Γράφει ο Δημήτρης Μπαλόπουλος
Αθήνα 18 Ιανουαρίου 1918
Η 18η Ιανουαρίου 1918 (π.η) ήταν μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα για την Αθήνα. Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην Φαρμακευτική Σχολή, η αίθουσα που παραδίδει μαθήματα ο καθηγητής Αναστάσιος Δαμβέργης, μια πληθωρική και πολύ σημαντική μορφή της ακαδημαϊκής και όχι μόνο ζωής της χώρας είναι γεμάτη από φοιτητές. Αυτό δεν αποτελούσε είδηση, γιατί σχεδόν πάντα ο Δαμβέργης είχε τον τρόπο να κερδίζει τους φοιτητές του και να ξεπερνά τις παραδοσιακές μορφές παράδοσης, έχοντας σταθερά ένα μεγάλο ακροατήριο.
Είχε από νωρίς μαθευτεί ότι ο καθηγητής θα μιλούσε σήμερα για ένα νεαρό φαρμακοποιό που λίγα χρόνια πριν είχε αποφοιτήσει από την Φαρμακευτική. Το όνομα του ήταν Σπυρίδων Χάμπας.
Ο Δαμβέργης ανέβηκε στην έδρα και εκφώνησε όχι μια τυπική νεκρολογία αλλά ένα συγκινητικό επικήδειο λόγο για ένα Ναυτικό Αεροπόρο που λίγες μέρες πριν είχε χάσει τη ζωή του. Στην παγωμένη αίθουσα όλοι οι φοιτητές παρακολουθούσαν στα μάτια τον καθηγητή τους, ο οποίος εξήρε τον ηρωικό θάνατο του Σπυρίδωνος Χάμπα που σκοτώθηκε λίγες μέρες πριν κατά τη διάρκεια αεροπορικής επιδρομής, όταν το αεροπλάνο του καταρρίφθηκε από εχθρικά (γερμανικά) πυρά, υπηρετώντας στο Ναυτικό Αεροπορικό Σώμα.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Δαμβέργης, μεταξύ των άλλων, είπε:
[..] Αν η επιστήμη πενθή διά την απώλειαν ευέλπιδος μύστου, η των πάντων προϊσταμένη Πατρίς αγαλλιά υπερήφανος διά την απόκτησιν ενός έτι ήρωος. Και η αγαλλίασις δέον να καταυγάζη πρώτιστα τας όψεις ημών των συναδέλφων του, ών την χορείαν εγκατέλειψεν, ίνα τελέση το υπέρτατον των καθηκόντων….
Ο φαρμακοποιός Σπύρος Χάμπας αριστεύσας εν τη Σχολή ημών και επί τριετίαν όλην ως βοηθός του Φαρμακευτικού Χημείου εργασθείς, κατατάχθη επιτυχών πρώτος εις διαγωνισμόν εν τω Πολεμικώ Ναυτικώ ως ανθυποφαρμακοποιός. Η γενναία του όμως ψυχή οργώσα προς ενεργωτέραν δράσιν εν τη υπηρεσία της Πατρίδος, ανεύρε ταύτην εν τη πάλη προς άλλα στοιχεία και καταταχθείς εν τώ αεροπορικώ σώματι ως ανθυποπλοίαρχος, διεκρίθη κατ’ επανάληψιν εν αυτώ και εν τέλει κατά τον βομβαρδισμόν του «Γκαίμπεν» άνωθεν του Ναγαρά, του αιματοβαφούς τούτου προπυλαίου της ονειρευτής μας Πόλεως, εύρε τον τιμιώτερον και ενδοξώτερον των θανάτων.
Η ιστορία θα πλέξη τον αρμόζοντα αυτώ στέφανον μελετώσα τα ανδραγάθημά του, αλλ’ από τούδε μνημονεύει, ότι κατέπληξε τους συναγωνιστάς του η ορμή, μεθ’ ής έσπευσεν αντιμέτωπος προς τον θάνατον, όπως εκ του πλησίον σώμα πρός σώμα κεραυνοβολήση το εχθρικόν σκάφος διά των ελληνικών οβίδων. Ο Άγγλος Ναύαρχος ανήγγειλε τηλεγραφικώς τον θάνατόν του προς τον Υπουργόν των Ναυτικών μας, μετά βαθείας συμπαθείας εξαίρων τον ηρωισμόν του και ο Υπουργός και Δαφνοστεφής Ναύαρχός μας Κουντουριώτης διεβίβασε την ευγνωμοσύνην της Πατρίδος προς την οικογένειαν αυτού.
Ημείς δε αναρτώντες εν τη αιθούση ταύτη της διδασκαλίας της Φαρμακευτικής Χημείας μεταξύ των εικόνων των αειμνήστων καθηγητών και πρωταθλητών της φαρμακευτικής επιστήμης την εικόναν του Σπύρου Χάμπα, θα τηρήσωμεν αιωνίαν την μνήμην του θυσιασθέντος υπέρ των εθνικών ιδεωδών συναδέλφου[..].
Πράγματι ο Δαμβέργης ανήρτησε την φωτογραφία του Σπυρίδωνα Χάμπα στην αίθουσα της Φαρμακευτικής Χημείας.
Καζαβήτι 7 Ιανουαρίου 1918 (ν.η)
Στο βορειοδυτικό άκρο της Θάσου από τον Μάϊο του 1916 είχε διαμορφωθεί ένα κατάλληλο πεδίο από-προσγείωσης για τα αεροπλάνα και υδατοδρόμιο για τα συμμαχικά (Entente) υδροπλάνα.
Ξημερώματα της 20ης Ιανουαρίου 1918 (ν.η.) ή 7/1/1918 (π.η) στους συμμαχικούς σταθμούς ασυρμάτου κι ανάμεσά τους στο Καζαβήτι, κατέφθασε το σήμα «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΓΚΑΙΜΠΕΝ», που σηματοδοτούσε την έναρξη συνδυασμένων επιχειρήσεων από Ναυτικό και Αεροπορία εναντίον των γερμανικών πολεμικών πλοίων Γκαίμπεν και Μπρεσλάου που είχαν εξέλθει από τον τουρκικό ναύσταθμο του Ναγαρά στο Αιγαίο.
Γκαίμπεν και Μπρεσλάου
Το θωρηκτό Γκαίμπεν καθελκύστηκε στο Αμβούργο στις 28/3/1911 και μαζι με το αδελφό του πλοίο Μόλτκε ήταν τα μεγαλύτερα σκάφη επιφανείας του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού. Όταν αποφασίστηκε από τη Γερμανία η ίδρυση μιας ναυτικής μοίρας στη Μεσόγειο με τον τίτλο «Mittelmeerdivision» το θωρηκτό Γκαίμπεν και το ελαφρύ καταδρομικό Μπρεσλάου (που είχε ως αποστολή να συνοδεύει το Γκαίμπεν), εντάχθηκαν στη συγκεκριμένη μοίρα.
Τα δύο αυτά πλοία εισήλθαν με περιπετειώδη τρόπο στα Δαρδανέλια τον Αύγουστο του 1914 και ενσωματώθηκαν στον τουρκικό στόλο λαμβάνοντας τα ονόματα Γιαβούζ Σουλτάν Σελήμ και Μιντιλί αντίστοιχα, διατηρώντας τη γερμανική διοίκηση και τα πληρώματά τους, παραμένοντας ενταγμένα στον σχεδιασμό του γερμανικού επιτελείου. Στις 11/11/1914 τα προσχήματα περί ουδετερότητας έλαβαν τέλος καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Entente.
Τον Δεκέμβριο του 1917 οι Μπολσεβίκοι του Λένιν υπογράφουν ανακωχή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία που επισημοποιείται τρεις μήνες αργότερα στις 3/3/1918 με τη Συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόφσκ. Ο ναυτικός πόλεμος στον Εύξεινο Πόντο και ο δρόμος για την έξοδο στο Αιγαίο είναι πια ανοιχτός και ως εκ τούτου τα Γκαίμπεν και Μπρεσλάου ήταν πλέον έτοιμα να αναλάβουν δράση. Στόχος ήταν μια αιφνιδιαστική επίθεση στις βρετανικές κανονιοφόρους που περιπολούσαν στην Ίμβρο και στη συνέχεια ο Μούδρος στη Λήμνο.
Τα Γκαίμπεν και Μπρεσλάου βγήκαν από τα Στενά τα ξημερώματα της 20ης Ιανουαρίου 1918 και πιάνοντας στον ύπνο τους Συμμάχους ολοκλήρωσαν μια επιτυχή επίθεση στην Ίμβρο κατευθυνόμενα στη συνέχεια νότια προς τη Λήμνο.
Η λήψη από τον ασύρματο του κωδικού μηνύματος «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΓΚΑΙΜΠΕΝ» ενεργοποίησε τις συμμαχικές αρχές που στις 08:35 έδωσαν την εντολή στους αεροπόρους για άμεση εμπλοκή με τον εχθρό.
Πάνω από το Αιγαίο
Ενώ τα Γκαίμπεν και Μπρεσλάου, με προπορευόμενο το δεύτερο, έπλεαν προς τη Λήμνο, κάνουν την εμφάνισή τους οκτώ έως δέκα συμμαχικά αεροπλάνα. Τα πυρά των δύο πλοίων δεν μπορούν να πλήξουν τα αεροπλάνα που πετούν σε ασφαλές ύψος. Τα δύο πλοία προσπαθώντας να αποφύγουν τις βόμβες των συμμαχικών αεροπλάνων παρασύρονται και εισέρχονται σε ναρκοπέδιο. Στις 08:45 το Μπρεσλάου χτυπά σε νάρκη μένοντας ακυβέρνητο, γενόμενο στόχος των συμμαχικών βομβαρδιστικών. Το Γκαίμπεν βάλλοντας και βαλλόμενο προσπαθεί να ρυμουλκήσει το Μπρελάου, το οποίο χτυπά σε άλλη νάρκη και μετά από λίγο σε άλλη.
Ήταν 09:11 το πρωί όταν το Μπρεσλάου θυθίστηκε αφήνοντας μετά από οκτώ χρόνια μόνο του το Γκαίμπεν που χτυπημένο κι αυτό σε νάρκες κατευθύνεται βορειοανατολικά για να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη με την συνοδεία τουρκικών πλοίων, καταδιωκόμενο από τα συμμαχικά αεροπλάνα στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και ελληνικά, τα οποία θα έδιναν την χαριστική βολή στο λαβωμένο θωρηκτό.
Στην αεροπορική εποποιία που ακολούθησε ένας Έλληνας πιλότος, ο Αριστείδης Μωραϊτίνης, έγραψε τη δική του προσωπική ιστορία, πρωταγωνιστώντας στις αερομαχίες που ακολούθησαν, καταρρίπτοντας τρία γερμανικά αεροπλάνα.
Το Γκαίμπεν εν τω μεταξύ είχε κολλήσει στη λάσπη του Ναγαρά και πάνω από αυτό μαίνονταν οι αερομαχίες. Στις 23/1/1918 το απόγευμα ήταν προγραμματισμένη να εκτελεστεί άλλη μια αποστολή βομβαρδισμού και ο Σπύρος Χάμπας δήλωσε έτοιμος να συμμετάσχει σ’ αυτήν με ένα ξεπερασμένου τύπου μονοθέσιο «Σοπουιθ Μπόμπερ», γεγονός που καθιστούσε και μόνο τη συμμετοχή τους ως λίαν επικίνδυνη.
Ο διοικητής της ελληνικής μοίρας Αριστείδης Μωραϊτίνης αντιδρά, όπως και οι υπόλοιποι χειριστές που θέλουν να πετάξουν. Ο Μωραϊτίνης διατάσσει το Χάμπα να γράψει σε χαρτάκια όλα τα ονόματα των πιλότων ακόμη και το δικό του και όποιο όνομα θα τραβούσε ο Χάμπας, αυτός θα πετούσε. Το χαρτάκι που επέλεξε έγραφε: Σπύρος Χάμπας. Κανείς δεν σκέφτηκε να ρίξει μια ματιά και στα υπόλοιπα χαρτάκια που όλα έγραφαν «Σπύρος Χάμπας»!
Η επιστροφή και η πρώτη εκδοχή
Όταν ο σχηματισμός των συμμαχικών βομβαρδιστικών επέστρεψε στο Μούδρο, ένα αεροπλάνο έλειπε. Ήταν του Σπύρου Χάμπα. Η βρετανική εκδοχή ήταν ότι το αεροπλάνο του Έλληνα πιλότου έπεσε φλεγόμενο στη θάλασσα των Δαρδανελλίων χτυπημένο από τα τουρκικά επάκτια πυροβολεία και ο πιλότος δεν είχε διασωθεί. Η εκδοχή αυτή περιλαμβάνεται στην αναφορά των Βρετανών προς τον Υπουργό Ναυτικών Παύλο Κουντουριώτη και στην αντίστοιχη επιστολή του Έλληνα Ναυάρχου που γνωστοποίησε την απώλεια του Ναυτικού Αεροπόρου στην οικογένειά του.
Ο ερματισμένος φάκελος
Λίγες μέρες αργότερα ένας ερματισμένος φάκελος (ένα σιδερένιο κουτί που χρησιμοποιούσαν οι πιλότοι για να ρίχνουν γραπτά μηνύματα) ρίχτηκε από ένα γερμανικό αεροπλάνο στο αεροδρόμιο της Ίμβρου, στον οποίο αναφέρεται ο θάνατος του Χάμπα και η ταφή του (με στρατιωτικές τιμές) στο Τσανάκαλε.
Σύμφωνα με τουρκικές ανακοινώσεις το αεροπλάνο του Χάμπα κατερρίφθη από τον Γερμανό Υπολοχαγό Μάϊνεκε (Emil Meinecke )1
Ο Έμιλ Μάινεκε εντάχθηκε στην γερμανική στρατιωτική αεροπορία όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος το 1914. Όταν κατατάχθηκε στις 20 Αυγούστου 1914, δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει τις απαιτήσεις για το Διεθνές Πιστοποιητικό Πτήσης, αλλά είχε μαζί του μια συστατική επιστολή για εκπαίδευση πιλότων από τον Jatho. Στις 25 Ιουλίου 1915, ο Μάινεκε απέκτησε τα προσόντα για το Πιστοποιητικό Στρατιωτικού Πιλότου. Στη συνέχεια, τοποθετήθηκε στην Αεροπορική Πεδία Γιοχάνισταλ στο Βερολίνο ως εκπαιδευτής πτήσεων.
Ο Μάινεκε τοποθετήθηκε για την εκπαίδευση Τούρκων δόκιμων αεροπορίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την 1η Οκτωβρίου 1915. Στη συνέχεια, τον Απρίλιο του 1916, τοποθετήθηκε στην 6η Πτέρυγα Αεροπορίας στο Σαν Στέφανο ως πιλότος μαχητικού. Σημείωσε έξι επιβεβαιωμένες νίκες σε ένα χρόνο και δύο ημέρες, ξεκινώντας με την κατάρριψη ενός BE2c του Βασιλικού Εργοστασίου Αεροσκαφών με το μονοπλάνο Fokker Eindekker στις 27 Ιανουαρίου 1917. Η εναέρια αντίσταση στη μικτή γερμανοτουρκική μονάδα προήλθε από τις Ελληνικές Πολεμικές Αεροπορικές Υπηρεσίες και τη Βασιλική Ναυτική Αεροπορία.
Ήταν το πέμπτο αεροπλάνο που κατέρριπτε ο Μάϊνεκε. Ο Χάμπας κατάφερε και πήδηξε από το φλεγόμενο αεροπλάνο του από ύψος 2.000 μ. αλλά ήταν αδύνατον να διασωθεί. Το πτώμα του ανασύρθηκε από το προσωπικό της Βάσης του Τσανάκαλε. Ανάμεσα στα ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα ήταν και μια φωτογραφία που έδειχνε δύο αξιωματικούς μπροστά σ’ ένα «Σόπουιθ Στράτερ». Ήταν η τελευταία φωτογραφία του Χάμπα που την είχε τραβήξει ο Παναγιώτου λίγο προν πετάξει από το Καζαβήτι στον Μούδρο.
Αυτή την φωτογραφία την κράτησε στο λεύκωμά του ο Μαϊνεκε σημειώνοντας με σταυρό ποιος ήταν ο πιλότος.
Τσανάκαλε
Ο Σπύρος Χάμπας ενταφιάστηκε με στρατιωτικές τιμές στο Νεκροταφείο του Βρετανικού Προξενείου στο Τσανάκαλε της Τουρκίας, λίγο έξω από την Τροία. Ο ιστορικός Κώστας Λαγός ανακάλυψε τον τάφο ανάμεσα σε 91 συνολικά μνήματα το 2011. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η ταφή του έγινε χωριστά από τους υπόλοιπους βρετανούς μαχητές, γιατί πίστευαν ότι κάποιος θα ερχόταν να παραλάβει τα οστά του αεροπόρου. Έτσι μετά από έναν αιώνα μετά, ο Σπύρος Χάμπας παραμένει ενταφιασμένος σε τουρκικό έδαφος.
Το τέλος του Γκαίμπεν
Μετά την καταστροφική εμπειρία του 1918 το Γκαίμπεν παρέμεινε για πολλά χρόνια ανενεργό στην Κωνσταντινούπολη και επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία το 1930 ως ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου συμμετέχοντας σε εθιμοτυπικές εκδηλώσεις. Το 1950 παροπλίστηκε και τελικά στα μέσα της δεκαετίας του 1970 πήρε το δρόμο για το διαλυτήριο.
Επίλογος
Ο Σπυρίδων Χάμπας γεννήθηκε το 1893 στο Ξηροχώρι της Εύβοιας. Κατά τη διάρκεια του «Μεγάλου Πολέμου» κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό, αρχικά ως Ανθυποφαρμακοποιός, επέλεξε όμως να εκπαιδευτεί ως χειριστής αεροπόρος, μετατάχθηκε στο Ναυτικό Αεροπορικό Σώμα και το 1917 τοποθετήθηκε στη Ναυτική Αεροπορική Βάση της Θάσου. Με τον βαθμό του έφεδρου Σημαιοφόρου αεροπόρου ανέπτυξε πολεμική δράση όταν από τη βάση του Μούδρου συμμετέχοντας στην επιχείρηση του βομβαρδισμού του «Γκαίμπεν». Ο 25χρονος Ναυτικός Αεροπόρος υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές ελληνικές προσωπικότητες που έδρασαν κατά τον Α’ Π.Π στο πλευρό της Entente.
Η Δημόσια Μνήμη
Η ελληνική ναυτική ιστοριογραφία δεν βρήκε χώρο για να εντάξει τον Χάμπα και τους άλλους Ναυτικούς Αεροπόρους εκεί που πραγματικά τους άξιζε. Τα γεγονότα του Α΄ Π.Π είχαν χαθεί για την Ελλάδα στη δίνη του Εθνικού Διχασμού και στην τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αντίθετα οι σύμμαχοι αναγνώρισαν την προσφορά τους και τους τίμησαν.
Μία φωτογραφία του αναρτήθηκε με πρωτοβουλία ενός πατριώτη καθηγητή στην αίθουσα φαρμακευτικής Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών και αυτό είναι αποτύπωμα της Δημόσιας Μνήμης. Πολλά χρόνια αργότερα το Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών προχώρησε σε ονοματοδοσία μιας πτέρυγας στο όνομα του Σπύρου Χάμπα.
Κι όμως η Ναυτική Αεροπορία δεν ήταν μια παρένθεση στη Ναυτική μας Ιστορία και οι Ναυτικοί Αεροπόροι δεν ήταν μόνο κάποιοι ρομαντικοί και τολμηροί νέοι. Ήταν ένα μεγάλο και ιστορικό γεγονός που πλέον το ανακαλύπτουμε όλο και περισσότερο, το οποίο επίμονα και δικαιωματικά ζητά να πάρει τη θέση του στη συλλογική μνήμη.
Πηγές
Φωτεινή Καραμαλούδη, «Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΔΑΜΒΕΡΓΗΣ (1857-1920). Η ιστορική οικογένεια των αγωνιστών και των φαρμακοποιών Δαμβέργη», Αθήνα, 2019.
Ιωάννης Παλούμπης, Από τα πελάγη στους αιθέρες…Το χρονικό της Ναυτικής Αεροπορίας 1913 – 1941, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, 2009
Παντελής Βατάκης, Κωνσταντίνος Λαγός, 1918 Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Η μάχη των ελληνικών φτερών, Ψυχογιός, Αθήνα, 2025























































