Γράφει η Κατερίνα Καριζώνη
Ο Ιωσήφ Κιάππε – Giuseppe Chiappe το ιταλικό του όνομα – βγήκε από το τυπογραφείο κρατώντας σφικτά μια εφημερίδα. Μόλις είχε τυπώσει το πρώτο φύλλο της, δίστηλο με 4 σελίδες και ημερομηνία 10 Μαρτίου 1824. Το μελάνι δεν είχε στεγνώσει ακόμα, ούτε καν την είχε διαβάσει ολόκληρη, όμως η μυρωδιά του φρεσκοτυπωμένου χαρτιού πλημμύριζε την καρδιά του. Είχε πραγματοποιήσει ένα παλιό του όνειρο: Να δώσει μια εφημερίδα στους Ρωμιούς, για να μαθαίνουν τα νέα της Επανάστασης και τις αποφάσεις των προεστών τους. Να καταλάβουν τη δύναμη του Τύπου, που ήταν ένα πρόσθετο όπλο στη φαρέτρα τους, αλλά και τη δική τους δύναμη ως έθνους. Το έγραψε άλλωστε και ο Κοραής σε επιστολή του προς το Νεόφυτο Βάμβα : Συστήνετε εφημερίδας εις διάδοσιν ειδήσεων. Διά των εφημερίδων και των ιεροκηρύκων εμπορείτε να εξάψετε γενικόν ενθουσιασμό… Ξανακοίταξε την εφημερίδα. Τίτλος της «Ο φίλος του Νόμου». Αρωγοί της οι πρόκριτοι της Ύδρας. Αυτή η εφημερίδα θα είναι από ΄δω και μπρος η επίσημη φωνή της διοίκησης, του είχαν πει οι Κουντουριώτες. Αυτοί θα τον στήριζαν οικονομικά και ηθικά, αλλά κι εκείνος θα τους υποστήριζε. Το πιεστήριο, βέβαια, δεν ήταν δικό του. Το είχε δωρίσει στην Ελλάδα ο Firmin Didot, ένας Γάλλος φιλέλληνας, έπειτα από προτροπή του Κοραή. Όμως την ψυχή την έβαζε στο έντυπο ο Κιάππε.
Κοντοστάθηκε και έριξε μια ματιά στον ουρανό, που έπαιρνε όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου. Ξημέρωνε. Το φώναζαν κρώζοντας οι γλάροι, που πετούσαν τσιμπολογώντας την κρούστα του νερού. Μια ψαρόβαρκα χάραζε την επιφάνεια της θάλασσας σαν να έσκιζε διαμάντι. Ο Κιάππε στύλωσε το βλέμμα του στον ορίζοντα. Αυτόν τον ορίζοντα έκρυβαν στο βλέμμα τους οι άνθρωποι της θάλασσας, συλλογίστηκε, γι’ αυτό γίνονταν ανυπότακτοι κι είχαν στο νου τους πάντα το ταξίδι. Ανυπότακτοι και οι κάτοικοι της Ύδρας, οι περισσότεροι καραβοκύρηδες και ναυτικοί, καθώς το νησί τους δεν ήταν παρά ένας άγονος βράχος στο πέλαγος.
Πως βρέθηκε ο Κιάππε σ’ αυτά τα μέρη, ούτε που κατάλαβε. Η μοίρα τού είχε παίξει παράξενο παιχνίδι. Ο βίος του πολυτάραχος, η εποχή του γεμάτη εξεγέρσεις. Μόλις τέλειωσε τις σπουδές του στη Γαλλία, ακολούθησε τον Ναπολέοντα στις εκστρατείες του. Είχε πιστέψει στα οράματά του για την Ευρώπη, αλλά έπεσε έξω. Μετά την ήττα του πολέμαρχου στο Βατερλό, επέστρεψε στο Λιβόρνο, όπου άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Θερμός πατριώτης και πάντα ετοιμοπόλεμος, πήρε μέρος στην Επανάσταση της Νάπολης ως καρμπονάρος το 1820. Κι όταν την κατέπνιξαν στο αίμα οι Αυστριακοί, εγκατέλειψε κυνηγημένος την Ιταλία. Κρύφτηκε στα Επτάνησα και κατέληξε στην Ύδρα, όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του. Έσφιξε την εφημερίδα στα χέρια του και συνέχισε τον δρόμο για το σπίτι του Κουντουριώτη. Θα του παρέδιδε ιδιοχείρως το πρώτο φύλλο της. Ένοιωθε ταραχή. Έριξε μια βιαστική ματιά στο πρωτοσέλιδο. Το μελάνι είχε ξεφύγει σε μερικά σύμφωνα, αλλά τα γράμματα ήταν ευανάγνωστα. Άραγε θα του άρεσε; αναρωτήθηκε.
Δεν ήταν πολλά τα τυπογραφικά μέσα που διέθετε, είχε υπερβεί τις δυνάμεις του. Πρόσεξε πως τα χέρια του είχαν λερωθεί απ’ το μελάνι. Δούλευε όλη νύχτα, για να στήσει το έντυπο. Έβγαλε ένα μαντήλι και σκουπίστηκε. Μήπως έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι και να σινιαριστεί – όμως όχι, τον έτρωγε η αγωνία για τη γνώμη του κυβερνήτη. Άνοιξε το βήμα του. Φυσούσε ένα ελαφρό αεράκι από τη θάλασσα, που του ανακάτευε τα μαλλιά, χάιδευε τα μάγουλά του. Οι φυλλωσιές θρόιζαν γλυκά. Έμπαινε η Άνοιξη. Το δήλωναν τα δέντρα με τη διστακτική ανθοφορία τους. Το δήλωναν οι μυρωδιές των βοτάνων, που κατέβαιναν απ’ το βουνό, και τα αρώματα των λουλουδιών στις αυλές της Ύδρας.
Το σπίτι του Γεωργίου Κουντουριώτη ήταν ένα δίπατο αρχοντικό, χτισμένο σε λόφο, περιτριγυρισμένο από μεγάλο κήπο. Διέκρινε τον κηπουρό να κουρεύει τους θάμνους και μια υπηρέτρια να απλώνει ρούχα στην πίσω πλευρά του αρχοντικού. Ο Κουντουριώτης καθόταν στη βεράντα κι έπαιρνε το πρωινό του. Ήταν ένας ασπρομάλλης άνδρας με θαλασσιά μάτια, ωραία χαρακτηριστικά και εντυπωσιακό παράστημα. Φορούσε μια καφέ σκούρα ρόμπα και δερμάτινες παντόφλες, ενώ έπινε νωχελικά το τσάι του απολαμβάνοντας τη θέα. Ο Κιάππε τον χαιρέτησε και εκείνος τον προέτρεψε να πάρει θέση στο τραπέζι του.
«Σας έφερα το πρώτο φύλλο», είπε και του έδωσε την εφημερίδα.
«Α, για να δω», έκανε ο Κουντουριώτης, βγάζοντας ένα χρυσό μονόκλ απ’ την τσέπη του. Το ‘φερε στο μάτι του. ‘’Ο Φίλος του Νόμου. Εφημερίς της Διοικήσεως και της Νήσου Ύδρας’’, διάβασε δυνατά. ‘’Τιμή ετήσια δίστηλα Ισπανίας επτά, προπληρωτέα κάθε εξαμηνίαν. Έκανες καλή δουλειά Ιωσήφ’’, του είπε κι άρχισε να ξεφυλλίζει την εφημερίδα.
«Δουλέψαμε πολύ κι εγώ και οι άλλοι συνεργάτες μου» παρατήρησε εκείνος. «Ο Τόμπρας, ο Παντελής, ο Βαρότσης…»
Μια υπηρέτρια εμφανίστηκε στη βεράντα και γέμισε το φλυτζάνι του Κιάππε με τσάι. Το χρειαζόταν. Είχε ξενυχτίσει, χωρίς να φάει και να πιει. Έφερε το φλυτζάνι στα χείλη του. Αισθάνθηκε το τσάι να γλιστράει σαν βάλσαμο στο στεγνό λαιμό του.
«Πόσες φορές θα εκδίδεται η εφημερίδα μας ;» ρώτησε ο Κουντουριώτης.
«Δυο φορές την εβδομάδα, ναύαρχε. Δευτέρα και Παρασκευή».
«Όπως και τα ‘’Ελληνικά Χρονικά’’, η εφημερίδα εκείνου του Ελβετού φιλέλληνος στο Μεσολόγγι. Έχει μάλιστα και το ίδιο σχήμα».
Έπιασε μια εφημερίδα διπλωμένη στο τραπέζι, ενώ την ίδια στιγμή φάνηκε από κάτω ένας δερματόδετος τόμος. Ο Κιάππε τον είδε κι αναρίγησε. Ήταν το ημερολόγιο του πλοίου «Αγαμέμνων».
«Φίλτατε, έχετε εξαιρετικό ταλέντο στη δημοσιογραφία». Συνέχισε ο Κουντουριώτης, που μάντεψε τις σκέψεις του. «Ιδίως στα ραπόρτα. Ήθελα να σας το πω από καιρό. Ο Τσαμαδός μου έδωσε το ημερολόγιο του πλοίου που κρατούσατε κατά τη διάρκεια των ναυτικών μαχών κι εκεί ανακάλυψα το χάρισμά σας στον γραπτό λόγο. Αν και είστε Ιταλός, χειρίζεσθε την ελληνική γλώσσα καλύτερα από Έλληνα. Γι’ αυτό σας επέλεξα».
«Σας ευχαριστώ πολύ, ναύαρχέ μου. Με τιμά η γνώμη σας», απάντησε ο Κιάππε.
«Διαβάζοντας τις σημειώσεις σας, απήλαυσα τις περιγραφές σας. Τις λεπτομέρειες και τον παλμό των μαχών». Ξαναμίλησε ο Κουντουριώτης. «Ο Τσαμαδός, που ηγείτο των καταδρομικών επιχειρήσεων, μου είπε τα καλύτερα λόγια. Για την ανδρεία σας στην μάχη, την αυταπάρνηση, αλλά και τη δεινή σας πένα στη δημοσιογραφία. Χειρίζεστε εξίσου καλά το μελάνι και το μπαρούτι», κατέληξε.
Το μελάνι και το μπαρούτι, σκέφτηκε ο Κιάππε. Οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Το μελάνι μπορεί να βάλλει φωτιά σε στεριές και θάλασσες, να κάψει ψυχές, αλλά και να τις αναστήσει.
Πήρε το ημερολόγιο με τρεμάμενα χέρια. Είχε ζητήσει τότε να συμμετάσχει στον ναυτικό αγώνα των Ελλήνων. Επιβιβάστηκε στο μπρίκι του ναυάρχου Τσαμαδού ως γραμματέας του. Ανάμεσα στα άλλα καθήκοντα, ανέλαβε να κρατάει το ημερολόγιο του πλοίου. Πήρε, όμως, μέρος ενεργά και στον πόλεμο. Αρχές του Μάη του 1821 ξεσήκωσαν τα χωριά του Βόλου και κήρυξαν την Επανάσταση στο Τρίκερι. Στη ναυμαχία της Ερεσού πέτυχαν την πυρπόληση εχθρικού δίκροτου από τον Παπανικολή. Λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1821, διέσωσαν τους Χριστιανούς κατοίκους στις Κυδωνίες, που είχαν πυρποληθεί από τους τούρκους. Μια πλημμυρίδα από αναμνήσεις τον κατέκλυσε. Έκλεισε συγκινημένος το ημερολόγιο.
Η υπηρέτρια εμφανίστηκε ξανά και συμπλήρωσε τα τσάι στα φλυτζάνια τους. Ακούμπησε μια πιατέλα με φρέσκα κουλουράκια στο τραπέζι και γλυκό περγαμόντο σ’ ένα μπολ.
«Ποιο θα είναι το τιράζ της εφημερίδας μας;» ήρθε πάλι η στεντόρεια φωνή του Κουντουριώτη.
«Πεντακόσια φύλλα τη φορά. Πως το βρίσκετε;» ρώτησε ο Κιάππε.
«Καλό για αρχή».
«Έχουμε ήδη τις πρώτες συνδρομές απ’ τον Ανδρέα Μιαούλη, τον Τομπάζη, τον Τσαμαδό κι άλλους προκρίτους, αλλά και από απλούς πολίτες του νησιού. Ενθουσιάστηκαν με την ιδέα της έκδοσης μια ς τοπικής εφημερίδας».
«Μήπως τα τέσσερα φύλλα είναι λίγα;» τον ρώτησε ο Κουντουριώτης.
«Θα βγάλουμε έξι, αν χρειαστεί. Αν έχουμε ύλη…»
«Και ποιος θα πουλάει την εφημερίδα;»
«Έχω προσλάβει ένα νεαρό Σπετσιώτη γι’ αυτή τη δουλειά, αλλά προσφέρθηκε και ο γιός μου».
«Τότε, ας ευχηθούμε καλή επιτυχία στην πρώτη επίσημη εφημερίδα του νησιού μας», φώναξε μ’ ενθουσιασμό ο κυβερνήτης. «Αν δεν ήταν τόσο νωρίς θα ανοίγαμε ένα γαλλικό κρασί που έχω κρατημένο γι’ αυτές τις περιστάσεις».
«Δεν πειράζει», απάντησε ο Κιάππε. «Άλλωστε, βιάζομαι να γυρίσω σπίτι. Έχω πολλές ώρες να κοιμηθώ ναύαρχε».
«Να πας, να πας». Τον προέτρεψε ο Κουντουριώτης. «Και να είμαστε πάντα σε επαφή…γι’ αυτά που γράφεις», πρόσθεσε με νόημα.
Ο Κιάππε κούνησε το κεφάλι του, ήπιε μια τελευταία γουλιά απ’ το τσάι του και έφυγε. Είχε πονοκέφαλο, το σώμα του είχε πιαστεί απ΄ την κούραση, έσερνε τα βήματά του. Στο σπίτι τον περίμενε η Κιάρρα , η γυναίκα του. Μαγείρευε φασουλάδα σ’ έναν πήλινο τέντζερη. Μπήκε στο σαλόνι και έπεσε κατευθείαν στον καναπέ.
«Είμαι πτώμα», ψιθύρισε και έκλεισε τα μάτια του. «Η εφημερίδα μας βγήκε. Και είναι άψογη».
«Το ξέρω», απάντησε η γυναίκα του. «Μου την έφερε ο γιος μας. Τη διάβασα κιόλας. Καλή είναι, όμως θα την ήθελα πιο μαχητική».
«Πρέπει να τηρούμε τους κανόνες, Κιάρρα», ανασηκώθηκε ο Κιάππε από τον καναπέ. «Άλλοι έχουν τον πρώτο λόγο. Οι χορηγοί μας».
«Η αριστοκρατία της Ύδρας, θέλεις να πεις. Αυτοί που ορίζουν τις τύχες μας και τις τύχες της Ελλάδας. Εγώ ονειρευόμουν μια εφημερίδα που θα έχει ανεξάρτητο λόγο, θα μπορεί να τα βάζει με τις φατρίες, θα στηλιτεύει τα κακώς κείμενα».
Άρχισε να στρώνει το τραπέζι για το μεσημεριανό φαγητό, σιωπηλή. Ανακάτεψε τη φασουλάδα με ένα ξύλινο κουτάλι, έσβησε τη φωτιά και σέρβιρε το φαγητό στα πιάτα.
«Είναι επικίνδυνα αυτά που λες», παρατήρησε εκνευρισμένος εκείνος. «Βιάζεσαι πολύ. Κάνε λίγο υπομονή να στεριώσει η εφημερίδα και θα αλλάξουν τα πράγματα. Θα δεις».
Η Κιάρρα δεν απάντησε. Γέμισε μια κανάτα νερό και την ακούμπησε στο τραπέζι.
Ένα χρόνο αργότερα ο Ιωσήφ Κιάππε, όταν άρχισε να εκδίδεται η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» στο Ναύπλιο, έσβησε τη φράση «Εφημερίδα της Διοικήσεως» κάτω από τον τίτλο «Ο Φίλος του Νόμου». Δήλωσε ανεξάρτητος, υποστήριξε την ελευθερία του Τύπου και τα συνταγματικά δικαιώματα, πολέμησε τον κοτζαμπασισμό, άσκησε κριτική στην εξουσία και, όταν χρειάστηκε, τα έβαλε με θεούς και δαίμονες κι έκανε το μελάνι μπαρούτι. Μέχρι που η εφημερίδα έκλεισε το 1827.


























































