Αναδημοσιεύουμε με την άδεια της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού δύο κείμενα από το επετειακό τεύχος του περιοδικού "Ναυτική Επιθεώρηση", που ήταν αφιερωμένο στον Ναύαρχο Νίκο Παππά (τ. 584, Μάρτιος - Μάϊος 2013).
H Oμάδα Σύνταξης
Απόσπασμα από το άρθρο του Κ. Γκορτζή με τίτλο “40 Χρόνια από την «Ανταρσία του Α/Τ ΒΕΛΟΣ» και 40 ημέρες από το θάνατο του Ναύαρχου Ν. Παππά”
… Η 17η Σεπτεμβρίου 1967 βρίσκει τον Παππά Πλωτάρχη, Κυβερνήτη στο Αντιτορπιλικό «Λέων».
Το μότορσιπ «Στρατονίκη», μεταφέροντας φορτίο βωξίτη από το Στρατώνι Χαλκιδικής, λίγες ώρες μετά τον απόπλου του από το λιμάνι της Ιερισσού, πέφτει σε σφοδρή κακοκαιρία (βαρβάτος γραιγολεβάντες) και, λόγω μετατόπισης του φορτίου του, βυθίζεται δίπλα στις βραχώδεις ακτές του Αγίου Όρους. Στην περιοχή του Στρυμονικού Κόλπου διεξάγεται άσκηση του Πολεμικού Ναυτικού.
Ο Διοικητής της Μοίρας των πλοίων, επιβαίνων στο τότε στο Αντιτορπιλικό «Βέλος», Πλοίαρχος Κ. Μαργαρίτης, σπεύδει με το πλοίο του και άλλο ένα αντιτορπιλικό στην περιοχή του ναυαγίου. Παρά τις
πολύωρες προσπάθειες, τα δύο πλοία αδυνατούν να περισυλλέξουν τους ναυαγούς, είτε αυτούς που ήταν στη θάλασσα κοντά στα βράχια, είτε αυτούς που τα κύματα είχαν σπρώξει πάνω σ’ αυτά.
Και τότε προσεγγίζει το Αντιτορπιλικό «Λέων» με Κυβερνήτη τον Παππά. Μανουβράρει το καράβι κόντρα στα βράχια, πετάει σχοινιά και τους μαζεύει έναν έναν τραβώντας τους πρώτα στη
θάλασσα και μετά πάνω στο πλοίο. Κατεβάζει την τετράκωπη βάρκα του πλοίου με λέμβαρχο ένα Σημαιοφόρο, τον Γιώργο Καλλιγιάνη –αλήθεια, πόσοι Κυβερνήτες θα έδειχναν τέτοια εμπιστοσύνη σε τόσο νεαρό αξιωματικό και στο πλήρωμά του;– μέσα στην αντάρα τεράστιων κυμάτων, μαζί με τον Υποκελευστή Μηχανικό Οικονομάκη και τον
Ναύτη Σηματωρό Χαρίτο για να μαζέψουν αυτούς που ήταν στο νερό.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της πάλης με τα κύματα για να σώσει τους ναυαγούς, στο μεγάφωνο του ασυρμάτου στη Γέφυρα ακούγεται συνεχώς, με αγωνία η φωνή του Διοικητή των πλοίων που ανησυχούσε βλέποντας το «Λέων» «κολλημένο» σχεδόν στην απόκρημνη Αγιορείτικη ακτή. «Αναφέρατε απόσταση από την ακτή, αναφέρατε απόσταση από την ακτή». Τη δέκατη φορά προσθέτει την παρατήρηση «πλέετε επικινδύνως» οπότε ο Παππάς αρπάζει το μικρόφωνο, λέει κοφτά «Απόσταση ασφαλής. Στη Γέφυρα βρίσκεται ο Πλωτάρχης Παππάς, πτυχιούχος της Σχολής Ναυτιλίας του Αγγλικού Ναυτικού» και το ξηλώνει από τη βάση του…
Ο Διοικητής των πλοίων, μετέπειτα Αρχηγός ΓΕΝ, σίγησε. Και σίγησε και κατά τη θητεία του ως Αρχηγός βάζοντας στο αρχείο τις επανειλημμένες επιστολές του Πλοιάρχου του «Στρατονίκη» Λουκά Βλαβιανού που περιέγραφε τη δραματική διάσωση, του ίδιου και των περισσότερων αντρών του πληρώματός του, από την πρωτόγνωρη γι’ αυτόν ναυτικότητα και αυτοθυσία του πληρώματος του «Λέων» ζητώντας την παρασημοφόρησή τους. Κάτι που έγινε εφικτό μόνο μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας…
Η καθυστέρηση δεν οφειλόταν μόνο στο επαγγελματικό σύμπλεγμα απέναντι σ’ αυτόν που κατάφερε ό,τι δεν κατάφεραν οι άλλοι. «Σιγά τα λάχανα», διηγείται πολύ αργότερα ο Παππάς, «μια ανάποδα έκανα, ορτσάριζε η πρύμη στον καιρό και το κρατούσα με την πλώρη στα βράχια. Κατέβασα και τη βάρκα με τον Καλιγγιάννη και τους άλλους που τους είχα τσεκαρισμένους στη θάλασσα και τους μαζέψαμε. Δεν μπορώ να ξεχάσω, όμως, έναν από τους ναυαγούς που άφησε το σχοινί και πνίγηκε, ο ναύτης του εμπορικού Χαλκιάς, δίπλα στο πλοίο, γαμώ το».
Ήταν και το ότι τρεις μήνες μετά, όταν ο Στόλος σύσσωμος απέπλευσε για να στηρίξει την κίνηση του Βασιλιά κατά της χούντας, το «Λέων» ήταν το πρώτο πλοίο που έφυγε και κυρίως, το τελευταίο που γύρισε στον Ναύσταθμο…
Διήγηση του ναυαγού του M/S ΣΤΡΑΤΟΝΙΚΗ Κωνσταντίνου Κυριακού για τη διάσωσή του από το Α/Τ ΛΕΩΝ
Ονομάζομαι Κυριακού Κωνσταντίνος.
Γνώρισα τον αείμνηστο ναύαρχο Νικόλαο Παππά τον Σεπτέμβριο του 1967. Ήμουν πλήρωμα στο M/S «Στρατονίκη». Μεταφέραμε σιδηρομετάλλευμα από Στρατώνι Χαλκιδικής για Θεσσαλονίκη. Τα ταξίδια αυτά ήταν ρουτίνας, μέχρι το μοιραίο βράδυ της 9ης Σεπτεμβρίου όπου είχαμε επιδείνωση του καιρού 8-9 μποφόρ και λόγω κακής στοιβασίας το πλοίο δεν άντεξε.
Στις 21.50 πήρε κλίση αριστερά και στις 22.00 αναγκαστήκαμε να το εγκαταλείψουμε, εγώ έπεσα στη θάλασσα με το σωσίβιό μου. Είχαμε σκορπισθεί και ο καθένας προσπαθούσε να σώσει τον εαυτό του. Πρέπει να ήμασταν 3-4 μίλια ανοιχτά από τη Μονή Βατοπεδίου, ήταν πολύ σκοτεινά και δεν ήξερα από ποιο σημείο ήταν η στεριά. Το κύμα ήταν μεγάλο, ίσα που κρατιόμουνα πότε ψηλά και πότε με σκέπαζε εντελώς, η αγωνία και ο φόβος μεγάλος.
Σε τέσσερις ώρες περίπου είδα πλοία από μακριά με προβολείς να μας ψάχνουν. Άκουσα μια φωνή κοντά μου « Άγιε Νικόλαε σώσε μας» έλεγε. Πήγα κοντά… Ήταν ένας συνάδελφος που κρατιότανε από ένα ξύλινο κιβώτιο, κρατήθηκα και εγώ του είπα μη φοβάσαι είδα φώτα από πλοία μας ψάχνουν. Οι ώρες περνούσαν και τα πλοία είχαν φύγει. Η αγωνία και ο φόβος ξαναγύρισαν, παρακαλούσα και εγώ τον προστάτη μας, τον Άγιο Νικόλαο. Ο χρόνος είχε σταματήσει, πηγαίναμε όπου μας πήγαινε το κύμα και τα ρεύμα.
Άρχισε να ξημερώνει και διακρινόταν η στεριά. Στα δεξιά είδα ένα κάβο και στο βάθος μπροστά μας τα μοναστήρια. Όταν ξημέρωσε καλά ενώ η κακοκαιρία συνεχιζόταν, πήρα την απόφαση να κολυμπήσω προς τα μοναστήρια για να ζητήσω βοήθεια.
Απομακρύνθηκα από το συνάδελφό μου προσπαθώντας να πλησιάσω την ακτή. Είχα εξαντληθεί εντελώς, δεν με άφηνε και το κύμα, τότε στο βάθος διέκρινα ένα πολεμικό πλοίο να έρχεται προς το μέρος μας, πήρα κουράγιο και γύρισα προς το πλοίο μας. Ζύγωσε στα 100 μέτρα περίπου αλλά λόγω της θαλασσοταραχής το πλοίο δεν μπορούσε να κατεβάσει βάρκες. Ήρθε κοντά μου, είδα το πλήρωμα με κουλούρες σωσίβια με τα σχοινιά τα οποία αρχίσανε να τα πετάνε προς το μέρος μου, η αγωνία μεγάλη. Το πλοίο ήταν το «Λέων», με κυβερνήτη τον τότε πλωτάρχη Νικόλαο Παππά. Μετά από ελιγμούς και μανούβρες κατάφερα να γαντζωθώ από μία κουλούρα. Αυτό ήταν, είχα σωθεί.
Το πλήρωμα με τράβηξε στο κατάστρωμα. Ο συνάδελφός μου βλέποντας το πλοίο να προσπαθεί να σώσει εμένα, άφησε το κιβώτιο και προσπάθησε να έρθει κοντά στο πλοίο. Δεν άντεξε, πνίγηκε λίγα μέτρα από το πλοίο. Μετά από τις πρώτες βοήθειες από το γιατρό του πλοίου, είχα συνέλθει και με είχαν ντύσει με στολή του Ναυτικού. Ήρθε ο κυβερνήτης να με δει στο καρέ των αξιωματικών. Εκεί δεν θα ξεχάσω το βλέμμα του που με κοίταξε και το χέρι του με ακούμπησε στην πλάτη και μου είπε: «Εσύ είσαι νεαρός. Έχεις υπηρετήσει;». Του είπα ότι σε 4 μήνες παρουσιάζομαι στο Ναυτικό. Τότε μου έδωσε μία κάρτα και μου είπε μόλις παρουσιασθείς, να έρθεις να με βρεις.
Από τότε μέχρι σήμερα αυτός ο άνθρωπος είναι ο σωτήρας μου. Ο ήρωας ναύαρχος Νικόλαος Παππάς κρατάει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Σήμερα είμαι πατέρας και παππούς, το οφείλω σε εκείνον, ο θεός να αναπαύσει την ψυχή του και να είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στο «Λέων» μιλώντας με το πλήρωμα όλοι είχαν κάτι να πουν για τον υπέροχο αυτόν άνθρωπο
τον κυβερνήτη τους. Συγκεκριμένα έναν από τους ναυαγούς το κύμα τον είχε ρίξει πάνω σε μια ξέρα κοντά στην στεριά και ήταν δύσκολη η
διάσωσή του. Τότε ο Αρχηγός Στόλου που ήταν κοντά με άλλο πλοίο είπε στον Παππά «μην πλησιάσεις εκεί είναι επικίνδυνα» και του απάντησε ο Παππάς: «Θα σώσω το ναυαγό, είμαι καθηγητής ναυτιλίας δεν είμαι τσοπάνης». Πλησίασε με πρύμνη σιγά – σιγά, έριξε το σχοινί με το κανονάκι, τον τράβηξε στην θάλασσα και τον πήρε επάνω στο πλοίο. Ο ναυαγός λεγόταν Παναγιώτης Σικάτος. Τέλος, όταν πνίγηκε ο συνάδελφός μου ενώ σώζανε εμένα, ο Παππάς έκλαιγε γιατί δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.
Κυριακού Κωνσταντίνος,
Μαραθόκαμπος Σάμου

























































