (beton armé), αντί των συνήθως μέχρι τότε χρησιμοποιούμενων μεταλλικών. Ο πλοίαρχος Π. Αγγελής συνεκτιμώντας τη μεγάλη ανάγκη και την εύλογη λύση που έδινε η πρότασή μου, έδωσε την έγκρισή του για πειραματική προσπάθεια, σε συνεργασία με τον αρμόδιο της ΕΥΟ για τα φράγματα, πλωτάρχη Γ. Μπάκα.
Τις επόμενες ημέρες άρχισε η επιχείρηση δοκιμαστικής κατασκευής δέκα αγκυρίων στην περιοχή Αμφιάλης που ολοκληρώθηκε μετά δύο εβδομάδες…….. Τα πρώτα δέκα αγκύρια σιδηροπαγούς σκυροδέματος ήταν έτοιμα και μεταφέρθηκαν με φορτηγίδες στα ανοικτά της Σαλαμίνος, έξω από τα Σελήνια και εκεί ποντίστηκαν. Έπρεπε να περάσουν δέκα ημέρες ακόμη για να προβούμε σε ανάσπασή τους. Δέκα ημέρες αγωνίας και ανυπομονησίας, για να διαπιστώσουμε την επιτυχία ή αποτυχία του εγχειρήματος».
Η όλη προσπάθεια στέφτηκε με επιτυχία. Η αγκύρωση υπήρξε απολύτως ικανοποιητική. Είναι χαρακτηριστικό ότι, τρία από τα δέκα αγκύρια είχαν πιάσει τόσο καλά στον βυθό, ώστε ήταν αδύνατο να ανασπαστούν και να ανελκυστούν. Για τον λόγο αυτό εγκαταλείφτηκαν.
«Ο ενθουσιασμός όλων όσων είχαμε συμμετάσχει σ’ αυτή την επιχείρηση ήταν απερίγραπτος και η ικανοποίησή μας μεγάλη, όταν μας δόθηκαν συγχαρητήρια από την ηγεσία του Ναυτικού».
Στη συνέχεια, για το φράγμα του Ν. Ευβοϊκού, εκτιμήθηκε ότι θα ήταν προτιμότερο τα αναγκαία περίπου πενήντα αγκύρια, να κατασκευασθούν κοντά στην περιοχή όπου προβλεπόταν η πόντισή τους. Μετά από αναζήτηση βρέθηκε ως κατάλληλη θέση για την κατασκευή των ήταν ο Αλμυροπόταμος. Εκεί δούλεψαν με ταχύ ρυθμό τα συνεργεία για την κατασκευή, μεταφορά, συναρμολόγηση των αγκυρίων με το φράγμα και ακολούθως πόντισή των στην προβλεπόμενη θέση, μεταξύ της ακτής και της απέναντι νήσου Καβαλλιανής.
Μεγάλες δυσχέρειες αντιμετωπίσθηκαν στην κατασκευή δεστρών για τα δύο άκρα του φράγματος στις βραχώδεις ακτές. Τότε δεν υπήρχαν τα κατάλληλα μέσα για να γίνουν στα δυσπρόσιτα αυτά μέρη οι αναγκαίοι εκβραχισμοί. Ωστόσο η επιχείρηση στέφτηκε με επιτυχία, χάρη στην καλή οργάνωση και φιλότιμη εργασία όλων όσων συνέπραξαν, παρά τις δυσκολίες και τα πενιχρά μέσα της περιόδου εκείνης.
Μετά τον πόλεμο όλα τα εξαρτήματα του φράγματος μαζεύονταν και φυλάσσονταν στον χώρο που είχε παραχωρηθεί στο Π.Ν. κι οποίος βρίσκεται στο κέντρο του παραθεριστικού οικισμού. Στο χώρο υπήρχε πέτρινος οικίσκος για τον φύλακα και μεγάλος πακτωμένος πετρελαιοκίνητος εργάτης για το μάζεμα του φράγματος. Συνεργείο δε, από το Κλιμάκιο Αμφιάλης του Ν.Σ. ενεργούσε ετήσια περιοδική συντήρηση.
Το Ναυτικό Οχυρό Νοτίου Ευβοϊκού.
Όπως αναφέρθηκε ήδη, τα ανθυποβρυχιακά φράγματα δεν “λειτουργούσαν” αυτόνομα αλλά σε συνδυασμό με παράκτια πυροβολεία ή οχυρά.
Ένα τέτοιο ήταν και το Οχυρό Νοτίου Ευβοϊκού (Ο.Ν.Ε.) που κατασκευάστηκε σε ακτή της ανατολικής Αττικής, περίπου 50 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αθήνας, κοντά στην Αγία Μαρίνα Μαραθώνα από την Ανωτέρα Διοίκηση Παρακτίου Άμυνας (ΑΔΠΑ) μεταξύ των ετών 1936-40. Το Ο.Ν.Ε. ήταν Υπηρεσία υπαγόμενη τότε στην Ναυτική Περιοχή 4, που είχε ως έδρα τη Χαλκίδα και σκοπό είχε τον έλεγχο της νότιας εισόδου του κόλπου.
Δέσποζε σε θέση στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο του νότιου Ευβοϊκού. Διέθετε πλήθος υποδομών όπως, πυριτιδαποθήκες, προβλήτα, τηλεφωνική εγκατάσταση, δεξαμενή νερού, δίκτυο ύδρευσης, πυροσβεστική αντλία, μαγειρείο, κ.α. Ο οπλισμός του ήταν 3 πυροβόλα των 76mm (3″QF). Πίσω δε από κάθε θέση πυροβόλου υπήρχε κατηφορική στοά λαξευμένη στο βράχο και μήκους 10 μέτρων όπου αποθηκεύονταν τα πυρομαχικά. Οι θέσεις των πυροβόλων επικοινωνούσαν μεταξύ τους με χαρακώματα. Το ΟΝΕ ήταν ένα σχετικά μικρό οχυρό αποτελούσε όμως ένα εξαιρετικό δείγμα ναυτικής οχυρωματικής του μεσοπολέμου.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, τα ισχύοντα στον ναυτικό πόλεμο άλλαξαν ολοσχερώς κι έτσι το μικρό οχυρό δεν είχε καμία πλέον στρατηγική χρησιμότητα. Τώρα κατεστραμμένο (κατόπιν ανατίναξης;) παραμένει έρημο και σιωπηλό στην ανατολική ακτή της Αττικής.
Μπορείτε να μάθετε περισσότερα για το παλαιό Οχυρό Νοτίου Ευβοϊκού παρακολουθώντας ένα σχετικό βίντεο στο κανάλι YouTube του Ελληνικού Ινστιτούτου Ναυτικής Ιστορίας.
Πηγές:
- Γιάννης Παλούμπης, “Η Συμβολή του Πολεμικού Ναυτικού στο Έπος του ΄40”, περιοδικό ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, τευχ.64 σελ. 16. Έκδοση Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος (2008).
- Κων. Κυρίμης – Γιάννης Αρσενιάδης “Στα ίχνη του Ναυτικού Οχυρού Νοτίου Ευβοϊκού 1936-40” Ιστορική έρευνα [διάρκεια 6 λεπτά].
- Στέλιος Ναουμίδης “Το ανθυποβρυχιακό φράγμα του Νότιου Ευβοϊκού” Περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση, τευχ. 505, σελ. 133. Έκδοση Πολεμικό Ναυτικό (2005).

























































