Γράφει ο Γρηγόρης Μπλαβέρης
Στην έκβαση του Β΄ΠΠ σημαντικό ρόλο έπαιξε η εμπορική ναυτιλία, κύριο μέσο μεταφοράς τροφίμων, πρώτων υλών και πολεμοφοδίων. Οι κίνδυνοι που είχαν να αντιμετωπίσουν τα συμμαχικά φορτηγά πλοία πολλοί και θανάσιμοι : υποβρύχια, επιδρομικά πλοία, μαγνητικές νάρκες και αεροπλάνα. Οι απώλειες μεγάλες, συνολικά βυθίστηκαν 2.450 ατμοκίνητα φορτηγά, χωρητικότητας 18 εκ. τόνων.
Τα γερμανικά υποβρύχια, οι «Λύκοι του Ατλαντικού», αποτελούσαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ενδεικτικά τα στοιχεία που αφορούν την ελληνική εμπορική ναυτιλία. Τον Σεπτέμβριο 1939 ο στόλος της αποτελείτο από 577 ατμοκίνητα φορτηγά, χωρητικότητας 1.8 εκ. τόνων . Η λήξη του πολέμου την βρήκε με 154 πλοία χωριτικότητας 531.000 τόνων . Στα βυθισμένα θα πρέπει να προστεθούν 451 ιστιοφόρα ή πετρελαιοκίνητα ενώ έχασαν τη ζωή τους 2.135 μέλη των πληρωμάτων τους. Το μεγαλύτερο ποσοστό των απωλειών, το 30%, οφείλετο στα υποβρύχια, ενώ το υπόλοιπο μοιράστηκε σε επιδρομικά, νάρκες, αεροπλάνα και άγνωστες αιτίες.
Η πιο γνωστή περίπτωση είναι του φορτηγού «ΠΗΛΕΥΣ», γνωστή όχι τόσο για την αιτία ή τις συνθήκες βύθισης αλλά κυρίως για όσα συνέβησαν μετά από αυτήν. Η αποκάλυψη των γεγονότων οδήγησε στην δίκη των υπευθύνων του γερμανικού υποβρυχίου U852 από βρετανικό δικαστήριο και στην καταδίκη τους ως εγκληματιών πολέμου.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Στις 8 Μαρτίου 1944 το ελληνικής ιδιοκτησίας φορτηγό πλοίο ΠΗΛΕΥΣ, ιδιοκτησίας Ηλία Χατζηλία, 8833 τόνων, κατασκευής 1928, το οποίο είναι ναυλωμένο από την Βρετανική κυβέρνηση για μεταφορά πολεμικού υλικού, πλέει από το Φριτάουν της σημερινής Σιέρρα Λεόνε προς το Ρίο ντε λα Πλάτα της Αργεντινής. Πλοίαρχος του ο Έλληνας από την ιταλοκρατούμενη Κάσο Μηνάς Μαυρής ενώ το πλήρωμα αποτελείτο από 35 μέλη, 18 Έλληνες, 8 Βρετανούς , δύο Αιγύπτιους και από έναν Ρώσο, Πολωνό, Χιλιανό και από την Υεμένη.
Στις 13 Μαρτίου 1944 περί ώρα 17:30 στο Νότιο Ατλαντικό εντοπίζεται ο καπνός του από το Γερμανικό υποβρύχιο U852. Στις 20:10 και ενώ το πλοίο πλέει με σβηστά φώτα και σιγή ασυρμάτου 670 μίλια από τις Αφρικανικές ακτές, δέχεται επίθεση με τορπίλες από το γερμανικό υποβρύχιο , το οποίο έχει Κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Heinz Wilhelm Εck και ανήκει στον 12ο στολίσκο υποβρυχίων με βάση το Μπορντώ. Δύο τορπίλες βρίσκουν το φορτηγό στη μέση και το πλοίο βυθίζεται σε 3΄ χωρίς να προλάβει να στείλει σήμα κινδύνου. Η πλειοψηφία όμως του πληρώματος επιζεί και προσπαθεί να σωθεί ανεβαίνοντας στις λέμβους ή σε σχεδίες από τα επιπλέοντα συντρίμμια .
Το υποβρύχιο ανέρχεται στην επιφάνεια, συλλαμβάνει δύο ναυαγούς και μεταξύ αυτών τον Κεφαλλονίτη Ανθυποπλοίαρχο Α. Κεφάλα, τους ανακρίνουν για να πληροφορηθούν τα στοιχεία, τον προορισμό και το φορτίο του πλοίου, την εθνικότητα και το βαθμό τους και στη συνέχεια τους υποχρεώνουν να ξαναπέσουν στη θάλασσα. Το υποβρύχιο αποχωρεί αλλά μετά από λίγο αλλάζοντας πορεία επιστρέφει στον τόπο του ναυαγίου. Οι ναυαγοί θεωρούν ότι γυρίζει για να τους περισυλλέξει, τότε όμως αρχίζει ο εφιάλτης τους αφού εκείνο πλησιάζοντας πυροβολεί εν ψυχρώ κατά των ναυαγών, των λέμβων και των συντριμμιών. Οι λέμβοι δεν βυθίζονται γιατί τα στεγανά τους είναι από βαμβάκι, γι’ αυτό οι Γερμανοί ρίχνουν χειροβομβίδες αλλά και πάλι ανεπιτυχώς. Το υποβρύχιο απομακρύνεται αλλά επιστρέφει ξανά. Όλη τη νύχτα, για περισσότερες από 5 ώρες , σπέρνει τον τρόμο με πολυβόλα και χειροβομβίδες. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης Μαρτίου 1944, θεωρώντας ότι όλοι οι ναυαγοί έχουν σκοτωθεί, αποχωρεί οριστικά.
Ο υποπλοίαρχος Αντώνιος Λιόσης από την Κοιλάδα Αργολίδας με τον Ανθυποπλοίαρχο Κεφάλα ανεβαίνουν σε μία λέμβο. Ο Κεφάλας είναι τραυματισμένος, καταφέρνει να ανέβει γιατί η λέμβος είναι χαμηλή μόλις 30 εκατοστά. Οι ναυαγοί έχουν να αντιμετωπίσουν τον πρόσθετο κίνδυνο των καρχαριών που τους περικυκλώνουν. Την 8η ημέρα συναντούν μια άλλη λέμβο στην οποία επιβαίνουν ο Έλληνας ναύτης Δημήτρης Αργυρός από τους Οθωνούς και ο Βρετανός (Μαλτέζος) λιπαντής Ρόκα Σάιτ. Οι 4 ναυαγοί συγκεντρώνονται στη δεύτερη λέμβο που είναι μεγαλύτερη και έχει κάποιες προμήθειες σε φάρμακα, γαλέτες και νερό, για να αντιμετωπίσουν τα κύματα του ωκεανού , τα τραύματα τους, τις κακουχίες και τα καιρικά φαινόμενα, Την 10η μέρα το νερό τελειώνει αλλά μαζεύουν νερό της βροχής χρησιμοποιώντας ένα κομμάτι πανί σαν τέντα και ένα δοχείο. Όταν τελειώνει η γαλέτα σιτίζονται με τα ψάρια που ψαρεύουν οι ίδιοι . Στις 17 Απριλίου ο Ανθυποπλοίαρχος Κεφάλας υποκύπτει στα τραύματά του.
Τελικά μετά από 38 ημέρες, στις 20 Απριλίου 1944 το πορτογαλικό πλοίο «ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΣΙΛΒΑ» εντοπίζει την βάρκα και τους τρεις ναυαγούς σε κατάσταση «παραλυσίας», 500 περίπου μίλια από το σημείο τορπιλισμού. Τους περισυλλέγει και τους μεταφέρει στο λιμάνι Λομπίτο της Αγκόλας (πορτογαλική τότε αποικία). Εκεί οι ναυαγοί αναφέρουν με λεπτομέρειες το γεγονός. Μεταφέρονται στο Κέιπ Τάουν και στη συνέχεια στο Λονδίνο. Στο Κέιπ Τάουν πληροφορούνται για τη σύλληψη των μελών του υποβρυχίου που τους είχε τορπιλίσει.
Την 2α Μαΐου 1944, το U 852 βομβαρδίζεται από βρετανικό αεροσκάφος ανοικτά της Σομαλίας, υφίσταται σοβαρές ζημιές ενώ από τα 66 μέλη του πληρώματος σκοτώνονται 6 και τραυματίζονται σοβαρά 20. Κατευθύνεται προς την ακτή, όπου δέχεται νέα επίθεση με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί σε ύφαλο στον όρμο του Bender Beila και το πλήρωμα του να συλληφθεί από τους Βρετανούς. Οδηγούνται αιχμάλωτοι αρχικά στο Άντεν και στη συνέχεια στην Αίγυπτο. Από ένα χάρτη πορείας και το ημερολόγιο του πλοίου προκύπτει ότι την 13.3.1944 το υποβρύχιο έχει τορπιλίσει φορτηγό πλοίο πλησίον του σημείου που είχε βυθιστεί ο «ΠΗΛΕΥΣ». Αναγνωρίζονται ως θύτες του τορπιλισμού και των μετέπειτα δολοφονιών και θεωρούνται εγκληματίες πολέμου.
Τον Αύγουστο 1945 οι Σύμμαχοι υπογράφουν την Χάρτα του Λονδίνου με την οποία θεσπίζεται το Διεθνές Στρατοδικείο στη Νυρεμβέργη για να δικαστούν οι Γερμανοί εγκληματίες για εγκλήματα κατά της ειρήνης, για εγκλήματα πολέμου και για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Μεταξύ 1945-1949 σε δικαστήρια διεθνή ή εγχώρια, στρατιωτικά ή πολιτικά, στη Γερμανία ή σε κράτη συνεργαζόμενα ή κατακτημένα από αυτήν, οι νικητές δικάζουν χιλιάδες κατηγορούμενους για εγκλήματα πολέμου.
Η ΔΙΚΗ
Η κατηγορία που απαγγέλλεται στους υπευθύνους του U852 την 6.10.1945 είναι δολοφονία με πολυβόλα και χειροβομβίδες των μελών του πληρώματος του φορτηγού πλοίου «ΠΗΛΕΥΣ» και όχι επίθεση και βύθιση εμπορικού πλοίου. Αποτελεί τη ΜΟΝΑΔΙΚΗ περίπτωση που αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού κατηγορούνται για εκτέλεση ναυαγών στη θάλασσα.
Η δίκη θα διεξαχθεί από 17 έως 20 Οκτωβρίου 1945 στο Curio Haus του Αμβούργου, ιστορικό κτίριο που προπολεμικά χρησιμοποιείτο ως χώρος εκδηλώσεων και μετά τη λήξη του πολέμου οι Βρετανικές δυνάμεις Κατοχής το επέταξαν για τις δίκες εγκληματιών πολέμου.
ΔΙΚΑΣΤΕΣ: Πέντε Βρετανοί αξιωματικοί (3 του στρατού και 2 του Βασιλικού Ναυτικού), ο Βρετανός δικαστής της στρατιωτικής δικαιοσύνης Melford Stevenson και δύο Έλληνες αξιωματικοί του Βασιλικού Ναυτικού, ο Πλοίαρχος Εμμανουήλ Ματθαίος και ο Πλωτάρχης Νικόλαος Σαρρής, με Πρόεδρο τον Ταξίαρχο Jones. Οι Έλληνες δικαστές, ο Πλοίαρχος Εμμανουήλ Ματθαίος στη διάρκεια του Β’ ΠΠ μεταξύ άλλων είχε αναλάβει με ιδιαίτερη επιτυχία την αντιναρκική άμυνα του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και του λιμανιού του Πειραιά, στη Μ. Ανατολή ήταν ιδρυτής και διοικητής της ΕΜΑΝ ενώ πολέμησε ως κομάντο με τον Ιερό Λόχο στη Β. Αφρική. Ο Πλωτάρχης Νικόλαος Σαρρής διετέλεσε Κυβερνήτης του Αντιτορπιλικού Θεμιστοκλής με το οποίο έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα και τη Νότια Γαλλία και απελευθέρωσε τα Κύθηρα. Κατήγορος ο Βρετανός Συνταγματάρχης Halse
Στην άκρη δεξιά ο Πλοίαρχος Εμμανουήλ Ματθαίος, ένας εκ των δύο Ελλήνων δικαστών
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ:
Heinz Wilhelm Eck υποπλοίαρχος, κυβερνήτης του υποβρυχίου, August Hoffman Ανθυποπλοίαρχος, Walter Weissphenning επίατρος, Hans Richard Lenz Υποπλοίαρχος Α μηχανικός, Wolfgang Schwender δίοπος. Οι κατηγορούμενοι κρατούντο στις φυλακές της Αltona και δεν είχαν τη δυνατότητα να επικοινωνούν μεταξύ τους.
Από αριστερά, Eck (κυβερνήτης), Hoffman (με μπαστούνι γιατί είχε τραυματιστεί στον βομβαρδισμό του Υ/Β), Weisspfenning, Lenz και Schwender
ΣΥΝΗΓΟΡΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ:
Ο Todsen και ο αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού Meckel εκπροσωπούσαν τον Εck, ο Pabst τους Weissphenning, Hoffmann και Schweinder, τον τελευταίο μαζί με τον Wulf και ο Lerman (Άγγλος) τον Lenz.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ:
Στους κατηγορούμενους αποδίδεται η διάπραξη εγκλήματος πολέμου. Τη νύχτα της 13ης προς 14η Μαρτίου 1944 στον Ατλαντικό Ωκεανό, ο Πλοίαρχος και τα μέλη του πληρώματος του U852, το οποίο είχε ήδη βυθίσει το ατμόπλοιο «ΠΗΛΕΥΣ», κατά παράβαση των Νόμων και των Εθίμων του πολέμου, εμπλέκονται στη δολοφονία μελών του πληρώματος του εν λόγω ατμοπλοίου , υπηκόων Συμμαχικών Κρατών, πυροβολώντας και πετώντας χειροβομβίδες εναντίον τους.
Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Συνταγματάρχης Jones και ο δικαστής Stevenson. Nαύαρχος Νταίνιτς
Η υπόθεση του «ΠΗΛΕΥΣ» θα περιληφθεί στη δίκη της Νυρεμβέργης στο κατηγορητήριο κατά του Ναυάρχου Νταίνιτς . Η δήλωση του Εck, μετά την καταδίκη του, ότι δεν είχε λάβει απευθείας εντολή από τον Ναύαρχο έπαιξε ρόλο ο Νταίνιτς να πέσει στα «μαλακά» και να καταδικαστεί σε κάθειρξη 10 ετών.
Η δίκη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το βρετανικό δικονομικό δίκαιο. Οι κατηγορούμενοι δεν αρνήθηκαν την πράξη τους. Ο Εck προέβαλε αφενός τον ισχυρισμό της έλλειψης δόλου για φόνο και αφετέρου της στρατιωτικής ανάγκης, ισχυριζόμενος ότι η πράξη ήταν αναγκαία για την επιχειρησιακή ασφάλεια του υποβρυχίου και ότι οι εντολές που είχε λάβει ήταν να εξαφανίζει κάθε ίχνος βυθισμένου πλοίου και να επιχειρεί την καταστροφή των αντικειμένων και τη θανάτωση τυχόν επιζώντων ναυαγών ώστε να αποφεύγεται ο εντοπισμός του υποβρυχίου, διασφαλίζοντας έτσι την ασφάλεια του πληρώματός του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρχε απαγόρευση επιβίβασης ναυαγών στα υποβρύχια.
Οι λοιποί κατηγορούμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό της εντολής ανωτέρου, καθώς και το ότι ένα άτομο που αποτελεί μέρος μίας δύναμης δεν μπορεί να θεωρηθεί ατομικά υπεύθυνο .
Ειδικότερα ο Κυβερνήτης Εck , ηλικίας 27 ετών, εθελοντής στα υποβρύχια από το 1942, στην απολογία του παραδέχθηκε ότι ήταν αυτός που έδωσε την εντολή και γι’ αυτό αναλάμβανε όλη την ευθύνη, Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στον Ατλαντικό από πλευράς Συμμάχων υπήρχε ισχυρή αεροπορική παρακολούθηση με αποτέλεσμα τα υποβρύχια να αποφεύγουν να ταξιδεύουν στην επιφάνεια την ημέρα και γενικώς να αποφεύγουν οτιδήποτε μπορούσε να προδώσει την παρουσία τους. Οι δύο αυτοί λόγοι τον οδήγησαν στη σκέψη ότι οι λέμβοι αποτελούσαν κίνδυνο αφενός γιατί έδειχναν στα αεροπλάνα το σημείο που ένα πλοίο είχε τορπιλιστεί και αφετέρου γιατί κάποιος ναυαγός θα μπορούσε να κατέχει συσκευή ασυρμάτου και να δώσει πληροφορίες.
Υποστήριξε ότι τις χειροβομβίδες τις χρησιμοποίησε γιατί τα πολυβόλα δεν μπορούσαν να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις λέμβους και ισχυρίστηκε ότι οι στις λέμβους στις οποίες έριξαν χειροβομβίδες δεν επέβαιναν ναυαγοί. Τέλος ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοια κατάσταση και ότι είχε την αίσθηση πως θα έχανε το υποβρύχιό του αν δεν κατέστρεφε τις λέμβους. Συνεπώς επέλεξε να σώσει το υποβρύχιο και το πλήρωμά του αν και γνώριζε ότι καταστρέφοντας τα υπολείματα του ναυαγίου και τις λέμβους δεν άφηνε καμία ελπίδα διάσωσης στους επιζώντες ναυαγούς.
O Weissphenning κατέθεσε ότι παρά το γεγονός ότι ως γιατρός είχε το καθεστώς του μη ένοπλου, έλαβε προσωπική εντολή από τον Κυβερνήτη να πυροβολήσει.
O Lenz κατέθεσε ότι αν και είχε εκφράσει τις ενστάσεις του για τη διαταγή, ο Εck δεν τις έλαβε υπόψη και επομένως δεν μπορούσε παρά να υπακούσει τις διαταγές του ανωτέρου του. Επικαλέστηκε ότι οι δικαστές, ως αξιωματικοί και οι ίδιοι, έπρεπε να καταλάβουν ότι του επιβλήθηκε το στρατιωτικό καθήκον. Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και ο Lenz μετά τη διαφωνία του κατέβηκε στο μηχανοστάσιο και δεν συμμετείχε στις βολές και τη ρίψη χειροβομβίδων. Aργότερα επέστρεψε στη γέφυρα και όταν είδε τον Schwender να ετοιμάζεται να πυροβολήσει τον υποδεικνυόμενο στόχο, επειδή τον θεωρούσε ανίκανο, πήρε από τα χέρια του το πολυβόλο και πυροβόλησε εκείνος. !
Ο Hoffmann κατέθεσε ότι είχε απεριόριστη εμπιστοσύνη στον κυβερνήτη του και ποτέ δεν δίστασε να εκτελέσει τις εντολές του και ο Schwender ότι εκείνος δεν είχε πυροβολήσει.
Οι μάρτυρες κατηγορίας – διασωθέντες ναυαγοί, δεν ήταν δυνατόν να παρουσιαστούν στο ακροατήριο και διαβάστηκαν οι καταθέσεις τους, Η υπεράσπιση υπέβαλε ένσταση ότι κανένα Αγγλικό δικαστήριο δεν θα δεχόταν τέτοιες καταθέσεις ως αποδείξεις, όμως το Δικαστήριο την απέρριψε δεχόμενο τις καταθέσεις ως ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία, κρίνοντας ότι δεν ήταν ένα «τακτικό» βρετανικό δικαστήριο αλλά ένα στρατοδικείο με έκτακτες ειδικές εξουσίες.
Ως μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο Schnee, αξιωματικός των υποβρυχίων με 30 βυθίσεις επιβατικών στο ενεργητικό του και εκπαιδευτής του Εck. Υπογράμμισε τους κινδύνους που διέτρεχαν τα υποβρύχια από τα αεροπλάνα, ειδικά στην περιοχή του Φριτάουν όπου υπήρχε μεγάλη επιτήρηση, και την ανάγκη να εξαφανίσουν τα ίχνη ενός τορπιλισμού για να μην αποκαλυφθούν. Πρόσθεσε ότι μετά από ένα ταξίδι δύο μηνών σε ολόκληρο τον Ατλαντικό από Βορρά προς Νότο, σαν αυτό που είχε κάνει το U 852, η έλλειψη χώρου και καθαρού αέρα δημιουργούν συνθήκες ζωής εξαιρετικά δύσκολες, με αποτέλεσμα η ψυχική και σωματική κατάσταση του κυβερνήτη και του πληρώματος να είναι πολύ πεσμένες.
Στην ερώτηση αν θα ήταν πιο σώφρον ένα υποβρύχιο να απομακρυνθεί ή να προσπαθήσει να καταστρέψει τα συντρίμια του ναυαγίου, απάντησε ότι η απομάκρυνση δεν ήταν η καλύτερη λύση γιατί υπό τις καλύτερες συνθήκες ένα υποβρύχιο θα μπορούσε να απομακρυνθεί 150 περίπου μίλια, απόσταση δηλαδή αμελητέα για τις αεροπορικές αναγνωρίσεις. Τα αεροσκάφη ήταν βέβαιο ότι θα ανακάλυπταν το υποβρύχιο την επομένη κιόλας ημέρα. Όταν όμως ρωτήθηκε τί θα έκανε ο ίδιος, απάντησε πως μέριμνα του θα ήταν να φύγει από τη ζώνη κινδύνου, προσθέτοντας όμως ότι στον Βόρειο Ατλαντικό που επιχειρούσε εκείνος, υπήρχε μεγάλος αριθμός υποβρυχίων που συχνά επιχειρούσαν κατά «αγέλες» και ο εχθρός γνώριζε έτσι κι αλλιώς την παρουσία τους. Στην περιοχή που επιχειρούσε ο Εck με μικρότερο αριθμό υποβρυχίων οι συνθήκες ήσαν διαφορετικές. Ο Εck έχασε τον έλεγχο των νεύρων του, εκείνος δεν θα ενεργούσε έτσι αν έχανε τον έλεγχο των νεύρων, θα προσπαθούσε να διαφυλάξει τις ανθρώπινες ζωές, όπως κάνουν όλοι οι κυβερνήτες υποβρυχίων.
Θα καταθέσουν επίσης πέντε μέλη του πληρώματος του υποβρυχίου ισχυριζόμενα, μεταξύ άλλων, ότι τη διαταγή για τους πυροβολισμούς και τις χειροβομβίδες την έδωσε ο Κυβερνήτης, ότι δεν είδαν ποιοι πυροβόλησαν , ότι δεν ακούστηκε η φωνή «σκοτώστε τους όλους», ότι είδαν τον Lenz και τον Weissphenning να πυροβολούν, ότι ο κατηγορούμενος Hoffmann τραυματίστηκε στο χέρι από χειροβομβίδα και ότι στο σκοτάδι είχαν δει στη θάλασσα αντικείμενα όχι όμως ανθρώπους.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης -οι οποίοι είχαν μόλις τέσσερις ημέρες για να μελετήσουν τη δικογραφία ενώ οι Γερμανοί συνήγοροι δεν γνώριζαν καν τους βρετανικούς δικονομικούς κανόνες- υποστήριξαν:
Ο Todsen ότι ο Εck δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό για τη σωτηρία του υποβρυχίου και του πληρώματός του και ότι ήταν υποχρεωμένος από τις διαταγές που είχε πάρει από τους ανωτέρους του . Ανέφερε την περίπτωση του υποβρυχίου U 156 που είχε βομβαρδιστεί κατά τη διάρκεια περισυλλογής ναυαγών έχοντας νεκρούς και τραυματίες. Ότι μετά το περιστατικό αυτό ο Ναύαρχος Νταίνιτς τον Σεπτέμβριο 1942 είχε δώσει γραπτή διαταγή που απαγόρευε την περισυλλαγή ναυαγών. Η διαταγή αυτή έπαιξε ρόλο στην απόφαση του Εck αφού η βασική αρχή του πολέμου είναι να καταστρέφεις τα εχθρικά πλοία και πληρώματα.
Ο Pabst για τον Weissphenning ότι δεν γνώριζε ότι η συγκεκριμένη εντολή παραβίαζε το νόμο αλλά και ότι δεν είχε το δικαίωμα ανυπακοής ενώπιον του εχθρού, συμπεριφορά που τιμωρείται με θάνατο. Δεν μπορούσε να είναι υπεύθυνος για τις διαταγές που πήρε. Ζήτησε την αθώωσή του.
Για τον Schweinder ζήτησε την αθώωσή του γιατί δεν έκανε κάποια καταδικαστέα πράξη.
Για τον Hoffmann ζήτησε επίσης την αθώωση αφού δεν μπορούσε να είναι υπεύθυνος για τις διαταγές που πήρε.
Ο Lerman ζήτησε την αθώωση του Λέντς .
Ο Κατήγορος υποστήριξε ότι για πολλούς αιώνες θεμελιώδης αρχή του πολέμου είναι η απαγόρευση θανάτωσης άοπλων εχθρών. Το να πυροβολείς με σκοπό να σκοτώσεις αβοήθητους επιζώντες ναυαγίου αποτελεί σοβαρή παραβίαση του δικαίου των Εθνών. Για τον Εck ανέφερε ότι έφερε ως μάρτυρα υπεράσπισης έναν κυβερνήτη με 30 τορπιλισμούς στο ενεργητικό του, ο οποίος κατέθεσε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα κτυπούσε τις λέμβους. Το υποβρύχιο, αντί να απομακρυνθεί με όλη του τη ταχύτητα, περιπλανήθηκε για πέντε ώρες στον τόπο του ναυαγίου παραβλέποντας το γεγονός ότι με πυροβολισμούς και χειροβομβίδες δεν μπορούσαν να εξαφανιστούν πλήρως τα αποδεικτικά στοιχεία και ότι κάποιο κομμάτι ξύλο ή κηλίδα λαδιού θα έμενε για ένδειξη στα αεροπλάνα ότι κάποιο πλοίο είχε βυθιστεί πρόσφατα στο σημείο αυτό. Τόνισε ότι το καθήκον υπακοής περιορίζεται στην τήρηση νόμιμων διαταγών και ότι η εκτέλεση της εντολής του Εck οδηγούσε στην εν ψυχρώ δολοφονία των αβοήθητων επιζώντων ναυαγών. Καταλήγοντας για τον Εck ανέφερε ότι δεν βλέπει παρά ένα εν ψυχρώ δολοφόνο και ζήτησε την ενοχή και των υπολοίπων κατηγορουμένων.
Τέλος ο Δικαστής Stevenson συνόψισε τα αποτελέσματα της τετραήμερης ακροαματικής διαδικασίας .
Μετά τη διάσκεψη των δικαστών, ο Πρόεδρος Jones στις 16:35 της 20η1 Οκτωβρίου 1945 , περίπου την ίδια ώρα που πριν από 19 μήνες και 1 εβδομάδα το U 852 εντόπιζε τον καπνό του ΠΗΛΕΥΣ και ξεκινούσε το κυνήγι θανάτου, ανακοινώνει την απόφαση του Δικαστηρίου.
ΕΝΟΧΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΝΤΕ κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο.
Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης περί στρατιωτικής αναγκαιότητας. Αναγνώρισε ότι υπό κάποιες περιστάσεις ένας στρατιώτης θα μπορούσε να σκοτώσει έναν άοπλο για να σώσει τη ζωή του, αλλά στην προκείμενη περίπτωση τέτοιες περιστάσεις δεν προέκυψαν. Επιβαρυντικό για τους κατηγορούμενος ήταν το γεγονός ότι το πλοίο επί πέντε ώρες έπλεε στο χώρο του ναυαγίου πολυβολούσε και έριχνε χειροβομβίδες . Για τον ισχυρισμό των λοιπών κατηγορουμένων περί διαταγών ανωτέρων το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να υπάρχει υποχρέωση υπακοής σε μία ΜΗ νόμιμη εντολή. Και στην προκείμενη ήταν προφανές ότι δεν επρόκειτο για νόμιμη εντολή.
Οι Εck, Hoffmann και Weissphenning θα καταδικαστούν σε θάνατο, ο Lenz σε ισόβια κάθειρξη και ο Schwender σε κάθειρξη 15 ετών.
Οι καταδικασθέντες θα υποβάλλουν αίτηση αναθεώρησης που θα απορριφθεί στις 10 Νοεμβρίου 1945. Οι ποινές θα επικυρωθούν στις 12 Νοεμβρίου 1945 , από τον Αρχιστράτηγο του Βρετανικού Στρατού του Ρήνου. Οι καταδικασθέντες θα καταθέσουν αίτηση χάριτος που επίσης θα απορριφθεί στις 29 Νοεμβρίου 1945 .
Οι καταδικασθέντες σε θάνατο θα εκτελεστούν στις 30 Νοεμβρίου 1945. Ο Schwender θα μείνει στη φυλακή 6 ακριβώς χρόνια και ο Lenz οκτώ μήνες παραπάνω. Από τους συνηγόρους ο Pabst θα αυτοκτονήσει εννέα μήνες μετά τη δίκη, ο Todsen τρία ακριβώς χρόνια μετά την εκτέλεση, στις 30 Νοεμβρίου 1948 θα σκοτωθεί σε τροχαίο ατύχημα και ο Meckel θα σταδιοδρομήσει στο πολεμικό ναυτικό της Δυτικής Γερμανίας.
Οι μεταπολεμικές διώξεις Γερμανών για εγκλήματα πολέμου, κατά της ειρήνης και της ανθρωπότητας, δημιούργησαν ένα πλαίσιο νομικών Κανόνων και μέτρων που οδήγησε τα Κράτη να προσχωρήσουν και τα Διεθνή Δικαστήρια να εφαρμόσουν .
ΣΥΝΗΓΟΡΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ:
Ο Todsen και ο αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού Meckel εκπροσωπούσαν τον Εck, ο Pabst τους Weissphenning, Hoffmann και Schweinder, τον τελευταίο μαζί με τον Wulf και ο Lerman (Άγγλος) τον Lenz.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ:
Στους κατηγορούμενους αποδίδεται η διάπραξη εγκλήματος πολέμου. Τη νύχτα της 13ης προς 14η Μαρτίου 1944 στον Ατλαντικό Ωκεανό, ο Πλοίαρχος και τα μέλη του πληρώματος του U852, το οποίο είχε ήδη βυθίσει το ατμόπλοιο «ΠΗΛΕΥΣ», κατά παράβαση των Νόμων και των Εθίμων του πολέμου, εμπλέκονται στη δολοφονία μελών του πληρώματος του εν λόγω ατμοπλοίου , υπηκόων Συμμαχικών Κρατών, πυροβολώντας και πετώντας χειροβομβίδες εναντίον τους.
Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Συνταγματάρχης Jones και ο δικαστής Stevenson
Η υπόθεση του «ΠΗΛΕΥΣ» θα περιληφθεί στη δίκη της Νυρεμβέργης στο κατηγορητήριο κατά του Ναυάρχου Νταίνιτς . Η δήλωση του Εck, μετά την καταδίκη του, ότι δεν είχε λάβει απευθείας εντολή από τον Ναύαρχο έπαιξε ρόλο ο Νταίνιτς να πέσει στα «μαλακά» και να καταδικαστεί σε κάθειρξη 10 ετών.
Ναύαρχος Νταίνιτς
Η δίκη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το βρετανικό δικονομικό δίκαιο.
Οι κατηγορούμενοι δεν αρνήθηκαν την πράξη τους. Ο Εck προέβαλε αφενός τον ισχυρισμό της έλλειψης δόλου για φόνο και αφετέρου της στρατιωτικής ανάγκης, ισχυριζόμενος ότι η πράξη ήταν αναγκαία για την επιχειρησιακή ασφάλεια του υποβρυχίου και ότι οι εντολές που είχε λάβει ήταν να εξαφανίζει κάθε ίχνος βυθισμένου πλοίου και να επιχειρεί την καταστροφή των αντικειμένων και τη θανάτωση τυχόν επιζώντων ναυαγών ώστε να αποφεύγεται ο εντοπισμός του υποβρυχίου, διασφαλίζοντας έτσι την ασφάλεια του πληρώματός του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρχε απαγόρευση επιβίβασης ναυαγών στα υποβρύχια.
Οι λοιποί κατηγορούμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό της εντολής ανωτέρου, καθώς και το ότι ένα άτομο που αποτελεί μέρος μίας δύναμης δεν μπορεί να θεωρηθεί ατομικά υπεύθυνο .
Ειδικότερα ο Κυβερνήτης Εck , ηλικίας 27 ετών, εθελοντής στα υποβρύχια από το 1942, στην απολογία του παραδέχθηκε ότι ήταν αυτός που έδωσε την εντολή και γι’ αυτό αναλάμβανε όλη την ευθύνη, Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στον Ατλαντικό από πλευράς Συμμάχων υπήρχε ισχυρή αεροπορική παρακολούθηση με αποτέλεσμα τα υποβρύχια να αποφεύγουν να ταξιδεύουν στην επιφάνεια την ημέρα και γενικώς να αποφεύγουν οτιδήποτε μπορούσε να προδώσει την παρουσία τους. Οι δύο αυτοί λόγοι τον οδήγησαν στη σκέψη ότι οι λέμβοι αποτελούσαν κίνδυνο αφενός γιατί έδειχναν στα αεροπλάνα το σημείο που ένα πλοίο είχε τορπιλιστεί και αφετέρου γιατί κάποιος ναυαγός θα μπορούσε να κατέχει συσκευή ασυρμάτου και να δώσει πληροφορίες. Υποστήριξε ότι τις χειροβομβίδες τις χρησιμοποίησε γιατί τα πολυβόλα δεν μπορούσαν να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις λέμβους και ισχυρίστηκε ότι οι στις λέμβους στις οποίες έριξαν χειροβομβίδες δεν επέβαιναν ναυαγοί . Τέλος ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοια κατάσταση και ότι είχε την αίσθηση πως θα έχανε το υποβρύχιό του αν δεν κατέστρεφε τις λέμβους. Συνεπώς επέλεξε να σώσει το υποβρύχιο και το πλήρωμά του αν και γνώριζε ότι καταστρέφοντας τα υπολείματα του ναυαγίου και τις λέμβους δεν άφηνε καμία ελπίδα διάσωσης στους επιζώντες ναυαγούς.
O Weissphenning κατέθεσε ότι παρά το γεγονός ότι ως γιατρός είχε το καθεστώς του μη ένοπλου, έλαβε προσωπική εντολή από τον Κυβερνήτη να πυροβολήσει.
O Lenz κατέθεσε ότι αν και είχε εκφράσει τις ενστάσεις του για τη διαταγή, ο Εck δεν τις έλαβε υπόψη και επομένως δεν μπορούσε παρά να υπακούσει τις διαταγές του ανωτέρου του. Επικαλέστηκε ότι οι δικαστές, ως αξιωματικοί και οι ίδιοι, έπρεπε να καταλάβουν ότι του επιβλήθηκε το στρατιωτικό καθήκον. Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και ο Lenz μετά τη διαφωνία του κατέβηκε στο μηχανοστάσιο και δεν συμμετείχε στις βολές και τη ρίψη χειροβομβίδων. Aργότερα επέστρεψε στη γέφυρα και όταν είδε τον Schwender να ετοιμάζεται να πυροβολήσει τον υποδεικνυόμενο στόχο, επειδή τον θεωρούσε ανίκανο, πήρε από τα χέρια του το πολυβόλο και πυροβόλησε εκείνος. !
Ο Hoffmann κατέθεσε ότι είχε απεριόριστη εμπιστοσύνη στον κυβερνήτη του και ποτέ δεν δίστασε να εκτελέσει τις εντολές του και ο Schwender ότι εκείνος δεν είχε πυροβολήσει.
Οι μάρτυρες κατηγορίας – διασωθέντες ναυαγοί, δεν ήταν δυνατόν να παρουσιαστούν στο ακροατήριο και διαβάστηκαν οι καταθέσεις τους, Η υπεράσπιση υπέβαλε ένσταση ότι κανένα Αγγλικό δικαστήριο δεν θα δεχόταν τέτοιες καταθέσεις ως αποδείξεις, όμως το Δικαστήριο την απέρριψε δεχόμενο τις καταθέσεις ως ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία, κρίνοντας ότι δεν ήταν ένα «τακτικό» βρετανικό δικαστήριο αλλά ένα στρατοδικείο με έκτακτες ειδικές εξουσίες.
Ως μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο Schnee, αξιωματικός των υποβρυχίων με 30 βυθίσεις επιβατικών στο ενεργητικό του και εκπαιδευτής του Εck. Υπογράμμισε τους κινδύνους που διέτρεχαν τα υποβρύχια από τα αεροπλάνα, ειδικά στην περιοχή του Φριτάουν όπου υπήρχε μεγάλη επιτήρηση, και την ανάγκη να εξαφανίσουν τα ίχνη ενός τορπιλισμού για να μην αποκαλυφθούν. Πρόσθεσε ότι μετά από ένα ταξίδι δύο μηνών σε ολόκληρο τον Ατλαντικό από Βορρά προς Νότο, σαν αυτό που είχε κάνει το U 852, η έλλειψη χώρου και καθαρού αέρα δημιουργούν συνθήκες ζωής εξαιρετικά δύσκολες, με αποτέλεσμα η ψυχική και σωματική κατάσταση του κυβερνήτη και του πληρώματος να είναι πολύ πεσμένες. Στην ερώτηση αν θα ήταν πιο σώφρον ένα υποβρύχιο να απομακρυνθεί ή να προσπαθήσει να καταστρέψει τα συντρίμια του ναυαγίου, απάντησε ότι η απομάκρυνση δεν ήταν η καλύτερη λύση γιατί υπό τις καλύτερες συνθήκες ένα υποβρύχιο θα μπορούσε να απομακρυνθεί 150 περίπου μίλια, απόσταση δηλαδή αμελητέα για τις αεροπορικές αναγνωρίσεις. Τα αεροσκάφη ήταν βέβαιο ότι θα ανακάλυπταν το υποβρύχιο την επομένη κιόλας ημέρα. Όταν όμως ρωτήθηκε τί θα έκανε ο ίδιος, απάντησε πως μέριμνα του θα ήταν να φύγει από τη ζώνη κινδύνου, προσθέτοντας όμως ότι στον Βόρειο Ατλαντικό που επιχειρούσε εκείνος, υπήρχε μεγάλος αριθμός υποβρυχίων που συχνά επιχειρούσαν κατά «αγέλες» και ο εχθρός γνώριζε έτσι κι αλλιώς την παρουσία τους. Στην περιοχή που επιχειρούσε ο Εck με μικρότερο αριθμό υποβρυχίων οι συνθήκες ήσαν διαφορετικές. Ο Εck έχασε τον έλεγχο των νεύρων του, εκείνος δεν θα ενεργούσε έτσι αν έχανε τον έλεγχο των νεύρων, θα προσπαθούσε να διαφυλάξει τις ανθρώπινες ζωές, όπως κάνουν όλοι οι κυβερνήτες υποβρυχίων.
Θα καταθέσουν επίσης πέντε μέλη του πληρώματος του υποβρυχίου ισχυριζόμενα, μεταξύ άλλων, ότι τη διαταγή για τους πυροβολισμούς και τις χειροβομβίδες την έδωσε ο Κυβερνήτης, ότι δεν είδαν ποιοι πυροβόλησαν , ότι δεν ακούστηκε η φωνή «σκοτώστε τους όλους», ότι είδαν τον Lenz και τον Weissphenning να πυροβολούν, ότι ο κατηγορούμενος Hoffmann τραυματίστηκε στο χέρι από χειροβομβίδα και ότι στο σκοτάδι είχαν δει στη θάλασσα αντικείμενα όχι όμως ανθρώπους.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης -οι οποίοι είχαν μόλις τέσσερις ημέρες για να μελετήσουν τη δικογραφία ενώ οι Γερμανοί συνήγοροι δεν γνώριζαν καν τους βρετανικούς δικονομικούς κανόνες- υποστήριξαν:
Ο Todsen ότι ο Εck δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό για τη σωτηρία του υποβρυχίου και του πληρώματός του και ότι ήταν υποχρεωμένος από τις διαταγές που είχε πάρει από τους ανωτέρους του . Ανέφερε την περίπτωση του υποβρυχίου U 156 που είχε βομβαρδιστεί κατά τη διάρκεια περισυλλογής ναυαγών έχοντας νεκρούς και τραυματίες. Ότι μετά το περιστατικό αυτό ο Ναύαρχος Νταίνιτς τον Σεπτέμβριο 1942 είχε δώσει γραπτή διαταγή που απαγόρευε την περισυλλαγή ναυαγών. Η διαταγή αυτή έπαιξε ρόλο στην απόφαση του Εck αφού η βασική αρχή του πολέμου είναι να καταστρέφεις τα εχθρικά πλοία και πληρώματα.
Ο Pabst για τον Weissphenning ότι δεν γνώριζε ότι η συγκεκριμένη εντολή παραβίαζε το νόμο αλλά και ότι δεν είχε το δικαίωμα ανυπακοής ενώπιον του εχθρού, συμπεριφορά που τιμωρείται με θάνατο. Δεν μπορούσε να είναι υπεύθυνος για τις διαταγές που πήρε. Ζήτησε την αθώωσή του.
Για τον Schweinder ζήτησε την αθώωσή του γιατί δεν έκανε κάποια καταδικαστέα πράξη.
Για τον Hoffmann ζήτησε επίσης την αθώωση αφού δεν μπορούσε να είναι υπεύθυνος για τις διαταγές που πήρε.
Ο Lerman ζήτησε την αθώωση του Λέντς .
Ο Κατήγορος υποστήριξε ότι για πολλούς αιώνες θεμελιώδης αρχή του πολέμου είναι η απαγόρευση θανάτωσης άοπλων εχθρών. Το να πυροβολείς με σκοπό να σκοτώσεις αβοήθητους επιζώντες ναυαγίου αποτελεί σοβαρή παραβίαση του δικαίου των Εθνών. Για τον Εck ανέφερε ότι έφερε ως μάρτυρα υπεράσπισης έναν κυβερνήτη με 30 τορπιλισμούς στο ενεργητικό του, ο οποίος κατέθεσε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα κτυπούσε τις λέμβους. Το υποβρύχιο, αντί να απομακρυνθεί με όλη του τη ταχύτητα, περιπλανήθηκε για πέντε ώρες στον τόπο του ναυαγίου παραβλέποντας το γεγονός ότι με πυροβολισμούς και χειροβομβίδες δεν μπορούσαν να εξαφανιστούν πλήρως τα αποδεικτικά στοιχεία και ότι κάποιο κομμάτι ξύλο ή κηλίδα λαδιού θα έμενε για ένδειξη στα αεροπλάνα ότι κάποιο πλοίο είχε βυθιστεί πρόσφατα στο σημείο αυτό. Τόνισε ότι το καθήκον υπακοής περιορίζεται στην τήρηση νόμιμων διαταγών και ότι η εκτέλεση της εντολής του Εck οδηγούσε στην εν ψυχρώ δολοφονία των αβοήθητων επιζώντων ναυαγών. Καταλήγοντας για τον Εck ανέφερε ότι δεν βλέπει παρά ένα εν ψυχρώ δολοφόνο και ζήτησε την ενοχή και των υπολοίπων κατηγορουμένων.
Τέλος ο Δικαστής Stevenson συνόψισε τα αποτελέσματα της τετραήμερης ακροαματικής διαδικασίας .
Μετά τη διάσκεψη των δικαστών, ο Πρόεδρος Jones στις 16:35 της 20η1 Οκτωβρίου 1945 , περίπου την ίδια ώρα που πριν από 19 μήνες και 1 εβδομάδα το U 852 εντόπιζε τον καπνό του ΠΗΛΕΥΣ και ξεκινούσε το κυνήγι θανάτου, ανακοινώνει την απόφαση του Δικαστηρίου.
ΕΝΟΧΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΝΤΕ κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο.
Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης περί στρατιωτικής αναγκαιότητας. Αναγνώρισε ότι υπό κάποιες περιστάσεις ένας στρατιώτης θα μπορούσε να σκοτώσει έναν άοπλο για να σώσει τη ζωή του, αλλά στην προκείμενη περίπτωση τέτοιες περιστάσεις δεν προέκυψαν. Επιβαρυντικό για τους κατηγορούμενος ήταν το γεγονός ότι το πλοίο επί πέντε ώρες έπλεε στο χώρο του ναυαγίου πολυβολούσε και έριχνε χειροβομβίδες . Για τον ισχυρισμό των λοιπών κατηγορουμένων περί διαταγών ανωτέρων το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να υπάρχει υποχρέωση υπακοής σε μία ΜΗ νόμιμη εντολή. Και στην προκείμενη ήταν προφανές ότι δεν επρόκειτο για νόμιμη εντολή.
Οι Εck, Hoffmann και Weissphenning θα καταδικαστούν σε θάνατο, ο Lenz σε ισόβια κάθειρξη και ο Schwender σε κάθειρξη 15 ετών.
Οι καταδικασθέντες θα υποβάλλουν αίτηση αναθεώρησης που θα απορριφθεί στις 10 Νοεμβρίου 1945. Οι ποινές θα επικυρωθούν στις 12 Νοεμβρίου 1945 , από τον Αρχιστράτηγο του Βρετανικού Στρατού του Ρήνου. Οι καταδικασθέντες θα καταθέσουν αίτηση χάριτος που επίσης θα απορριφθεί στις 29 Νοεμβρίου 1945 .
Οι καταδικασθέντες σε θάνατο θα εκτελεστούν στις 30 Νοεμβρίου 1945. Ο Schwender θα μείνει στη φυλακή 6 ακριβώς χρόνια και ο Lenz οκτώ μήνες παραπάνω. Από τους συνηγόρους ο Pabst θα αυτοκτονήσει εννέα μήνες μετά τη δίκη, ο Todsen τρία ακριβώς χρόνια μετά την εκτέλεση, στις 30 Νοεμβρίου 1948 θα σκοτωθεί σε τροχαίο ατύχημα και ο Meckel θα σταδιοδρομήσει στο πολεμικό ναυτικό της Δυτικής Γερμανίας.
Οι μεταπολεμικές διώξεις Γερμανών για εγκλήματα πολέμου, κατά της ειρήνης και της ανθρωπότητας, δημιούργησαν ένα πλαίσιο νομικών Κανόνων και μέτρων που οδήγησε τα Κράτη να προσχωρήσουν και τα Διεθνή Δικαστήρια να εφαρμόσουν .
Η ΔΙΚΗ
Η κατηγορία που απαγγέλλεται στους υπευθύνους του U852 την 6.10.1945 είναι δολοφονία με πολυβόλα και χειροβομβίδες των μελών του πληρώματος του φορτηγού πλοίου «ΠΗΛΕΥΣ» και όχι επίθεση και βύθιση εμπορικού πλοίου. Αποτελεί τη ΜΟΝΑΔΙΚΗ περίπτωση που αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού κατηγορούνται για εκτέλεση ναυαγών στη θάλασσα.
Η δίκη θα διεξαχθεί από 17 έως 20 Οκτωβρίου 1945 στο Curio Haus του Αμβούργου, ιστορικό κτίριο που προπολεμικά χρησιμοποιείτο ως χώρος εκδηλώσεων και μετά τη λήξη του πολέμου οι Βρετανικές δυνάμεις Κατοχής το επέταξαν για τις δίκες εγκληματιών πολέμου.
ΔΙΚΑΣΤΕΣ: Πέντε Βρετανοί αξιωματικοί (3 του στρατού και 2 του Βασιλικού Ναυτικού), ο Βρετανός δικαστής της στρατιωτικής δικαιοσύνης Melford Stevenson και δύο Έλληνες αξιωματικοί του Βασιλικού Ναυτικού, ο Πλοίαρχος Εμμανουήλ Ματθαίος και ο Πλωτάρχης Νικόλαος Σαρρής, με Πρόεδρο τον Ταξίαρχο Jones. Οι Έλληνες δικαστές, ο Πλοίαρχος Εμμανουήλ Ματθαίος στη διάρκεια του Β’ ΠΠ μεταξύ άλλων είχε αναλάβει με ιδιαίτερη επιτυχία την αντιναρκική άμυνα του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και του λιμανιού του Πειραιά, στη Μ. Ανατολή ήταν ιδρυτής και διοικητής της ΕΜΑΝ ενώ πολέμησε ως κομάντο με τον Ιερό Λόχο στη Β. Αφρική. Ο Πλωτάρχης Νικόλαος Σαρρής διετέλεσε Κυβερνήτης του Αντιτορπιλικού Θεμιστοκλής με το οποίο έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα και τη Νότια Γαλλία και απελευθέρωσε τα Κύθηρα. Κατήγορος ο Βρετανός Συνταγματάρχης Halse
Στην άκρη δεξιά ο Πλοίαρχος Εμμανουήλ Ματθαίος, ένας εκ των δύο Ελλήνων δικαστών
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ: Heinz Wilhelm Eck υποπλοίαρχος, κυβερνήτης του υποβρυχίου, August Hoffman Ανθυποπλοίαρχος, Walter Weissphenning επίατρος, Hans Richard Lenz Υποπλοίαρχος Α μηχανικός, Wolfgang Schwender δίοπος. Οι κατηγορούμενοι κρατούντο στις φυλακές της Αltona και δεν είχαν τη δυνατότητα να επικοινωνούν μεταξύ τους.
Από αριστερά, Eck (κυβερνήτης), Hoffman (με μπαστούνι γιατί είχε τραυματιστεί στον βομβαρδισμό του Υ/Β), Weisspfenning, Lenz και Schwender
ΣΥΝΗΓΟΡΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ : Ο Todsen και ο αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού Meckel εκπροσωπούσαν τον Εck, ο Pabst τους Weissphenning, Hoffmann και Schweinder, τον τελευταίο μαζί με τον Wulf και ο Lerman (Άγγλος) τον Lenz.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Στους κατηγορούμενους αποδίδεται η διάπραξη εγκλήματος πολέμου. Τη νύχτα της 13ης προς 14η Μαρτίου 1944 στον Ατλαντικό Ωκεανό, ο Πλοίαρχος και τα μέλη του πληρώματος του U852, το οποίο είχε ήδη βυθίσει το ατμόπλοιο «ΠΗΛΕΥΣ», κατά παράβαση των Νόμων και των Εθίμων του πολέμου, εμπλέκονται στη δολοφονία μελών του πληρώματος του εν λόγω ατμοπλοίου , υπηκόων Συμμαχικών Κρατών, πυροβολώντας και πετώντας χειροβομβίδες εναντίον τους.
Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Συνταγματάρχης Jones και ο δικαστής Stevenson
Η υπόθεση του «ΠΗΛΕΥΣ» θα περιληφθεί στη δίκη της Νυρεμβέργης στο κατηγορητήριο κατά του Ναυάρχου Νταίνιτς . Η δήλωση του Εck, μετά την καταδίκη του, ότι δεν είχε λάβει απευθείας εντολή από τον Ναύαρχο έπαιξε ρόλο ο Νταίνιτς να πέσει στα «μαλακά» και να καταδικαστεί σε κάθειρξη 10 ετών.
Ναύαρχος Νταίνιτς
Η δίκη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το βρετανικό δικονομικό δίκαιο.
Οι κατηγορούμενοι δεν αρνήθηκαν την πράξη τους. Ο Εck προέβαλε αφενός τον ισχυρισμό της έλλειψης δόλου για φόνο και αφετέρου της στρατιωτικής ανάγκης, ισχυριζόμενος ότι η πράξη ήταν αναγκαία για την επιχειρησιακή ασφάλεια του υποβρυχίου και ότι οι εντολές που είχε λάβει ήταν να εξαφανίζει κάθε ίχνος βυθισμένου πλοίου και να επιχειρεί την καταστροφή των αντικειμένων και τη θανάτωση τυχόν επιζώντων ναυαγών ώστε να αποφεύγεται ο εντοπισμός του υποβρυχίου, διασφαλίζοντας έτσι την ασφάλεια του πληρώματός του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρχε απαγόρευση επιβίβασης ναυαγών στα υποβρύχια.
Οι λοιποί κατηγορούμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό της εντολής ανωτέρου, καθώς και το ότι ένα άτομο που αποτελεί μέρος μίας δύναμης δεν μπορεί να θεωρηθεί ατομικά υπεύθυνο .
Ειδικότερα ο Κυβερνήτης Εck , ηλικίας 27 ετών, εθελοντής στα υποβρύχια από το 1942, στην απολογία του παραδέχθηκε ότι ήταν αυτός που έδωσε την εντολή και γι’ αυτό αναλάμβανε όλη την ευθύνη, Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στον Ατλαντικό από πλευράς Συμμάχων υπήρχε ισχυρή αεροπορική παρακολούθηση με αποτέλεσμα τα υποβρύχια να αποφεύγουν να ταξιδεύουν στην επιφάνεια την ημέρα και γενικώς να αποφεύγουν οτιδήποτε μπορούσε να προδώσει την παρουσία τους. Οι δύο αυτοί λόγοι τον οδήγησαν στη σκέψη ότι οι λέμβοι αποτελούσαν κίνδυνο αφενός γιατί έδειχναν στα αεροπλάνα το σημείο που ένα πλοίο είχε τορπιλιστεί και αφετέρου γιατί κάποιος ναυαγός θα μπορούσε να κατέχει συσκευή ασυρμάτου και να δώσει πληροφορίες. Υποστήριξε ότι τις χειροβομβίδες τις χρησιμοποίησε γιατί τα πολυβόλα δεν μπορούσαν να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις λέμβους και ισχυρίστηκε ότι οι στις λέμβους στις οποίες έριξαν χειροβομβίδες δεν επέβαιναν ναυαγοί . Τέλος ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοια κατάσταση και ότι είχε την αίσθηση πως θα έχανε το υποβρύχιό του αν δεν κατέστρεφε τις λέμβους. Συνεπώς επέλεξε να σώσει το υποβρύχιο και το πλήρωμά του αν και γνώριζε ότι καταστρέφοντας τα υπολείματα του ναυαγίου και τις λέμβους δεν άφηνε καμία ελπίδα διάσωσης στους επιζώντες ναυαγούς.
O Weissphenning κατέθεσε ότι παρά το γεγονός ότι ως γιατρός είχε το καθεστώς του μη ένοπλου, έλαβε προσωπική εντολή από τον Κυβερνήτη να πυροβολήσει.
O Lenz κατέθεσε ότι αν και είχε εκφράσει τις ενστάσεις του για τη διαταγή, ο Εck δεν τις έλαβε υπόψη και επομένως δεν μπορούσε παρά να υπακούσει τις διαταγές του ανωτέρου του. Επικαλέστηκε ότι οι δικαστές, ως αξιωματικοί και οι ίδιοι, έπρεπε να καταλάβουν ότι του επιβλήθηκε το στρατιωτικό καθήκον. Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και ο Lenz μετά τη διαφωνία του κατέβηκε στο μηχανοστάσιο και δεν συμμετείχε στις βολές και τη ρίψη χειροβομβίδων. Aργότερα επέστρεψε στη γέφυρα και όταν είδε τον Schwender να ετοιμάζεται να πυροβολήσει τον υποδεικνυόμενο στόχο, επειδή τον θεωρούσε ανίκανο, πήρε από τα χέρια του το πολυβόλο και πυροβόλησε εκείνος. !
Ο Hoffmann κατέθεσε ότι είχε απεριόριστη εμπιστοσύνη στον κυβερνήτη του και ποτέ δεν δίστασε να εκτελέσει τις εντολές του και ο Schwender ότι εκείνος δεν είχε πυροβολήσει.
Οι μάρτυρες κατηγορίας – διασωθέντες ναυαγοί, δεν ήταν δυνατόν να παρουσιαστούν στο ακροατήριο και διαβάστηκαν οι καταθέσεις τους, Η υπεράσπιση υπέβαλε ένσταση ότι κανένα Αγγλικό δικαστήριο δεν θα δεχόταν τέτοιες καταθέσεις ως αποδείξεις, όμως το Δικαστήριο την απέρριψε δεχόμενο τις καταθέσεις ως ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία, κρίνοντας ότι δεν ήταν ένα «τακτικό» βρετανικό δικαστήριο αλλά ένα στρατοδικείο με έκτακτες ειδικές εξουσίες.
Ως μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο Schnee, αξιωματικός των υποβρυχίων με 30 βυθίσεις επιβατικών στο ενεργητικό του και εκπαιδευτής του Εck. Υπογράμμισε τους κινδύνους που διέτρεχαν τα υποβρύχια από τα αεροπλάνα, ειδικά στην περιοχή του Φριτάουν όπου υπήρχε μεγάλη επιτήρηση, και την ανάγκη να εξαφανίσουν τα ίχνη ενός τορπιλισμού για να μην αποκαλυφθούν. Πρόσθεσε ότι μετά από ένα ταξίδι δύο μηνών σε ολόκληρο τον Ατλαντικό από Βορρά προς Νότο, σαν αυτό που είχε κάνει το U 852, η έλλειψη χώρου και καθαρού αέρα δημιουργούν συνθήκες ζωής εξαιρετικά δύσκολες, με αποτέλεσμα η ψυχική και σωματική κατάσταση του κυβερνήτη και του πληρώματος να είναι πολύ πεσμένες. Στην ερώτηση αν θα ήταν πιο σώφρον ένα υποβρύχιο να απομακρυνθεί ή να προσπαθήσει να καταστρέψει τα συντρίμια του ναυαγίου, απάντησε ότι η απομάκρυνση δεν ήταν η καλύτερη λύση γιατί υπό τις καλύτερες συνθήκες ένα υποβρύχιο θα μπορούσε να απομακρυνθεί 150 περίπου μίλια, απόσταση δηλαδή αμελητέα για τις αεροπορικές αναγνωρίσεις. Τα αεροσκάφη ήταν βέβαιο ότι θα ανακάλυπταν το υποβρύχιο την επομένη κιόλας ημέρα. Όταν όμως ρωτήθηκε τί θα έκανε ο ίδιος, απάντησε πως μέριμνα του θα ήταν να φύγει από τη ζώνη κινδύνου, προσθέτοντας όμως ότι στον Βόρειο Ατλαντικό που επιχειρούσε εκείνος, υπήρχε μεγάλος αριθμός υποβρυχίων που συχνά επιχειρούσαν κατά «αγέλες» και ο εχθρός γνώριζε έτσι κι αλλιώς την παρουσία τους. Στην περιοχή που επιχειρούσε ο Εck με μικρότερο αριθμό υποβρυχίων οι συνθήκες ήσαν διαφορετικές. Ο Εck έχασε τον έλεγχο των νεύρων του, εκείνος δεν θα ενεργούσε έτσι αν έχανε τον έλεγχο των νεύρων, θα προσπαθούσε να διαφυλάξει τις ανθρώπινες ζωές, όπως κάνουν όλοι οι κυβερνήτες υποβρυχίων.
Θα καταθέσουν επίσης πέντε μέλη του πληρώματος του υποβρυχίου ισχυριζόμενα, μεταξύ άλλων, ότι τη διαταγή για τους πυροβολισμούς και τις χειροβομβίδες την έδωσε ο Κυβερνήτης, ότι δεν είδαν ποιοι πυροβόλησαν , ότι δεν ακούστηκε η φωνή «σκοτώστε τους όλους», ότι είδαν τον Lenz και τον Weissphenning να πυροβολούν, ότι ο κατηγορούμενος Hoffmann τραυματίστηκε στο χέρι από χειροβομβίδα και ότι στο σκοτάδι είχαν δει στη θάλασσα αντικείμενα όχι όμως ανθρώπους.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης -οι οποίοι είχαν μόλις τέσσερις ημέρες για να μελετήσουν τη δικογραφία ενώ οι Γερμανοί συνήγοροι δεν γνώριζαν καν τους βρετανικούς δικονομικούς κανόνες- υποστήριξαν:
Ο Todsen ότι ο Εck δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό για τη σωτηρία του υποβρυχίου και του πληρώματός του και ότι ήταν υποχρεωμένος από τις διαταγές που είχε πάρει από τους ανωτέρους του . Ανέφερε την περίπτωση του υποβρυχίου U 156 που είχε βομβαρδιστεί κατά τη διάρκεια περισυλλογής ναυαγών έχοντας νεκρούς και τραυματίες. Ότι μετά το περιστατικό αυτό ο Ναύαρχος Νταίνιτς τον Σεπτέμβριο 1942 είχε δώσει γραπτή διαταγή που απαγόρευε την περισυλλαγή ναυαγών. Η διαταγή αυτή έπαιξε ρόλο στην απόφαση του Εck αφού η βασική αρχή του πολέμου είναι να καταστρέφεις τα εχθρικά πλοία και πληρώματα.
Ο Pabst για τον Weissphenning ότι δεν γνώριζε ότι η συγκεκριμένη εντολή παραβίαζε το νόμο αλλά και ότι δεν είχε το δικαίωμα ανυπακοής ενώπιον του εχθρού, συμπεριφορά που τιμωρείται με θάνατο. Δεν μπορούσε να είναι υπεύθυνος για τις διαταγές που πήρε. Ζήτησε την αθώωσή του.
Για τον Schweinder ζήτησε την αθώωσή του γιατί δεν έκανε κάποια καταδικαστέα πράξη.
Για τον Hoffmann ζήτησε επίσης την αθώωση αφού δεν μπορούσε να είναι υπεύθυνος για τις διαταγές που πήρε.
Ο Lerman ζήτησε την αθώωση του Λέντς .
Ο Κατήγορος υποστήριξε ότι για πολλούς αιώνες θεμελιώδης αρχή του πολέμου είναι η απαγόρευση θανάτωσης άοπλων εχθρών. Το να πυροβολείς με σκοπό να σκοτώσεις αβοήθητους επιζώντες ναυαγίου αποτελεί σοβαρή παραβίαση του δικαίου των Εθνών. Για τον Εck ανέφερε ότι έφερε ως μάρτυρα υπεράσπισης έναν κυβερνήτη με 30 τορπιλισμούς στο ενεργητικό του, ο οποίος κατέθεσε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα κτυπούσε τις λέμβους. Το υποβρύχιο, αντί να απομακρυνθεί με όλη του τη ταχύτητα, περιπλανήθηκε για πέντε ώρες στον τόπο του ναυαγίου παραβλέποντας το γεγονός ότι με πυροβολισμούς και χειροβομβίδες δεν μπορούσαν να εξαφανιστούν πλήρως τα αποδεικτικά στοιχεία και ότι κάποιο κομμάτι ξύλο ή κηλίδα λαδιού θα έμενε για ένδειξη στα αεροπλάνα ότι κάποιο πλοίο είχε βυθιστεί πρόσφατα στο σημείο αυτό. Τόνισε ότι το καθήκον υπακοής περιορίζεται στην τήρηση νόμιμων διαταγών και ότι η εκτέλεση της εντολής του Εck οδηγούσε στην εν ψυχρώ δολοφονία των αβοήθητων επιζώντων ναυαγών. Καταλήγοντας για τον Εck ανέφερε ότι δεν βλέπει παρά ένα εν ψυχρώ δολοφόνο και ζήτησε την ενοχή και των υπολοίπων κατηγορουμένων.
Τέλος ο Δικαστής Stevenson συνόψισε τα αποτελέσματα της τετραήμερης ακροαματικής διαδικασίας .
Μετά τη διάσκεψη των δικαστών, ο Πρόεδρος Jones στις 16:35 της 20η1 Οκτωβρίου 1945 , περίπου την ίδια ώρα που πριν από 19 μήνες και 1 εβδομάδα το U 852 εντόπιζε τον καπνό του ΠΗΛΕΥΣ και ξεκινούσε το κυνήγι θανάτου, ανακοινώνει την απόφαση του Δικαστηρίου.
ΕΝΟΧΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΝΤΕ κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο.
Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης περί στρατιωτικής αναγκαιότητας. Αναγνώρισε ότι υπό κάποιες περιστάσεις ένας στρατιώτης θα μπορούσε να σκοτώσει έναν άοπλο για να σώσει τη ζωή του, αλλά στην προκείμενη περίπτωση τέτοιες περιστάσεις δεν προέκυψαν. Επιβαρυντικό για τους κατηγορούμενος ήταν το γεγονός ότι το πλοίο επί πέντε ώρες έπλεε στο χώρο του ναυαγίου πολυβολούσε και έριχνε χειροβομβίδες . Για τον ισχυρισμό των λοιπών κατηγορουμένων περί διαταγών ανωτέρων το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να υπάρχει υποχρέωση υπακοής σε μία ΜΗ νόμιμη εντολή. Και στην προκείμενη ήταν προφανές ότι δεν επρόκειτο για νόμιμη εντολή.
Οι Εck, Hoffmann και Weissphenning θα καταδικαστούν σε θάνατο, ο Lenz σε ισόβια κάθειρξη και ο Schwender σε κάθειρξη 15 ετών.
Οι καταδικασθέντες θα υποβάλλουν αίτηση αναθεώρησης που θα απορριφθεί στις 10 Νοεμβρίου 1945. Οι ποινές θα επικυρωθούν στις 12 Νοεμβρίου 1945 , από τον Αρχιστράτηγο του Βρετανικού Στρατού του Ρήνου. Οι καταδικασθέντες θα καταθέσουν αίτηση χάριτος που επίσης θα απορριφθεί στις 29 Νοεμβρίου 1945 .
Οι καταδικασθέντες σε θάνατο θα εκτελεστούν στις 30 Νοεμβρίου 1945. Ο Schwender θα μείνει στη φυλακή 6 ακριβώς χρόνια και ο Lenz οκτώ μήνες παραπάνω. Από τους συνηγόρους ο Pabst θα αυτοκτονήσει εννέα μήνες μετά τη δίκη, ο Todsen τρία ακριβώς χρόνια μετά την εκτέλεση, στις 30 Νοεμβρίου 1948 θα σκοτωθεί σε τροχαίο ατύχημα και ο Meckel θα σταδιοδρομήσει στο πολεμικό ναυτικό της Δυτικής Γερμανίας.
Οι μεταπολεμικές διώξεις Γερμανών για εγκλήματα πολέμου, κατά της ειρήνης και της ανθρωπότητας, δημιούργησαν ένα πλαίσιο νομικών Κανόνων και μέτρων που οδήγησε τα Κράτη να προσχωρήσουν και τα Διεθνή Δικαστήρια να εφαρμόσουν .
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Les damnes de l’ Atlantique . HANS HERLIN editions france-empire
Peleus, Oxford Public International Law, KARIN TREUNMULLER
Το Εμπορικό μας ναυτικό στον Β’ ΠΠ, ΗΛΙΑ ΑΝΤΥΠΑ
Η περίπτωση του ατμόπλοιου Πηλεύς, ΑΡΔΗΝ ΡΗΞΗ
Το «Πηλεύς» βυθίζεται από το γερμανικό υποβρύχιο U 852, ΝΑΥΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ
Έκθεση σχετικά με τη δράση του Ναυτικού κατά τον πόλεμο 1940-44 , ΔΗΜ. ΦΩΚΑ, εκδόσεις Πολεμικό Ναυτικό.
Για τον Πλοίαρχο Ματθαίο προτείνεται το άρθρο https://www.navalhistory.gr/mathaios/ ‘’Η άγνωστη και συναρπαστική βιογραφία του Εμμανουήλ Ματθαίου’’.























































