Έρευνα-Κείμενο : Χρήστος Αμπατζής
Η αυγή του 20ου αιώνα είδε και την ανάπτυξη της αεροπορικής ισχύος. Το νέο όπλο έκανε δυναμικά την παρουσία του στα πεδία των χερσαίων μαχών όπου απέδειξε τις δυνατότητές του. Σταδιακά, άρχισε να αξιοποιείται και στις κατά θάλασσα επιχειρήσεις. Ήδη από την δεκαετία του 1920 διάφορα κράτη άρχισαν να πειραματίζονται με την ανάπτυξη μονάδων επιφανείας ικανών να μεταφέρουν και να αξιοποιούν το νέο όπλο. Σύντομα, τα πρώτα αεροπλανοφόρα έκαναν την εμφάνισή τους.
Αναμφίβολα η ένταξη των ανωτέρω σκαφών στη δύναμη ενός στόλου προσέφερε νέες επιχειρησιακές δυνατότητες, αυξάνοντας την διαθέσιμη δύναμη κρούσης και μεταμορφώνοντας ακόμα και τον μικρότερο σχηματισμό σε μια σημαντική απειλή. Ωστόσο, τα πρώτα αεροπλανοφόρα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από γίγαντες με πήλινα πόδια. Αφιερώνοντας το μεγαλύτερο τμήμα της επιφάνειάς τους στην εξυπηρέτηση των μεταφερόμενων αεροσκαφών (χώροι αποθήκευσης καυσίμων, πυρομαχικών, αεροπλάνων, κ.ά.) τα πλοία δεν διέθεταν επαρκή θωράκιση. Παράλληλα, η ισχύς πυρός τους ήταν περιορισμένη. Ακόμα και ένα αντιτορπιλικό συνιστούσε ιδιαίτερη απειλή, εφόσον κατάφερνε να θέσει τον θαλάσσιο γίγαντα εντός του βεληνεκούς του. Τέλος, τα αεροπλανοφόρα αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν, από μόνα τους, ένα υποβρύχιο.
Ως εκ τούτων, έπρεπε να επιχειρούν πάντοτε στα πλαίσια κάποιου ευρύτερου σχηματισμού. Τα συνοδά πλοία (αντιτορπιλικά, καταδρομικά, θωρηκτά) τελούσαν σε μια σχέση αλληλεξάρτησης. Αφενός σχημάτιζαν ένα προστατευτικό πλέγμα γύρω τους, παρέχοντας αλλεπάλληλες γραμμές άμυνας έναντι οιασδήποτε απειλής. Αφετέρου, το αεροπλανοφόρο προσέφερε εγγύς αεροπορική κάλυψη/υποστήριξη, αυξάνοντας ταυτόχρονα την ακτίνα κρούσης και τις επιχειρησιακές δυνατότητες του όλου σχηματισμού.
Παράλληλα, αεροσκάφη τοποθετήθηκαν και σε άλλες μονάδες επιφανείας. Συγκεκριμένα, καταδρομικά και θωρηκτά εφοδιάστηκαν με υδροπλάνα τα οποία προορίζονταν για εκτέλεση αναγνωριστικών αποστολών.
Σιγά σιγά, άρχισε να καλλιεργείται μια απορία στα μυαλά των διαφόρων σχεδιαστών. Τί θα γινόταν αν μπορούσαν να συνδυάσουν τα πλεονεκτήματα ενός αεροπλανοφόρου με αυτά ενός άλλου σκάφους; Φανταστείτε για παράδειγμα ένα πλοίο που θα ενσωμάτωνε την ισχύ πυρός και την θωράκιση με τη δυνατότητα διεξαγωγής αεροπορικών πληγμάτων. Ή ένα αεροπλανοφόρο που θα μπορούσε να καταδύεται, εμφανιζόμενο αιφνιδιαστικά, διενεργώντας μια κεραυνοβόλα επίθεση και ύστερα να εξαφανίζεται εκ νέου στα βάθη των ωκεανών.
Οι παραπάνω ιδέες ήταν πολύ δελεαστικές. Ως εκ τούτου, όλα τα μεγάλα ναυτικά άρχισαν να πειραματίζονται – τουλάχιστον επί χάρτου – με συναφή σχέδια. Σχεδόν όλοι κατέληξαν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, στο ίδιο συμπέρασμα. Το τελικό σκάφος θα ήταν εξαιρετικά μεγάλο, ιδιαίτερα περίπλοκο και αστρονομικά δαπανηρό. Παρά ταύτα, δεν έλλειψαν αρκετοί τολμηροί που αποπειράθηκαν να δώσουν πνοή στα ανωτέρω σχέδια. Ωστόσο, εκείνος που θα πραγματοποιούσε την μεγάλη υπέρβαση σχεδιάζοντας και ναυπηγώντας ένα αξιόπλοο και επιχειρησιακό σκάφος, δεν ήταν κάποια μεγάλη βιομηχανική παγκόσμια δύναμη, αλλά μια, εν πολλοίς παραγκωνισμένη ασιατική χώρα.
Το Ιαπωνικό Αυτοκρατορικό Ναυτικό (Imperial Japanese Navy – IJN) γοητευμένο από την ιδέα και τις εν δυνάμει προοπτικές, ως έτερος νεαρός αλχημιστής, αποφάσισε να πειραματιστεί. Αποτέλεσμα ήταν η ναυπήγηση των θωρηκτών-αεροπλανοφόρων κλάσης Ise, καθώς και των υποβρυχίων-αεροπλανοφόρων κλάσης I-400.
Θωρηκτά-αεροπλανοφόρα
Κοινώς γνωστά ως battle carriers, τα συγκεκριμένα πλοία αποτελούσαν έναν φέρελπι νεοτερισμό, συνδυάζοντας τα προτερήματα αμφοτέρων τύπων πλοίων. Το 1917 η Βρετανία πραγματοποίησε την πρώτη απόπειρα. Αντικείμενο του πειραματισμού αποτέλεσε το καταδρομικό μάχης (battle cruiser) HMS Furious.
Με εκτόπισμα 19.513 τόνων, μήκος 239,8, πλάτος 26,8 και βύθισμα 7,6 μέτρων, το σκάφος ήταν ο ιδεατός υποψήφιος. Ο αρχικός οπλισμός του αποτελείτο από 2 μονά πυροβόλα των 457 mm, 11 μονά ταχυβόλα των 140 mm, 2 μονά αντιαεροπορικά πυροβόλα των 76 mm και 2 τορπιλοσωλήνες των 533 mm. Για τις ανάγκες της αναμόρφωσης του σκάφους, αφαιρέθηκε ο πρωραίος πύργος και στην θέση του τοποθετήθηκε ένα κατάστρωμα απο/προνήωσης αεροσκαφών.
Το αποτέλεσμα ήταν αρκετά υποσχόμενο. Ένα ταχύ, θωρακισμένο σκάφος, με μεγάλη ισχύ πυρός και τη δυνατότητα μεταφοράς αεροσκαφών. Το HMS Furious εισήλθε στον κατάλογο της Ιστορίας στις 2.8.1917 όταν πραγματοποιήθηκε επ’ αυτού η πρώτη, παγκοσμίως, προσνήωση αεροπλάνου σε κινούμενο πλοίο, από τον πιλότο Edwin Dunning.
Εξυπακούεται πως το εγχείρημα υπήρξε κάθε άλλο παρά απλό και ακίνδυνο. Προκειμένου να προσνηωθεί, το αεροπλάνο έπρεπε να προσεγγίσει το σκάφος από την πρύμνη, να παρακάμψει την γέφυρα και στη συνέχεια να πραγματοποιήσει ταχύτατη κλειστή στροφή προκειμένου να μπορέσει να τροχοδρομήσει στον υπάρχοντα διάδρομο. Ο χειριστής δεν είχε κανένα περιθώριο σφάλματος. Ένας λάθος υπολογισμός, και το αεροπλάνο είτε θα προσέκρουε στην γέφυρα του πλοίου είτε δεν θα διέθετε τον απαραίτητο χώρο για να σταματήσει την τροχοδρόμησή του, με ολέθρια αποτελέσματα. Το μοιραίο δεν άργησε να επέλθει. Μετά την πρώτη, επιτυχή, απόπειρα, ο Dunning πραγματοποίησε μία ακόμα προσνήωση. Η αίσια έκβαση και της δεύτερης ενέργειας τον ενθάρρυνε να αποτολμήσει και τρίτη. Αυτή την φορά όμως, ο γενναίος πιλότος υπέπεσε σε ύβρη έναντι της καλής του τύχης, με συνέπεια να σκοτωθεί κατά τον ελιγμό.
Το συμβάν θορύβησε τις Βρετανικές Αρχές, χωρίς όμως να τις πτοήσει. Το Βασιλικό Ναυτικό (Royal Navy – RN) προέβη σε αναμόρφωση του HMS Furious. Αν το πρώτο σχέδιο ήταν προβληματικό, τότε το δεύτερο άγγιζε τα όρια του φαιδρώς επικίνδυνου. Συγκεκριμένα, αφαιρέθηκε και ο πρυμναίος πύργος, μαζί με όλα τα πυροβόλα και στην θέση τους εγκαταστάθηκε ένα κατάστρωμα προσνήωσης. Ωστόσο, οι σχεδιαστές διατήρησαν την ογκώδη κεντρική υπερκατασκευή, συνδέοντας τους δύο διαδρόμους με πλευρικές διόδους! Όπως ήταν αναμενόμενο, το νέο σχέδιο δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυνε. Ως εκ τούτου, με το πέρας του Α΄ Π.Π., το HMS Furious υπεβλήθη σε νέα ριζική αναδιαμόρφωση, μετατρεπόμενο, πλέον, σε συμβατό αεροπλανοφόρο με ενιαίο διάδρομο απο/προσνήωσης.
Αξιολογώντας το όλο εγχείρημα του συνδυασμού αεροπορικών επιχειρήσεων με πυροβόλα μεγάλου διαμετρήματος ως αποτυχημένο, ουδέν έτερο ναυτικό αποπειράθηκε να το αντιγράψει. Στα μέσα, όμως, του Β΄ Π.Π. το IJN ενέκυψε στον πειρασμό και πραγματοποίησε το μεγάλο βήμα.
Η επιχειρησιακή πραγματικότητα το 1943 ήταν εξαιρετικά δυσοίωνη για τους Ιάπωνες. Έχοντας απωλέσει τα πέντε μεγάλα του αεροπλανοφόρα (Shoho, Kaga, Akagi, Hiryu και Soryu) το IJN έψαχνε απεγνωσμένα για αντικαταστάτες. Για τον σκοπό αυτό, αποφασίστηκε η μετατροπή δύο παλαιών θωρηκτών της περιόδου του Α΄ Π.Π., των Ise και Hyuga. Οι Ιάπωνες σχεδιαστές διδάχθηκαν από τα λάθη των Βρετανών ομολόγων τους και παρέδωσαν ένα αξιοθαύμαστο υβρίδιο.
Μετά την μετασκευή τους, τα δύο πλοία διέθεταν εκτόπισμα 39.805 τόνων, μήκος 219,62, πλάτος 31,71 και βύθισμα 9,03 μέτρων. Ο οπλισμός τους αποτελείτο από 4 δίδυμα πυροβόλα των 356 mm, 8 δίδυμα πυροβόλα διττής χρήσης των 127 mm, 11 δίδυμα και 31 τρίδυμα αντιαεροπορικά πυροβόλα των 25 mm, καθώς και 6 πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών για αντιαεροπορική χρήση των 127 mm. Αυτή τη φορά, ο διάδρομος από/προσνήωσης τοποθετήθηκε στην πρύμνη διευκολύνοντας την διαδικασία της προσέγγισης. Επιπλέον, διαμορφώθηκε χώρος για την φιλοξενία 20 βομβαρδιστικών καθέτου εφορμήσεων, για την απονήωση των οποίων τοποθετήθηκαν δύο πλευρικοί καταπέλτες. Ωστόσο, το μήκος του διαδρόμου ήταν ανεπαρκές για την προσνήωση αεροσκαφών. Συνεπώς, τα πλοία μπορούσαν να απονηώσουν αεροσκάφη για διεξαγωγή αεροπορικών πληγμάτων, αλλά αυτά θα έπρεπε είτε να προσγειωθούν σε κάποιο παρακείμενο αεροδρόμιο είτε να προσνηωθούν σε κάποιο παραπλέον αεροπλανοφόρο, περιορίζοντας το επιχειρησιακό αποτύπωμα.
Τα δύο θωρηκτά-αεροπλανοφόρα εντάχθηκαν σε υπηρεσία στις αρχές Μαΐου 1944, υπαγόμενα στην 4η Μοίρα Αεροπλανοφόρων. Η συμμετοχή τους στον ανωτέρω σχηματισμό μάλλον αποτελούσε κάποιο είδος εμπαιγμού, καθώς οι υφιστάμενες ελλείψεις της Ιαπωνίας σε αεροσκάφη δεν επέτρεψαν την διάθεση πτητικών μέσων στα δύο πλοία. Συμμετείχαν ως θωρηκτά στις επιχειρήσεις του κόλπου του Leyte, στο πλαίσιο της Βόρειας Δύναμης του Ναυάρχου Ozawa, όπου και υπέστησαν ισχυρές αεροπορικές προσβολές στις 28.10.1944. Τύχη αγαθή, κανένα από τα δύο πλοία δεν βυθίστηκε, αν και το Ise ανέφερε τουλάχιστον 30 παρ’ ολίγον πλήγματα.
Μετά την ήττα του IJN στην αεροναυμαχία του Leyte, τα δύο πλοία παρέμειναν ναυλοχούντα στην Σιγκαπούρη και επανέπλευσαν στις μητροπολιτικές νήσους τον Φεβρουάριο του 1945. Εκεί, αγκυροβόλησαν στο λιμάνι του Kure όπου αξιοποιήθηκαν σε ρόλο πλωτών αντιαεροπορικών πλατφόρμων. Άλλωστε, οι συνεχιζόμενες ελλείψεις σε αεροσκάφη, καύσιμα και έμπειρους πιλότους, δεν επέτρεπαν την δράση τους ως υβριδικών αεροπλανοφόρων. Στο νέο τους αγκυροβόλιο επρόκειτο να τερματίσουν τον βίο τους πέφτοντας θύματα αμερικανικών αεροπορικών πληγμάτων. Στις 19.3.1945 το προσβλήθηκε το Hyuga και στις 28.7.1945 το Ise βλήθηκε από 11 βόμβες. Αμφότερα σκάφη υπέστησαν σοβαρές ζημιές και επικάθησαν επί του πυθμένα, ενώ με το τέλος του πολέμου διαλύθηκαν. Αυτό υπήρξε το τέλος των δύο μοναδικών επιχειρησιακών θωρηκτών-αεροπλανοφόρων.
Η κεντρική ιδέα όμως των εν λόγω πλοίων δεν εξέλειψε μαζί τους. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το Σοβιετικό Ναυτικό προχώρησε στην ναυπήγηση των αεροπλανοφόρων κλάσης Kiev τα οποία ήταν εξοπλισμένα με αντιπλοϊκούς πυραύλους στην πλώρη. Αντίστοιχα, το 1979 οι ΗΠΑ εξέταζαν σοβαρά το ενδεχόμενο μετατροπής των θωρηκτών κλάσης Iowa, με εγκατάσταση πρυμναίων διαδρόμων για την εξυπηρέτηση αεροσκαφών καθέτου απο/προσνήωσης, καθώς και ελικοπτέρων. Αν και κατατέθηκαν διάφορες προτάσεις, το όλο εγχείρημα δεν προχώρησε ποτέ.
Υποβρύχια-αεροπλανοφόρα
Η ιδέα τοποθέτησης αεροσκαφών σε υποβρύχια ανάγεται στα ταραγμένα χρόνια του Α΄ Π.Π. Οι πρώτοι που πειραματίστηκαν ήταν οι Γερμανοί. Για τον σκοπό αυτό τοποθετήθηκε ένα υδροπλάνο επί του υποβρυχίου U-12, το οποίο στη συνέχεια θα απονηωνόταν αφού το υποβρύχιο θα καταδυόταν. Αν και το όλο εγχείρημα στέφθηκε από επιτυχία, εντούτοις παρατηρήθηκαν αρκετά προβλήματα. Αρχικά, το βάρος του υδροπλάνου προκαλούσε ανησυχητική ταλάντευση του υποβρυχίου καθιστώντας το ενδεχόμενο ανατροπής του υπαρκτό. Παράλληλα, το σκάφος δεν μπορούσε να καταδυθεί αποτελεσματικά όσο το υδροπλάνο βρισκόταν πάνω του, με συνέπεια να παραμένει εκτεθειμένο στην επιφάνεια, αυξάνοντας τον κίνδυνο προσβολής του. Ως εκ τούτου, η όλη ιδέα εγκαταλείφθηκε.
Την ίδια περίοδο, οι Βρετανοί διεξήγαγαν τους δικούς τους συναφείς πειραματισμούς. Μάλιστα, το 1927 προχώρησαν και ένα βήμα παραπέρα. Συγκεκριμένα, το RN εγκατέστησε υπόστεγο υδροπλάνων ως τμήμα του υποβρυχίου HMS M2 ομού με έναν υδραυλικό καταπέλτη απονήωσης. Με εκτόπισμα 1.594 τόνων (1.946 σε κατάδυση), μήκος 90,14 και πλάτος 7,52 μέτρων, το σχέδιο ήταν πολλά υποσχόμενο και το προμήνυε ένα νέο κεφάλαιο στον κατά θάλασσα πόλεμο. Το υποβρύχιο μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα 15 κόμβων (9 σε κατάδυση), να καταδυθεί σε βάθος 61 μέτρων και διέθετε επιχειρησιακή αυτονομία 2.000 ν.μ. Ήταν εξοπλισμένο με 1 πυροβόλο των 305 mm, 1 αντιαεροπορικό πυροβόλο των 76 mm και 3 πρωραίους τορπιλοσωλήνες των 450 mm. Τέλος, μετέφερε ένα υδροπλάνο τύπου Parnall Peto. Δυστυχώς, το 1932 το υποβρύχιο βυθίστηκε αύτανδρο κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Οι Βρετανικές Αρχές υπέθεσαν πως αιτία του ναυαγίου αποτέλεσε κάποιο ελάττωμα στον σχεδιασμό του υποστέγου υδροπλάνων. Ως εκ τούτου, το όλο εγχείρημα εγκαταλείφθηκε κρινόμενο εξαιρετικά περίπλοκο και εξόχως επικίνδυνο.
Αυτό το πολλά υποσχόμενο σκάφος βυθίστηκε, επίσης αύτανδρο, τη νύχτα 18 προς 19.2.1942, 70 ν.μ. βορείως του Παναμά. Κατά την επικρατέστερη άποψη, αιτία του ναυαγίου αποτέλεσε η σύγκρουσή του με το αμερικανικό εμπορικό σκάφος Thompson Lykes. Οι Γάλλοι, ωστόσο, υποστηρίζουν πως το υποβρύχιο έπεσε θύμα φίλιων πυρών όταν κάποια αεράκατος PBY Catalina που περιπολούσε στην περιοχή το εξέλαβε για εχθρικό και το προσέβαλε.
Παράλληλα με τους Γάλλους, και οι Ιάπωνες επεξεργάζονταν σοβαρά το ενδεχόμενο ναυπήγησης υποβρυχίων-αεροπλανοφόρων Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 υποβλήθηκε μια σειρά από συναφή σχέδια τα οποία εξελίσσονταν διαρκώς.
Η έκρηξη του Β΄ Π.Π. βρήκε το IJN να διαθέτει 11 υποβρύχια με καταπέλτες απονήωσης αεροσκαφών στο δυναμικό του. Επρόκειτο για τα Ι-5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25 και 29. Αρκετά ακόμη εντάχθηκαν σε υπηρεσία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αυτά τα σκάφη χρησιμοποιήθηκαν σε αποστολές ανίχνευσης μεγάλης εμβέλειας. Ενδεικτικά συγκρατείται η περίπτωση του Ι-25 από το οποίο απονηώθηκε το μοναδικό αεροσκάφος που πραγματοποίησε αεροπορική προσβολή επί του ηπειρωτικού αμερικανικού εδάφους. Το υδροπλάνο έριξε εμπρηστικές βόμβες στο δάσος του Oregon με στόχο την πρόκληση δασικών πυρκαγιών, χωρίς όμως επιτυχία.
Όλες οι προαναφερθείσες περιπτώσεις έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Το βασικό όπλο εξακολουθούσε να παραμένει το υποβρύχιο αυτό καθ’ αυτό. Η δυνατότητα μεταφοράς υδροπλάνων αποτελούσε ένα πρόσθετο στοιχείο, το οποίο περιοριζόταν σε δευτερεύοντα ρόλο.
Ωστόσο, στις αρχές του 1942, οι Ιάπωνες άρχισαν να αναπτύσσουν ένα νέο υποβρύχιο-αεροπλανοφόρο, κατόπιν προσωπικού αιτήματος του Ναυάρχου Isoroku Yamamoto. Το όλο εγχείρημα ήταν εξαιρετικά φιλόδοξο και πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας. Ενδεικτικά αναφέρεται πως μόνο το στάδιο της σχεδίασης χρειάστηκε ένα ολόκληρο έτος, πριν καν μπορέσει να ξεκινήσει η οποιαδήποτε κατασκευή. Απότοκος όλων αυτών των προσπαθειών υπήρξε το υποβρύχιο κλάσης I-400.
Με εκτόπισμα 5.223 τόνων (6.560 σε κατάδυση), μήκος 122 και πλάτος 12 μέτρων, το I-400 αποτέλεσε το μεγαλύτερο υποβρύχιο που ναυπηγήθηκε ποτέ, μια πρωτιά που διατήρησε μέχρι την εμφάνιση των πρώτων πυρηνοκίνητων υποβρυχίων. Το σκάφος μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα 18,7 κόμβων (6,5 σε κατάδυση), να καταδυθεί σε βάθος 100 μέτρων και είχε ακτίνα δράσης 43.123 ν.μ. Παράλληλα ήταν εξοπλισμένο με 8 τορπιλοσωλήνες των 533 mm, 3 τρίδυμα και 1 μονό αντιαεροπορικά πυροβόλα των 25 mm και ένα ναυτικό πυροβόλο των 140 mm. Το σήμα κατατεθέν του ήταν το υπόστεγο αεροσκαφών, μήκους 31 και διαμέτρου 3,5 μέτρων, το οποίο μπορούσε να φιλοξενήσει 3 υδροπλάνα τύπου Aichi M6A1 Seiran, καθένα εκ των οποίων ήταν ικανό να φέρει φόρτο τορπιλών ή βομβών 800 κιλών! Αναμφίβολα επρόκειτο περί ενός άκρως επιβλητικού σκάφους. Ωστόσο, το μέγεθός του αποτελούσε και την αχίλλειο πτέρνα του.
Πιο συγκεκριμένα, το σκάφος χρειαζόταν ένα ολόκληρο λεπτό για να καταδυθεί, διπλάσιο χρόνο σε σύγκριση με τα αμερικανικά υποβρύχια. Επιπλέον, άφηνε ένα τεράστιο αποτύπωμα ραντάρ όταν έπλεε στην επιφάνεια. Όλα αυτά καθιστούσαν εύκολο τον εντοπισμό του. Επιπλέον, η τοποθέτηση του υπόστεγου σχεδόν στο κέντρο του υποβρυχίου, ανάγκασε τους σχεδιαστές να μετατοπίσουν τον πυργίσκο προς τα αριστερά. Συνεπώς, όταν το σκάφος βρισκόταν σε κατάδυση αυξανόταν άνισα ο όγκος του σκάφους με συνέπεια το πηδάλιο να πρέπει να είναι μονίμως στραμμένο 7 μοίρες δεξιά προκειμένου το υποβρύχιο να μπορεί να πλεύσει σε ευθεία γραμμή.
Πέραν τούτων, το Ι-400 ήταν ένα εξαίρετο και ιδιαίτερα καινοτόμο σκάφος. Το Ιαπωνικό Επιτελείο εντυπωσιάστηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να παραγγείλει 18 υποβρύχια. Ωστόσο, επρόκειτο περί μιας άκρως περίπλοκης και δαπανηρής κατασκευής. Η αρνητική τροπή, όμως, του πολέμου, οδήγησε σε μετατόπιση των ιαπωνικών προτεραιοτήτων με αποτέλεσμα να ενταχθούν σε υπηρεσία μόλις δύο σκάφη, αρχής γενομένης με το Ι-400 στις 30.12.1944, ακολουθούμενου από το Ι-401 στις 8.1.1945.
Υπό το φως των εξελίξεων, η Διοίκηση Υποβρυχίων διατάχθηκε να αξιοποιήσει τα νέα της αποκτήματα. Αποφασίστηκε, λοιπόν, η διενέργεια πλήγματος στην διώρυγα του Παναμά. Το σχέδιο προέβλεπε την ανάπτυξη των δύο σκαφών στα ανοιχτά του Ισημερινού. Εκεί θα απονήωναν τα υδροπλάνα τους τα οποία θα ακολουθούσαν βόρεια πορεία, προς την Κολομβία. Μόλις θα έφταναν στον Ατλαντικό, τα αεροσκάφη θα πραγματοποιούσαν στροφή προς δυσμάς και θα έπλητταν την θυρίδα Gatun με βόμβες και τορπίλες. Έχοντας εκτελέσει την αποστολή τους, θα κατευθύνονταν νοτιο-δυτικά προκειμένου να συναντήσουν τα υποβρύχια-αεροπλανοφόρα. Αν η αποστολή στεφόταν από επιτυχία τότε η διώρυγα θα αχρηστευόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα με συνέπεια οι ΗΠΑ να μην μπορούν να μεταφέρουν πλοία στον Ειρηνικό παρά μόνο περιπλέοντας όλη την Λατινική Αμερική!
Όπως ήταν αναμενόμενο, τα πληρώματα των δύο σκαφών άρχισαν εντατικά γυμνάσια υπό την επίβλεψη του Πλοιάρχου Tatsunosuke Ariizumi. Το έργο του ήταν κάθε άλλο παρά εύκολο. Δεν είχε απλώς να προβλέψει τις προκλήσεις που θα ανέκυπταν σε όλο το στάδιο της αποστολής, αλλά να πραγματοποιήσει και έναν άνισο αγώνα δρόμου καθώς κάθε μέρα που περνούσε οι αμερικανικές δυνάμεις πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο τις μητροπολιτικές νήσους. Παράλληλα υπήρχαν και οι μεγάλες ελλείψεις σε υλικά και, κυρίως, καύσιμα. Τέλος, δεν ήταν λίγες οι φορές που οι ασκήσεις έπρεπε να διακοπούν αιφνιδίως λόγω αμερικανικών αεροπορικών βομβαρδισμών. Όλα αυτά οδήγησαν σε τροποποίηση του σχεδίου. Εξαιτίας της απουσίας ικανών πιλότων και της ανυπαρξίας χρόνου προς εκπαίδευση νέων, αποφασίστηκε τα υδροπλάνα να εξοπλιστούν έκαστο με μία βόμβα των 800 κιλών, και πιλότους αυτοκτονίας. Εν ολίγοις, τα αεροσκάφη θα έπεφταν πάνω στην πύλη ως καμικάζι.
Στις αρχές Ιουνίου 1945, τα σκάφη που θα συμμετείχαν στην ανωτέρω αποστολή είχαν συγκεντρωθεί στο Nanao Wan, στη βορειο-δυτική ακτή της Ιαπωνίας. Εκεί, οι επίδοξοι καμικάζι εκπαιδεύονταν στην εικονική προσβολή ξύλινου ομοιώματος της πύλης. Τα υδροπλάνα προσέγγιζαν τον στόχο σαν να ετοιμάζονταν να τον πλήξουν με βόμβες/τορπίλες. Ωστόσο, οι μηχανισμοί αφέσεως είχαν αφαιρεθεί από τα σκάφη τους, για ευνόητους λόγους. Η επιχειρησιακή πραγματικότητα, όμως, τους πρόλαβε.
Τα νέα της κατάληψης της Okinawa από τους Αμερικανούς, στα τέλη του μήνα, προκάλεσαν έντονη αναστάτωση. Πλέον, το μητροπολιτικό σύμπλεγμα βρισκόταν αντιμέτωπο με το φάσμα της εισβολής. Η προσοχή του Επιτελείου ήταν στραμμένη στην ατόλη Ulithi όπου ναυλοχούσε η Δύναμη Αποστολών 38 (Task Force 38). Ως εκ τούτου, ο Ariizumi έλαβε νέες εντολές. Η Επιχείρηση Arashi προέβλεπε ότι τα δύο υποβρύχια-αεροπλανοφόρα θα έπλεαν προς την Ulithi. Εκεί θα απονήωναν τα υδροπλάνα τους τα οποία θα διενεργούσαν επίθεση αυτοκτονίας κατά των αμερικανικών πλοίων, δίνοντας προτεραιότητα στα αεροπλανοφόρα.
Στις 17.7.1945, τα ιαπωνικά υδροπλάνα βάφτηκαν στα αμερικανικά χρώματα, με την προσθήκη των σχετικών διακριτικών, προκειμένου να μπορέσουν να ξεγελάσουν τα εχθρικά καταδιωκτικά που θα περιπολούσαν στην περιοχή. Λίγες μέρες αργότερα, στις 23.7, τα Ι-400 και Ι-401 απέπλευσαν από το λιμένα του Ominato για την αποστολή τους. Τα σκάφη έπλεαν εν καταδύσει την ημέρα και τηρούσαν πλήρη σιγή ασυρμάτου προκειμένου να αποφύγουν τον εντοπισμό. Το σχέδιο προέβλεπε να κατευθυνθούν ανατολικά και στη συνέχεια να πραγματοποιήσουν στροφή νοτιο-δυτικά προκειμένου να βρεθούν στα μετόπισθεν των Αμερικανών, αυξάνοντας τις πιθανότητες επίτευξης τακτικού αιφνιδιασμού. Όπως ήταν αναμενόμενο ο ανωτέρω ελιγμός απαιτούσε χρόνο, ενώ δεν υπήρχε και καμία εγγύηση πως οι Αμερικανοί θα περίμεναν υπομονετικά την άφιξή τους.
Όταν, επιτέλους, τα δύο σκάφη έφτασαν στον προορισμό τους, βρήκαν την ατόλη έρημη. Οι κυβερνήτες αποφάσισαν να τερματίσουν την σιγή ασυρμάτου με την ελπίδα ότι είτε θα λάμβαναν νέες οδηγίες είτε ότι ίσως υπέκλεπταν κάποιο εχθρικό σήμα που θα φανέρωνε την θέση του αντιπάλου. Αντ’ αυτού, τα πληρώματα άκουσαν, με αρκετές παρεμβολές, την ομιλία του Αυτοκράτορα Hirohito όστις ανακοίνωνε την παράδοση της Ιαπωνίας και το τέλος του πολέμου. Στις 16:00 της 15ης Αυγούστου, το Γενικό Επιτελείο του IJN διέτασσε όλα τα υποβρύχια να τερματίσουν κάθε επιθετική επιχείρηση και να επιστρέψουν στην Ιαπωνία.
Ο κυβερνήτης του Ι-400, Πλωτάρχης Toshio Kusaka, πειθάρχησε στις εντολές και άρχισε το μακρύ ταξίδι της επιστροφής, εξακολουθώντας να πλέει εν καταδύσει κατά την διάρκεια της ημέρας, προκειμένου να αποφύγει τον εντοπισμό καθώς θεωρούσε ατιμωτικό να αιχμαλωτιστεί από τους Αμερικανούς τόσο μακριά από την πατρίδα. Στις 26.8 έλαβε εντολές να αναδυθεί και να υψώσει μια τριγωνική μαύρη σημαία, δηλώνοντας τοιουτοτρόπως την πρόθεσή του να παραδοθεί. Επίσης, διατάχθηκε να αφοπλίσει το σκάφος του. Την επομένη, το υποβρύχιο εντοπίστηκε από δύο περιπολούντα καταδιωκτικά Grumman Avengers που επιχειρούσαν από το αεροπλανοφόρο USS Bennington (CV-20)1ένα διάσημο αεροπλανοφόρο κλάσης Essex (CV-20) που υπηρέτησε από το 1944 έως το 1970, συμμετέχοντας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον πόλεμο της Κορέας και τον πόλεμο του Βιετνάμ, ακόμη και περισυλλέγοντας αστροναύτες του Apollo 4
Παρά τα επανειλημμένα σήματα των αεροπλάνων για αλλαγή πορείας και κατεύθυνση προς τις παρακείμενες αμερικανικές δυνάμεις, ο Ιάπωνας κυβερνήτης επέλεξε να συνεχίσει ακάθεκτος την αρχική του πορεία αγνοώντας πλήρως τα κελεύσματα των Αμερικανών. Αυτή η στάση εκνεύρισε τον Ανθυποπλοίαρχο Robert Mahoney, όστις αποφάσισε να πετάξει εξαιρετικά χαμηλά, σε μια εικονική προσβολή του υποβρυχίου, χαρίζοντας στο ιαπωνικό πλήρωμα ένα ιδιαίτερο θέαμα, συνοδευόμενο από αρκετές χαριτωμένες – πλην όμως πλήρης θυμού – χειρονομίες. Εν τέλει, ο Kusaka αποφάσισε να πειθαρχήσει, μεταβάλλοντας την πορεία του και συναντώντας λίγο αργότερα τα αμερικανικά αντιτορπιλικά USS Blue και USS Mansfield. Στις 18:00, το USS Blue πλεύρισε το Ι-400 και επιβίβασε ναυτικό άγημα επ’ αυτού. Οι Αμερικανοί κοιτούσαν έκπληκτοι το ιαπωνικό μεγαθήριο. Το υποβρύχιο δεν ήταν απλά, περίπου, 3 μέτρα μακρύτερο από το αντιτορπιλικό τους, αλλά είχε και δυόμιση φορές μεγαλύτερο εκτόπισμα! Παρεμφερής ήταν και η μοίρα του Ι-401.
Τα δύο σκάφη οδηγήθηκαν στο Pearl Harbor όπου εξετάστηκαν ενδελεχώς από τους Αμερικανούς. Οι τελευταίοι δεν ήταν απλά εντυπωσιασμένοι αλλά εξέταζαν το ενδεχόμενο υιοθέτησης των τεχνικών χαρακτηριστικών τους για τον δικό τους στόλο. Δεν αποκλείεται μάλιστα να το είχαν πράξει, αν το 1946 η ΕΣΣΔ δεν ζητούσε να εξετάσει και η ίδια τα υποβρύχια, για καθαρά ακαδημαϊκούς λόγους. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι Αμερικανοί δεν θα διακινδύνευαν τα όποια μυστικά να περιέλθουν σε σοβιετικά χέρια. Ως εκ τούτου, στις 4.6.1946 τα δύο υποβρύχια βυθίστηκαν από ναυτικά πυρά. Μαζί τους τερματίστηκε και η ιδέα ανάπτυξης των υποβρυχίων-αεροπλανοφόρων.
Αυτός, όμως, δεν ήταν και ο επίλογος, διότι η προοπτική κατασκευής υποβρυχίων ικανών να πλήξουν χερσαίους στόχους σε μεγάλες αποστάσεις εξακολούθησε να εξετάζεται. Ύστερα από αρκετούς πειραματισμούς, μετουσιώθηκε στο πρόσωπο των εξοπλισμένων με βαλλιστικούς ή πυραύλους cruise υποβρυχίων.
Βιβλιογραφία
Ross, D. (2016). The World’s Most Powerful Submarines. Rosen Publishing, United States.
Huan, Claude (1996). Le croiseur sous-marin Surcouf. Marines editions.
Geoghegan, John J (2013). Operation Storm: Japan’s Top Secret Submarines and Its Plan to Change the Course of World War II. Crown Publishers, NY
Layman, R.D. & Stephen McLaughlin (1991). The Hybrid Warship. Conway Maritime Press, London
Ushio Shobō (1977), Japanese Naval Vessels No.13, Japanese submarine I-13 class and I-400 class, The Maru Special
McCartney, Innes (2002). Lost patrols: submarine wrecks of the English Channel. Penzance: Periscope.
Treadwell, T.C. (1999) Strike from beneath the Sea: a history of aircraft-carrying submarines, Stroud, UK: Tempus Publishing.
Jenkins, C. A. (1972). HMS Furious/Aircraft Carrier 1917–1948: Part II: 1925–1948. Warship Profile. Vol. 24. Windsor, UK: Profile Publications.
Burt, R. A. (1993). British Battleships, 1919–1939. Arms and Armour Press, London
Lengerer, H. (2009). Ise and Hyûga: The IJN’s Hybrid Battleship-Carriers. Conway Maritime Press, London
Stille, M. (2008). Imperial Japanese Navy Battleships 1941–45. Osprey Publishing, UK
Layman, R. D. (1968). U-boats with Wings. U.S. Naval Institute Proceedings
























































