Κείμενο : Γεράσιμος Λειβαδάς
To Gripsholm ναυπηγήθηκε από το Βρετανικό ναυπηγείο Armstrong Whitworth & Co. Ltd., στο Newcastle-upon-Tyne για την Σουηδική εταιρεία Swedish American Line και παραδόθηκε το 1925. Ήταν 23,600 τόνων, μήκους 574 ποδών και είχε δυνατότητα μεταφοράς 1600 επιβατών με πλήρωμα 430 ανδρών. Έλαβε το όνομά του από το γνωστό ομώνυμο κάστρο που κτίστηκε τον 16ο αιώνα από τον βασιλιά Γουσταύο Α’ της Σουηδίας. Το κάστρο χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς ως βασιλική κατοικία ενώ από το 1822 αποτελεί μουσείο.
Το πολυτελέστατο Σουηδικό υπερωκεάνειο Gripsholm ήταν ιδιαίτερα διάσημο λόγω μιας καινοτομίας που διαμόρφωσε νέα δεδομένα στην ναυσιπλοΐα. Είχε σχεδιαστεί με μηχανή ντίζελ και έτσι θα γινόταν το πρώτο υπερατλαντικό μηχανοκίνητο σκάφος στην ιστορία, εν αντιθέσει με τα μέχρι τότε ατμοκίνητα. Οι εξακύλινδροι κινητήρες Burmeister & Wain 22,000 ίππων ήταν συνδεδεμένες σε δίδυμες προπέλες και ήταν σε θέση να δώσουν στο πλοίο την ταχύτητα των 17 κόμβων. Σίγουρα δεν ήταν το ταχύτερο επιβατηγό πλοίο των τακτικών γραμμών, η μέτρια ταχύτητά του ήταν όμως αρκετή για να κάνει τον διάπλου του Ατλαντικού μεταξύ Gothenburg και Νέας Υόρκης σε οκτώ ημέρες, δηλαδή, πιο γρήγορα από ένα ταξίδι στην Αμερική με ενδιάμεσο σταθμό μέσω Αγγλίας ή Γερμανίας.
Το επιβλητικό αυτό υπερωκεάνιο διέθετε τρεις θέσεις: Α’ με 232 καμπίνες, Β’ με 382 καμπίνες και Γ’ με 1002 καμπίνες, προσφέροντας στον κάθε επιβάτη τη δυνατότητα να επιλέξει σύμφωνα με τις ανάγκες και τις οικονομικές του δυνατότητες. Ωστόσο, αυτό που καθιστούσε πραγματικά ξεχωριστό το εσωτερικό του ήταν η απαράμιλλη πολυτέλεια που το χαρακτήριζε, ιδιαίτερα στους χώρους της πρώτης θέσης. Την εσωτερική διακόσμηση είχε αναλάβει ο σπουδαίος Σουηδός αρχιτέκτονας Carl Gustaf Bergsten (1879-1935) εφαρμόζοντας τον Σκανδιναβικό Κλασικισμό όπου όπου η θεματολογία του είχε ρίζες από την αρχαία Ελλάδα.
Τα σαλόνια ήταν στολισμένα με ιδιαίτερη φροντίδα και γούστο. Ιωνικές κολώνες δέσποζαν στον χώρο, αποπνέοντας έναν αέρα αρχαιοελληνικής μεγαλοπρέπειας και αισθητικής αρμονίας που συμπλήρωναν οι οροφογραφίες με θέματα Ελληνικής μυθολογίας. Οι τοίχοι καλύπτονταν με μεταξωτές ταπετσαρίες σε απαλά χρώματα, που αναδείκνυαν τη λεπτομέρεια και την κομψότητα κάθε επίπλου. Τα έπιπλα, κι αυτά επενδυμένα με μεταξωτά υφάσματα, συμπλήρωναν τη συνολική αίσθηση πολυτέλειας, προσφέροντας άνεση αλλά και μια εμπειρία αισθητικής απόλαυσης που παρέπεμπαν στο ανάκτορο του Gripsholm, κατοικία της βασιλικής οικογένειας της Σουηδίας.
Διέθετε ψηλοτάβανη αίθουσα χορού, γυμναστήριο, κομμωτήριο και πισίνα, ενώ τα τεράστια καταστρώματα πρόσφεραν χώρο για περιπάτους και παιδιές.
Στο κεντρικό σαλόνι της πρώτης θέσης, το βλέμμα των επιβατών αιχμαλωτιζόταν από ένα επιβλητικό μαρμάρινο τζάκι. Αυτό στεκόταν εντυπωσιακά στο κέντρο του χώρου, κάτω από έναν γυάλινο θόλο, ο οποίος επέτρεπε στο φως να λούζει το σαλόνι με φυσική λαμπρότητα, προσδίδοντας μια αίσθηση διαύγειας και μεγαλείου. Πίνακες και περίτεχνα Σουηδικά βάζα κοσμούσαν κάθε γωνιά, ολοκληρώνοντας το σκηνικό με μια αύρα ανακτορικής πολυτέλειας που θύμιζε τα σαλόνια πολυτελών ξενοδοχείων.
Η συνολική ατμόσφαιρα δεν ήταν απλώς λειτουργική, αλλά αποσκοπούσε στο να προσφέρει στους επιβάτες μια μοναδική εμπειρία ταξιδιού — ένα ταξίδι όχι μόνο στον χώρο, αλλά και στην αισθητική απόλαυση και την πολιτισμική φινέτσα. Το παρθενικό του ταξίδι πραγματοποιήθηκε πανηγυρικά στις 21 Νοεμβρίου του 1925 από το Gothenrurg στην Νέα Υόρκη, από όπου απέπλευσε για το ταξίδι της επιστροφής την 9η Δεκεμβρίου.
Θα ταξίδευε για πολλά χρόνια ως επιβατηγό πλοίο στην γραμμή Gothenburg-Νέα Υόρκη, ενώ χρησιμοποιήθηκε και για κρουαζιέρες επισκεπτόμενο και τον Πειραιά, τόσο τον Φεβρουάριο του 1927 όσο και το 1934 . Επιπλέον, πάνω από 100 ταξίδια από το Gothenburg προς το Νέα Υόρκη περιλάμβαναν στάση στο Halifax του Καναδά, μεταφέροντας μετανάστες από διάφορες βόρειο-Ευρωπαϊκές χώρες στο περίφημο Pier 21 τον Καναδικό Τερματικό Σταθμό Μεταναστών.
(Κρουαζιέρα στην Μεσόγειο περιλαμβάνοντας επίσκεψη στον Πειραιά 1935)
Το Gripshom στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Τρείς μήνες μετά την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Νοέμβριο του 1939, το Gripsholm βρισκόταν στην Σουηδία. Ο Ρωσικός στρατός εισέβαλλε στην Φινλανδία και ακολούθησαν αιματηρές μάχες με αμφίρροπο αποτέλεσμα που τελικά ανάγκασε την Ρωσία να υποχωρήσει στις απαιτήσεις της και να καταλάβει μόνο την Καρελία, ένα μικρό παραθαλάσσιο τμήμα του χώρας στον νότο, που θα προστάτευε την Αγία Πετρούπολη από πιθανή Γερμανική προσβολή από την θάλασσα. Από αυτήν την περιοχή της Καρελίας πολλοί Φιλανδοί αναγκάστηκαν να μετακινηθούν ενώ ακολούθησαν και Εβραίοι πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί εκεί διαφεύγοντας από την Γερμανία, την Αυστρία και άλλες χώρες που ήλεγχαν οι Γερμανοί. Η Σουηδική κυβέρνηση, σε συνεννόηση με την Κοινωνία των Εθνών, απέστειλε το Gripsholm το οποίο παρέλαβε 618 πρόσφυγες, 200 από τους οποίους ήταν Εβραίοι, και τους μετέφερε στην Αμερική. Αυτή ήταν η πρώτη αποστολή ανθρωπιστικού χαρακτήρα του Gripsholm που θα άνοιγε ένα τεράστιας σημασίας κεφάλαιο πολιτισμού και ανθρωπιάς μέσα στην τραγική δίνη του πολέμου που ακολούθησε, προσδίδοντας στο Gripsholm τον τίτλο του “Πλοίου του Ελέους”.
Όταν οι γερμανικές πολεμικές ορδές καταλάμβαναν την Δανία και τη Νορβηγία το 1940, η Γερμανία είχε αποκλείσει την θαλάσσια προσέγγιση στην Σουηδία από τα δυτικά. Ένας μεγάλος αριθμός Σουηδικών εμπορικών σκαφών, συμπεριλαμβανομένου και του MS Gripsholm, είχε αποκλειστεί έξω από τον πορθμό της Σκαγεράκης (Skagerrak).
Με την πρωτοβουλία της Αμερικανικής Κυβέρνησης, από τον Δεκέμβριο του 1941, και με αφορμή τον βομβαρδισμό του Pearl Harbor, χρησιμοποιώντας ως ενδιάμεσο την ουδέτερη διπλωματική αντιπροσωπία της Ελβετίας στο Τόκυο, αιτήθηκε από την Αυτοκρατορική Ιαπωνία την υπογραφή συμφωνίας για την ανταλλαγή διπλωματικού προσωπικού. Για το εγχείρημα αυτό χρησιμοποιήθηκαν πλοία χαρακτηρισμένα ως “ουδέτερα” με κοινή διαβεβαίωση ασφαλείας, όμοια με την διεθνή συμφωνία που προβλεπόταν για τα πλωτά νοσοκομεία.
Επειδή η Σουηδία είχε παραμείνει ουδέτερη κατά την διάρκεια του πολέμου, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, σε συνεργασία με την Ελβετική Κυβέρνηση και τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, ναύλωσε από την εταιρεία Swedish-American Line, αρχικά το SS Drottningholm το οποίο απεδείχθη σχετικά μικρό και αντικαταστάθηκε από το MS Gripshom της ίδιας εταιρείας, για να τα χρησιμοποιήσει από το 1942 μέχρι το 1946 για μία σειρά σωστικών ταξιδιών. Είχαν βαφεί λευκά, έφεραν μεγάλες σουηδικές σημαίες και οι λέξεις DIPLOMAT SVERIGE είχαν γραφεί με τεράστια γράμματα 6 μέτρα πάνω από την ίσαλο γραμμή των σκαφών. Ο ημερήσιος ναύλος του πλοίου κατά ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ανερχόταν σε $4,000 δολάρια, ενώ το συνολικό κόστος περιλαμβάνοντας την μισθοδοσία του πληρώματος, καύσιμα, τρόφιμα και άλλα έξοδα ανέρχονταν σε $17,000 την ημέρα . Έτσι το MS Gripsholm ονομάστηκε “το Πλοίο του Ελέους” (Mercy Ship) και η ιδιοκτήτρια εταιρεία Swedish-American Line παρέδωσε ένα ομοίωμα του πλοίου στον πρόεδρο της Αμερικής Franklin D. Roosevelt, ο οποίος με την σειρά του το δώρισε στο The Mariners’ Museum στην Βιρτζίνια όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.
Αμέσως μετά την βομβαρδισμό του Pearl Harbor, ο Πρόεδρος Ρούσβελτ ενεργοποίησε τον νόμο “The Alien Enemies Act” του 1798, που του έδινε το δικαίωμα, χωρίς δικαστικές διαδικασίες να συλλαμβάνει, να κρατεί, να περιορίζει ή να απομακρύνει όσους πολίτες, κατοίκους ή υπηκόους εχθρικού έθνους θεωρούσε ότι αποτελούσαν κίνδυνο για την ασφάλεια της χώρας. Με την σειρά του, το Υπουργείο Άμυνας, τότε Υπουργείο Πολέμου με υπουργό τον Henry L. Stimson, σε συνεργασία με την Αμερικανική FBI, με αρχηγό τότε τον Edgar Hoover, συνέλαβε 1,500 Ιάπωνες και πάνω από 1,000 Γερμανούς. Ο Πρόεδρος Ρούσβελτ, εν συνεχεία, στις 19 Φεβρουαρίου του 1942 υπέγραψε την διαταγή 9066 με την οποία η κυβέρνηση ίδρυσε και διαμόρφωσε στρατόπεδα συγκέντρωσης, αρχικά το “Crystal City Alien Enemy Detention Facility”, το “Heart Mountain Relocation Center”στο Wyoming που ήταν δυναμικότητας 10,000, και εν συνεχεία άλλα 8, όπου συγκέντρωσε όσους είχαν συλληφθεί. Ο αριθμός των κρατουμένων αυξάνοντας με τον καιρό για να φτάσει τελικά τους 127,000. Οι Η.Π.Α. τους χρησιμοποίησαν για να τους ανταλλάσσουν με Αμερικανούς πολίτες και στρατιώτες που συλλάμβαναν οι κυβερνήσεις του Άξονα.
Η πρώτη επιχείρηση του Gripsholm ήταν η μεταφορά 193 Αμερικανών πολιτών που είχαν παραμείνει εγκλωβισμένοι στην Σουηδία. Το σχέδιο ολοκληρώθηκε με την άφιξή τους στην Νέα Υόρκη στις 8 Ιουνίου, 1942.
Στις 11 Ιουνίου του 1942, ξεκίνησε η πρώτη επίσημη αποστολή ανταλλαγής αιχμαλώτων με το Gripsholm με κυβερνήτη τότε τον Σουηδό Sigfrid Ericsson. Μετέφερε τον Ιάπωνα Πρέσβη στις Η.Π.Α. καθώς και άλλους Ιάπωνες διπλωματικούς υπαλλήλους στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας, όπου παρέλαβε και άλλους Ιάπωνες. Εν συνεχεία, παραπλέοντας το ακρωτήρι της Καλής Ελπίδος, αποβίβασε τους 1,096 Ιάπωνες που μετέφερε στο σημαντικό εμπορικό λιμάνι του Lourenço Marques της Πορτογαλικής Αφρικής, σημερινό Μαπούτο της Μοζαμβίκης. Πέρα από τους Ιάπωνες παρέδωσε μεγάλη ποσότητα προμηθειών που έστειλε ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός με προορισμό τους Αμερικανούς αιχμαλώτους που βρισκόντουσαν σε στρατόπεδα στην Άπω Ανατολή. Στις 23 Ιουλίου του 1942, παρέλαβε 1,554 Αμερικανούς που είχαν απελαθεί από την Ιαπωνία και τις άλλες χώρες που ήλεγχαν οι Ιάπωνες, συμπεριλαμβανομένου του Αμερικανού πρέσβη Joseph Clark Grew και άλλων 430 Αμερικάνων διπλωματών. Το Ιαπωνικό πλοίο που τους μετέφερε στην Μοζαμβίκη ήταν το Asama Maru, γνωστό για την μεταφορά αιχμαλώτων από και προς την Ιαπωνία που τορπιλίστηκε δυο χρόνια αργότερα από Αμερικανικό υποβρύχιο. Το Gripsholm έφθασε στις 10 Αυγούστου 1942 στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας όπου έγιναν δεχθεί με διάφορες θερμές εκδηλώσεις πριν αναχωρήσει για την Νέα Υόρκη. Στην Νέα Υόρκη, επιτροπή του Immigration and Naturalization Service, παρέλαβε 162 επιβάτες και τους μετέφερε στο Ellis Island για ανακρίσεις και τους απελευθέρωσε μετά από λίγες μέρες. Επίσης, ελέγχθηκαν από τελωνιακούς οι 11,000 αποσκευές που είχαν μαζί τους οι επιβάτες.
Την 1η Σεπτεμβρίου του 1943 ξεκινώντας από την Νέα Ιερσέη μετέφερε άλλους 1,513 Ιάπωνες κυρίως διπλωμάτες, εκ των οποίων 737 ήταν εκτοπισμένοι από την Λατινική Αμερική, στο λιμάνι του Mormugao, στην Πορτογαλική ακόμη Goa των Δυτικών Ινδιών. Μετέφερε επίσης 1,400 τόνους προμηθειών αξίας $1,565,000 για τους Αμερικανούς αιχμαλώτους στις Φιλιππίνες μεταξύ των οποίων βιταμίνες, φάρμακα και 4,800 φιάλες αίματος. Η διαδρομή που ακολούθησε το πλοίο ήταν μέσω Rio de Janeiro στην Βραζιλία και Montevideo στην Ουρουγουάη. Από εκεί παρέλαβε 1,516 κυρίως Αμερικανούς και Καναδούς πολίτες, πολλοί εκ των οποίων ήταν επιχειρηματίες που είχαν εγκλωβιστεί στην Ιαπωνία, την Κίνα, τις Φιλιππίνες, την Γαλλική Ινδοκίνα και την Ταϊλάνδη όταν η Ιαπωνία εισήλθε στον πόλεμο. Το πλοίο επέστρεψε στην Νέα Υόρκη την 27η Αυγούστου του 1943 με 1,270 Αμερικανούς, 120 Καναδούς, 15 Χιλιανούς καθώς και άλλους .
Το ταξίδι επαναλήφθηκε με κυβερνήτη τον Gunnar Nordenson στις μεταξύ Νέας Ιερσέης και Morpugao φθάνοντας εκεί στις 16 Οκτωβρίου του 1943 όπου αποβίβασε 1,330 Ιάπωνες κρατούμενους οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν κάτοχοι Αμερικανικής υπηκοότητας. Αυτοί επιβιβάστηκαν στο Ιαπωνικό πλοίο Teia Maru, κατέπλευσαν στην Σιγκαπούρη και την Μανίλα των Φιλιππίνων και στις 14 Νοεμβρίου 1943 αποβιβάστηκαν στην Yokohama της Ιαπωνίας. Το Gripsholm παρέλαβε στις 19 Οκτωβρίου μία μεγάλη ομάδα από 1,290 Αμερικανούς και 248 Καναδούς εκτοπισμένους, μεταξύ των οποίων και 175 παιδιά, που είχαν φθάσει στο Morpugao με το Teia Maru κάτω από άθλιες συνθήκες. 504 από αυτούς ήταν Καθολικοί και Προτεστάντες Ιεραπόστολοι με τις οικογένειές τους. Άλλοι ήταν τα πληρώματα Αμερικανικών εμπορικών πλοίων που συνελήφθησαν σε Ιαπωνικά λιμάνια τον Δεκέμβριο του 41. Όλοι τους είχαν περισυλλεγεί αμέσως μετά την επίθεση στο Pearl Harbor και ήταν κρατούμενοι σε διάφορα Ιαπωνικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξουθενωτικών καταναγκαστικών έργων στις Φιλιππίνες και την Κίνα, υπό συνθήκες που μάλλον δεν προέβλεπε η συνθήκη της Γενεύης. Σε επανειλημμένες ερωτήσεις δημοσιογράφων αρνούντο να απαντήσουν για τις συνθήκες κράτησής τους για να προστατεύσουν αυτούς που είχαν μείνει πίσω στην Άπω Ανατολή. Η επιστροφή στην Νέα Υόρκη πραγματοποιήθηκε μe μία σύντομη στάση στο Port Elizabeth της Νοτίου Αφρικής, το Rio de Janeiro και το Montevideo της Ουρουγουάης, φθάνοντας στην Νέα Ιερσέη την 1η Δεκεμβρίου του 1943. Έχει ενδιαφέρον να ειπωθεί ότι μεγάλος αριθμός από τους εκτοπισμένους Ιαπωνο-Αμερικανούς, επέστρεψε μετά τον πόλεμο στις Η.Π.Α., πολλοί από τους οποίους πολέμησαν αργότερα στον πόλεμο της Κορέας.
Στις 15 Φεβρουαρίου, 1944, μετά από κοινή συμφωνία Ουάσιγκτον και Βερολίνου, το M.S. Gripsholm απέπλευσε από την Νέα Υόρκη με προορισμό την Λισαβώνα της Πορτογαλίας μεταφέροντας 1,117 πολίτες Γερμανικής καταγωγής, 28 Γερμανούς διπλωματικούς υπαλλήλους που κρατούντο στο στρατόπεδο του Crystal City και 18 Γάλλους διπλωματικούς υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένου και παιδιών ώστε να ανταλλαχθούν με Αμερικανούς αιχμαλώτους που κρατούντο στην Γερμανία. Ήταν η πρώτη συμφωνία ανταλλαγής αιχμαλώτων μεταξύ Η.Π.Α. και Γερμανίας από την έναρξη του πολέμου. Οι περισσότεροι Γερμανοί είχαν περιοριστεί σε στρατόπεδα του Τέξας, ενώ πολλοί ήταν κάτοικοι σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, ενώ 131 ήταν Γερμανοί στρατιώτες. Επέστρεψε στην Νέα Ιερσέη στις 15 Μαρτίου του 1944 μεταφέροντας στις Η.Π.Α. 663 Αμερικανούς πολίτες, 150 από τους οποίους ήταν αξιωματικοί, διπλωμάτες και δημοσιογράφοι που υπηρετούσαν στις αρχές της Κυβέρνησης του Βισύ, καθώς και διπλωματικοί υπάλληλοι από χώρες της Νοτίου Αμερικής. Ανάμεσα στους επιβάτες βρίσκονταν και Ελληνο-Αμερικανοί οι οποίοι μίλησαν στον δημοσιογράφο της Βρετανικής εφημερίδος Hellas περιγράφοντας τις τραγικες συνθήκες των Ελλήνων υπό τον γερμανικό ζυγό.
Στις 19 Μαϊου του 1944 το Gripsholm απέπλευσε από την Βαρκελώνη με προορισμό την Νέα Υόρκη μέσω Αλγερίου επαναπατρίζοντας 1,043 Αμερικανούς και Καναδούς τραυματίες και αιχμαλώτους πολέμου από την Γερμανία. 49 από αυτούς ήταν τραυματίες στα μέτωπα της Βορείου Αφρικής και ειδικότερα του Ελ Αλαμέϊν, της Σικελίας και της Ιταλίας. Στο λιμάνι του Αλγερίου, το πλοίο επισκέφθηκαν εθιμοτυπικά ο Βρετανός στρατηγός Sir Henry Maitland Wilson, ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων της Μεσογείου υπό τον ήχο των εθνικών ύμνων της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Αμερικής και εν συνεχεία μίλησε με τους αιχμαλώτους. Το πλοίο αποχώρησε από το Αλγέρι, κατέφθασε στις 27 Μαΐου 1944 στο Belfast της Ιρλανδίας όπου αποβίβασε τους Βρετανούς και εν συνεχεία επέστρεψε στην Νέα Υόρκη.
Άλλη μία ανταλλαγή ασθενών και τραυματιών αιχμαλώτων πολέμου με τη Γερμανία πραγματοποιήθηκε στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας. Το Gripsholm απέπλευσε από την Νέα Ιερσέη στις 23 Αυγούστου του 1944 με προορισμό το Σουηδικό λιμάνι του Gothenburg, πρώτη φορά μετά από την έναρξη του Β’ ΠΠ, μεταφέροντας 2,600 Γερμανούς αιχμαλώτους και 1,200 σάκους με προμήθειες για τους Αμερικανούς αιχμαλώτους σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μαζί με το Gripsholm αιχμαλώτους μετέφεραν στο Gothenburg το Σουηδικό Drottningholm και το Βρετανικό Arundel Castle. Η σουηδική κυβέρνηση προσέφερε επίσης τη χρήση των εγκαταστάσεών της κατά την διάρκεια της ανταλλαγής. Από τις ανακρίσεις που διενήργησε το FBI με την επιστροφή των Αμερικανών αιχμαλώτων, έγινε γνωστό ότι στις περιοχές του Αμβούργου και της Βρέμης, οι κάτοικοι των περιοχών αυτών είχαν αντι-χιτλερικά αισθήματα, επευφημούσαν τους απερχόμενους Αμερικανούς και ανέμεναν σύντομα την κατάρρευση του Γ’ Ράϊχ. Στις 11 Σεπτεμβρίου ενώ βρισκόταν το πλοίο με προορισμό από το Gothenburg το Λίβερπουλ, ένα Γερμανικό ναρκαλιευτικό το σταμάτησε και το ανάγκασε να κατευθυνθεί στο Kristiansand της Νορβηγίας. Εκεί το πλοίο ελέγχθηκε διεξοδικά από Γερμανούς και αφέθηκε ελεύθερο για να συνεχίσει τον πλου του. Το πλοίο κατέπλευσε στην Νέα Υόρκη με 1,670 ασθενείς και τραυματίες Αμερικανούς στρατιώτες εκ των οποίων πάνω από 200 ήταν αξιωματικοί.
Το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α. σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολέμου και την απέστειλε το M.S. Gripsholm από την Νέα Υόρκη στην Μασσαλία της Γαλλίας την 6η Ιανουαρίου του 1945, μεταφέροντας 183 Γερμανούς αιχμαλώτους πολέμου είτε ασθενείς είτε σοβαρά τραυματισμένους, και 856 πολίτες γερμανικής καταγωγής, που κρίθηκαν επιλέξιμοι για επαναπατρισμό σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης της Γενεύης για τους αιχμαλώτους πολέμου. Συμπεριλαμβάνονταν επίσης σε αυτή την ανταλλαγή ένας αριθμός Γερμανών πολιτών που κρατούνται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ένας αριθμός από το Μεξικό που επαναπατρίζονται σε αντάλλαγμα για υπηκόους των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων κρατών της αμερικανικής ηπείρου.
Η συμφωνία προέβλεπε ότι οι επαναπατριζόμενοι από κάθε πλευρά θα παραδίδοντο στην Ελβετία μεταξύ 17 και 25 Ιανουαρίου 1945 σε δύο ξεχωριστές αποστολές ανταλλαγής. Η ελβετική κυβέρνηση είχε συμφωνήσει να χρησιμοποιήσει τις εγκαταστάσεις της για την πραγματοποίηση αυτής της ανταλλαγής και διέθεσε για το εγχείρημα αυτό 18 νοσοκομειακές αμαξοστοιχίες που θα μετέφεραν τους Γερμανούς από την Μασσαλία στο Krueuzlingen, ένα χωριό πάνω στην λίμνη της Κωστάνζας, κοντά στα Γερμανικά σύνορα όπου θα ολοκληρωνόταν η ανταλλαγή.
Το Gripsholm αναχώρησε από την Μασσαλία στις 8 Φεβρουαρίου του 1945 με επιβάτες απελευθερωμένους εβραίους από το στρατόπεδο Bergen-Belsen και 650 Αμερικανούς και Καναδούς ασθενείς, τραυματίες και αιχμαλώτους πολέμου, καθώς και άλλους 548 Αμερικανούς πολίτες και τους συγγενείς τους που παρέμεναν μόνιμα στην Ευρώπη. Το πλοίο έφθασε στις 30 Φεβρουαρίου του 1945.που τους υποδέχθηκε το πλήρωμα με σαμπάνια και πλούσια εδέσματα. Κατέπλευσε στο Αλγέρι και από κει στην Νέα Υόρκη.
Οι ηρωικοί τραυματίες μεταφέρθηκαν στο γενικό νοσοκομείο του Holloran στο State Island για θεραπεία. 140 από αυτούς τιμήθηκαν με μετάλλια ανδρείας. Η συμφωνία είχε γίνει τον Οκτώβριο του 1944 βάση του άρθρου 69 της Συνθήκης της Γενεύης, με μεσολαβητή την Ελβετική κυβέρνηση και αφορούσε την ανταλλαγή 2,212 Αμερικανών και Βρετανών αιχμαλώτων με 4,892 Γερμανούς αιχμαλώτους στην Ελβετία.
Η συνεχώς αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ Αμερικανών και Ιαπώνων, καθώς και ο τορπιλισμός και η βύθιση του Ιαπωνικού πλωτού νοσοκομείου Awa Maru από το Αμερικανικό υποβρύχιο USS Queenfish, την 1 Απριλίου του 1945, έδωσε τέλος στις διαπραγματεύσεις για ανταλλαγή περισσότερων αιχμαλώτων με την Ιαπωνία, με αποτέλεσμα σχεδόν 8,000 Αμερικανοί, δέσμιοι των Ιαπώνων, να μην επιστρέψουν στις Η.Π.Α. πριν το τέλος του πολέμου.
Η Αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε τότε να στείλει το Gripsholm στην Ινδία για να παραλάβει Αμερικανούς και Καναδούς ιεραπόστολους από την Ινδία. Η ζέστη θα ήταν ανυπόφορη και το Σουηδικό πλήρωμα σχεδόν στασίασε από την εξέλιξη αυτή, αλλά τελικά το πλοίο έφθασε στο Πορτ Σαϊτ της Αιγύπτου, διέσχισε το κανάλι του Σουέζ, την Ερυθρά Θάλασσα και τελικά έφθασε στην Βομβάη των Ινδιών στις 30 Ιουνίου του 1945. Αφού παρέλαβε 700 περίπου Αμερικανούς και Καναδούς ιεραπόστολους με τις οικογένειές τους που υπηρετούσαν στην Δυτική Κίνα, είχαν περάσει από τα περάσματα των Ιμαλαίων και για μήνες παρέμεναν στην Βομβάη για να επιστρέψουν στην Αμερική. 70 επιβάτες ήταν Ινδοί, 174 ήταν Κινέζοι φοιτητές και υπήρχαν μερικοί Ιρανοί και Ιρακινοί καθώς και 250 παιδιά. Απέπλευσε στις 5 Ιουλίου, αντιμετώπισε δύσκολο καιρό μέχρι το Άντεν και εισήλθε στην Ερυθρά Θάλασσα. Το πλοίο παρέμεινε για 24 ώρες στο Πορτ Σαϊτ και εν συνεχεία απέπλευσε για τον Πειραιά.
Το Gripsholm επέστρεψε στην Νέα Υόρκη στις 2 Αυγούστου του 1945.
Στις 27 Φεβρουαρίου 1946, απέπλευσε για μία ακόμη φορά με προορισμό το Cobh της Ιρλανδίας, το Plymouth της Βρετανίας, την Havre της Γαλλίας με καθαρά εμπορική δραστηριότητα υπό την United States Lines, επέστρεψε όμως στην Αμερική μεταφέροντας περίπου 1,500 Αμερικανούς που είχαν παραμείνει στην Ευρώπη κατά την διάρκεια του πολέμου υπό την προστασία του Ερυθρού Σταυρού.
Στις 14 Μαΐου του 1946 το Gripsholm αναχώρησε από το Gothenburg με 784 επιβάτες, πρόσφυγες διαφόρων εθνοτήτων με προορισμό την Νέα Υόρκη με ενδιάμεσο σταθμό το Liverpool της Αγγλίας από όπου παρέλαβε ακόμη εξακόσιους περίπου επιβάτες. Οι 208 ήταν Αμερικανοί πολίτες, και οι υπόλοιποι ήταν Βρετανοί στρατιωτικοί, προσωπικό της U.N.R.A. των Ηνωμένων Εθνών καθώς και εκπρόσωποι του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Απέπλευσε για το Gothenbug την 1η Ιουνίου 1946 με 1,600 επιβάτες.
Με την άφιξη κάθε φορά Αμερικανών από στρατόπεδα στην Άπω Ανατολή, αλλά και την Γερμανία, το FBI απαγόρευε στους επιβάτες να μιλούν ή να δίνουν συνεντεύξεις για τις εμπειρίες τους τόσο στα στρατόπεδα που βρέθηκαν, όσο και στα καράβια που τους έφερναν στα λιμάνια ανταλλαγής. Ο λόγος ήταν να αποσιωπηθούν οι λεπτομέρειες για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης για να αποφύγουν τυχόν αντιδράσεις ή κλιμάκωση του μίσους ενάντια στους Ιάπωνες και τους Γερμανούς. Ο φόβος τους βασιζόταν στο ότι η δημοσιοποίησή τους θα είχε ως πιθανό αποτέλεσμα την ολοκληρωτική ακύρωση του προγράμματος ανταλλαγών. Επιπλέον, ο φόβος για παρείσφρηση κατασκόπων ή δολιοφθορέων ανάγκαζε τις Αμερικανικές αρχές να ελέγχουν εξονυχιστικά τους επιβάτες με μακράς διάρκειας ανακρίσεις, ενώ ελέγχονταν διεξοδικά οι καταστάσεις των επιβατών που λάμβαναν από την άλλη πλευρά πριν γίνουν αποδεκτοί για την ανταλλαγή. Η όλη αυτή γραφειοκρατία καθυστερούσε για μήνες μέχρι οι δύο πλευρές να συμφωνήσουν στην τελική λίστα των επιβαινόντων. Είναι πάντως βέβαιο ότι ο επαναπατρισμός των Αμερικανών, με κάθε ταξίδι, λάμβανε τεράστιες διαστάσεις στον τύπο και γέμιζε ικανοποίηση τα πλήθη που είχαν συγγενείς στρατιώτες στα διάφορα πεδία των μαχών ανά τον κόσμο. Γέμισε με την ελπίδα τους Αμερικανούς, που δεν είχαν πληροφορίες για τους συγγενείς τους στρατιώτες, ότι κάποια στιγμή θα έλθει και η σειρά τους να υποδεχθούν τους δικούς τους.
Και ενώ το MS Gripsholm επανάφερε πάνω από 27,000 άτομα και το SS Drottningholm άλλα 18,160 άτομα στα τέσσερα χρόνια της επιχείρησης αυτής με τεράστιο αντίκτυπο στο εθνικό φρόνιμα, ο αριθμός αυτός ήταν ελάχιστος αν συγκριθεί με τους 1,65εκ. αιχμαλώτους σε στρατόπεδα των Ναζί στην Ευρώπη και άλλους 126,000 στην Άπω Ανατολή. Τραγικός ήταν και ο απολογισμός των θανάτων σε αυτά τα στρατόπεδα αφού το 40% των κρατουμένων δεν επέζησαν.
Όσο για το Gripsholm, η ιδιοκτήτρια εταιρεία Swedish-American, το πούλησε στον Norddeutscher Lloyd, που με την σειρά του το ονόμασε “Berlin”. Τελικά πουλήθηκε ως scrap στην Spezia της Ιταλίας το 1966.
Το Gripsholm τιμήθηκε από την Αμερικανική Κυβέρνηση Truman μετά το πέρας των επιχειρήσεων με επίσημη επιστολή του Υπουργού των Εξωτερικών James Francis Byrnes στις 27 Μαρτίου του 1946. Όλα τα μέλη του Σουηδικού πληρώματος παρασημοφορήθηκαν με το μετάλλιο της Νίκης.























































