Έρευνα-Κείμενο : Ηρακλής Καλογεράκης
- Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας και το πρόβλημα της ναυτικής ισχύος
Από τα πρώτα στάδια της Ελληνικής Επανάστασης, η σημασία της ναυτικής ισχύος υπήρξε καθοριστική. Η επιβίωση του Αγώνα, η διατήρηση των θαλάσσιων επικοινωνιών, ο εφοδιασμός των επαναστατημένων περιοχών και η παρεμπόδιση των οθωμανικών μεταφορών εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από τις δυνατότητες του ελληνικού στόλου. Ωστόσο, ο στόλος αυτός βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά σε εμπορικά πλοία, προσαρμοσμένα πρόχειρα σε πολεμική χρήση, με περιορισμένο οπλισμό και μικρή αντοχή σε παρατεταμένες επιχειρήσεις.
Ήδη από το 1822–1823, η ανάγκη απόκτησης βαρέων πολεμικών πλοίων, ικανών να αντιμετωπίσουν τα οθωμανικά θωρηκτά και τις αιγυπτιακές μοίρες, είχε καταστεί εμφανής. Η ιδέα της ναυπήγησης φρεγατών δεν προέκυψε ως πολυτέλεια, αλλά ως απόπειρα στρατηγικής εξισορρόπησης σε έναν πόλεμο όπου η θάλασσα αποτελούσε κρίσιμο πεδίο αντιπαράθεσης.
Η ναυπήγηση ελληνικών φρεγατών στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τα έτη 1824–1826 αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και αποκαλυπτικά επεισόδια της Ελληνικής Επανάστασης. Το εγχείρημα δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως υπόθεση κακοδιαχείρισης ή οικονομικού σκανδάλου. Αντιθέτως, συνιστά συνειδητή πολιτικο-στρατηγική απόπειρα ενός επαναστατικού μορφώματος να αποκτήσει χαρακτηριστικά κρατικής υπόστασης, βαριά ναυτική ισχύ και διεθνή αναγνώριση, υπό συνθήκες πολέμου, θεσμικής ανεπάρκειας και οξυμένων εσωτερικών αντιπαραθέσεων.
Η επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών ως τόπου ναυπήγησης δεν υπήρξε τυχαία ούτε αποκλειστικά αποτέλεσμα ανάγκης. Αντανακλούσε την επιδίωξη της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να υπερβεί τους περιορισμούς της ευρωπαϊκής διπλωματικής ουδετερότητας, αξιοποιώντας ένα τεχνολογικά προηγμένο, αλλά πολιτικά λιγότερο δεσμευμένο, ναυπηγικό περιβάλλον. Παράλληλα, η απόφαση αυτή προϋπέθετε την ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων, τα οποία θεωρητικά εξασφάλιζαν τα βρετανικά δάνεια του Αγώνα.
- Το διεθνές πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο των αρχών της δεκαετίας του 1820
Η ελληνική επαναστατική διοίκηση λειτούργησε σε ένα εξαιρετικά δυσμενές διεθνές περιβάλλον. Οι Μεγάλες Δυνάμεις διατηρούσαν επίσημα στάση ουδετερότητας, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνωριζόταν ως νόμιμη κυρίαρχη δύναμη. Παράλληλα, η διεθνής αγορά πολεμικού υλικού λειτουργούσε αυστηρά με εμπορικούς όρους, χωρίς πολιτικές εγγυήσεις υπέρ ενός επαναστατικού κινήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο φιλελληνισμός, αν και υπαρκτός, εκδηλωνόταν κυρίως σε επίπεδο κοινωνιών και ιδιωτικών κύκλων και λιγότερο ως κρατική πολιτική. Οι ελληνικές αντιπροσωπείες στο εξωτερικό αναγκάστηκαν να κινηθούν μέσα σε ένα σύνθετο πλέγμα πολιτικών περιορισμών, εμπορικών συμφερόντων και νομικών αβεβαιοτήτων.
- Τα ελληνικά δάνεια του Λονδίνου και οι προσδοκίες τους
Η απόφαση για την παραγγελία φρεγατών κατέστη δυνατή μόνο μετά τη σύναψη των βρετανικών δανείων του 1824 και 1825. Η σύναψη των δανείων αυτών, αποτέλεσε σημείο καμπής για τη χρηματοδότηση του Αγώνα. Τα δάνεια αυτά παρουσιάστηκαν ως το μέσο που θα επέτρεπε στην Ελλάδα να αποκτήσει σύγχρονο στρατό και στόλο, να εδραιώσει διεθνώς την υπόστασή της και να μεταβεί από την επαναστατική αυτοσχέδια οργάνωση σε κρατική δομή.
Από τα ονομαστικά ποσά των δανείων, μόνον ένα μικρό μέρος έφθασε πραγματικά στην Ελλάδα. Σημαντικά κονδύλια απορροφήθηκαν από προμήθειες, τόκους, μεσιτείες, προκαταβολικές κρατήσεις και αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις, ενώ η κατανομή των πόρων έγινε χωρίς ενιαίο στρατηγικό σχεδιασμό. Παρά ταύτα, στην Αγγλία και Ελλάδα καλλιεργήθηκε ένα κλίμα υπεραισιοδοξίας, σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα διέθετε επαρκή κεφάλαια για φιλόδοξα εξοπλιστικά προγράμματα.
Η ψευδαίσθηση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Αντί για μια σταδιακή ενίσχυση του υπάρχοντος στόλου, η ελληνική ηγεσία επέλεξε την απόκτηση βαρέων φρεγατών, επιδιώκοντας όχι μόνο στρατιωτικό πλεονέκτημα, αλλά και ισχυρό συμβολικό μήνυμα διεθνούς κρατικής υπόστασης.
- Η ευρωπαϊκή αδυναμία και η στροφή προς τις Ηνωμένες Πολιτείες
Η Ευρώπη αποτέλεσε την πρώτη φυσική επιλογή για την προμήθεια πολεμικών πλοίων. Στην πράξη, όμως, η αγορά βαρέων φρεγατών από ευρωπαϊκά ναυπηγεία αποδείχθηκε ανέφικτη. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, παρά το φιλελληνικό ρεύμα που αναπτυσσόταν στην κοινή γνώμη, τηρούσαν επίσημη πολιτική ουδετερότητας έναντι της Επανάστασης. Η επιλογή της Ευρώπης αποδείχθηκε προβληματική λόγω πολιτικών πιέσεων και περιορισμών εξαγωγής πολεμικού υλικού. Η ναυπήγηση ή πώληση ισχυρών πολεμικών πλοίων προς τους Έλληνες θα συνιστούσε ευθεία παραβίαση αυτής της στάσης και θα προκαλούσε σοβαρές διπλωματικές αντιδράσεις από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Αντιθέτως, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέφεραν ένα ιδιότυπο πλεονέκτημα. Η πολιτική ουδετερότητα των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την απουσία άμεσων γεωπολιτικών δεσμεύσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, δημιουργούσε περιθώριο δράσης. Οι ΗΠΑ προσέφεραν ένα περιβάλλον μεγαλύτερης εμπορικής ελευθερίας, ισχυρή ναυπηγική τεχνογνωσία και ανεπτυγμένη αγορά πολεμικών πλοίων.
Κατά τη δεκαετία του 1820, η Νέα Υόρκη είχε αναδειχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα ναυπηγικά κέντρα των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα ιδιωτικά της ναυπηγεία, σε αντίθεση με τα κρατικά ναυπηγεία της Βοστώνης ή της Φιλαδέλφειας, λειτουργούσαν με έντονα εμπορικά κριτήρια, εξυπηρετώντας κυρίως ταχύπλοα εμπορικά πλοία, μεγάλα φορτηγά σκάφη και φρεγάτες κατόπιν παραγγελίας για ξένες κυβερνήσεις ή ιδιώτες.
Η αμερικανική ναυπηγική βιομηχανία είχε ήδη αποκτήσει διεθνή φήμη για την ποιότητα, την ταχύτητα των πλοίων της και την ευελιξία. Τα σχέδια μπορούσαν να τροποποιηθούν, να ενισχυθούν ή να «μεγαλώσουν» ανάλογα με τις επιθυμίες – ή τα οικονομικά συμφέροντα – του πελάτη. Αυτή ακριβώς η ευελιξία, σε συνδυασμό με την απουσία ελληνικής τεχνικής εποπτείας, θα αποδεικνυόταν καταστροφική για το ελληνικό πρόγραμμα.
Για την ελληνική πλευρά, οι ΗΠΑ φάνταζαν ως χώρος όπου μπορούσε να επιτευχθεί η ναυπήγηση βαρέων φρεγατών χωρίς άμεση πολιτική εμπλοκή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων
Παράλληλα, η φιλελληνική διάθεση που επικρατούσε σε τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας – ιδίως στη Νέα Υόρκη και τη Βοστώνη – ενίσχυε την πεποίθηση ότι οι ελληνικές παραγγελίες θα αντιμετωπίζονταν ευνοϊκά.
Η επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών ως τόπου ναυπήγησης των ελληνικών φρεγατών οδήγησε στη σύναψη συμβάσεων με ιδιωτικούς ναυπηγικούς οίκους της Νέας Υόρκης. Οι συμβάσεις αυτές υπεγράφησαν σε περιβάλλον έντονης χρονικής πίεσης και με περιορισμένη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου από την ελληνική πλευρά. Οι όροι τους προέβλεπαν την κατασκευή δύο βαρέων φρεγατών, σύμφωνα με τις πλέον σύγχρονες προδιαγραφές της αμερικανικής ναυπηγικής, με ορισμένο βασικό κόστος και γενικές αναφορές στον εξοπλισμό και τον χρόνο παράδοσης. Ωστόσο, ήδη από τη διατύπωσή τους, οι συμβάσεις άφηναν σημαντικά περιθώρια ερμηνείας. Δεν υπήρχε σαφής διάκριση μεταξύ κόστους ναυπήγησης και κόστους εξοπλισμού, ούτε λεπτομερής καθορισμός των τεχνικών χαρακτηριστικών που θα περιλαμβάνονταν στο συμφωνηθέν τίμημα. Αυτή η ασάφεια αποδείχθηκε καθοριστική για την εξέλιξη του προγράμματος.
Όπως επισημαίνει ο Howard I. Chapelle, τα αμερικανικά ναυπηγεία της δεκαετίας του 1820 είχαν ήδη κατασκευάσει ορισμένες από τις πλέον επιτυχημένες φρεγάτες του Αμερικανικού Ναυτικού, συνδυάζοντας ισχυρό οπλισμό, ταχύτητα και αντοχή. Η επιλογή των ΗΠΑ, επομένως, δεν ήταν μόνο πολιτικά αναγκαστική αλλά και τεχνολογικά ορθολογική.
- Η αρχική σύλληψη του προγράμματος φρεγατών
Σύμφωνα με την αλληλογραφία του Δεκεμβρίου 1824, η αρχική ελληνική απαίτηση αφορούσε την κατασκευή δύο φρεγατών 44–48 πυροβόλων, εκτοπίσματος περίπου 1.000–1.500 τόνων, με συνολικό κόστος της τάξεως των 250.000 δολαρίων (περίπου 100.000 λιρών) και χρόνο παράδοσης τεσσάρων έως έξι μηνών. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε ρεαλιστική και συμβατή με τις οικονομικές δυνατότητες που, εσφαλμένα, πίστευε η ελληνική πλευρά ότι διέθετε.
Με βάση αυτές τις παραδοχές, τον Απρίλιο του 1825 ανατέθηκε η ναυπήγηση δύο φρεγατών σε διαφορετικά ναυπηγεία της Νέας Υόρκης: η μία στον οίκο Βαγιάρδ και η άλλη στον οίκο Χάουλανδ. Ωστόσο, η ανάθεση αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς την υπογραφή σαφών και δεσμευτικών συμβολαίων, χωρίς ακριβείς τεχνικές προδιαγραφές και χωρίς μηχανισμό επίβλεψης. Εδώ εντοπίζεται και το πρώτο θεμελιώδες στρατηγικό και διοικητικό σφάλμα: ο στόχος της απόκτησης βαριάς ναυτικής ισχύος δεν συνοδεύτηκε από θεσμική και τεχνική υποδομή ικανή να τον υλοποιήσει.
- Η ανάθεση της εποπτείας και το πρόβλημα της τεχνικής ανεπάρκειας
Η ελληνική πλευρά, αναγνωρίζοντας θεωρητικά την ανάγκη εποπτείας του προγράμματος ναυπήγησης στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανέθεσε την επίβλεψη των εργασιών σε Γάλλο αξιωματικό του στρατού, τον στρατηγό Λαλλεμάνδ. Η επιλογή αυτή δεν βασίστηκε σε ναυπηγική ή ναυτική επάρκεια, αλλά σε πολιτικά και προσωπικά κριτήρια, καθώς θεωρήθηκε ότι ένας φιλέλληνας Ευρωπαίος αξιωματικός θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντιπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης.
Στην πράξη, όμως, η επιλογή αυτή αποδείχθηκε λανθασμένη. Ο Λαλλεμάνδ στερείτο παντελώς γνώσεων ναυτικών και ναυπηγικών ζητημάτων, αδυνατώντας να ασκήσει ουσιαστικό έλεγχο τόσο επί των τεχνικών επιλογών όσο και επί των οικονομικών απαιτήσεων των αναδόχων. Για την υποβοήθηση του έργου του, μίσθωσε με εξαιρετικά υψηλή αμοιβή – 10.000 τάληρα για εξάμηνη επιστασία – τον πλοίαρχο του Αμερικανικού Ναυτικού Οκόλκοτ Τζάνσον, ο οποίος δεν επελέγη λόγω καταλληλότητας, αλλά λόγω οικογενειακών διασυνδέσεων, καθώς ήταν αδελφός του Ισαάκ Τζάνσον, διευθυντή του ναυστάθμου.
Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός σχήματος εποπτείας τυπικού και όχι ουσιαστικού, το οποίο άφηνε πλήρη διακριτική ευχέρεια στους εμπορικούς οίκους και στα ναυπηγεία ως προς τον σχεδιασμό, το μέγεθος, τα υλικά και το κόστος των πλοίων.
- Οι εμπορικοί οίκοι Λε Ρουά Βαγιάρδ και Χάουλανδ: ρόλος και κίνητρα
Η παραγγελία των ελληνικών φρεγατών δεν ανατέθηκε απευθείας στα ναυπηγεία, αλλά μέσω της διαμεσολάβησης δύο ισχυρών εμπορικών οίκων της Νέας Υόρκης: του οίκου Le Roy, Bayard & Co. και του οίκου G. G. & S. Howland & Co. Οι οίκοι αυτοί δεν λειτουργούσαν απλώς ως εργολάβοι. Χρηματοδοτούσαν μέρος της ναυπήγησης, επέβλεπαν τις εργασίες και αμείβονταν μέσω προμηθειών, τόκων και μεσιτειών.
Όπως σημειώνει ο William St. Clair, το σύστημα αυτό δημιούργησε δομική σύγκρουση συμφερόντων. Όσο μεγαλύτερο και ακριβότερο καθίστατο το πλοίο, τόσο υψηλότερα ήταν τα κέρδη των μεσαζόντων. Η ελληνική πλευρά, στερούμενη τεχνικής και νομικής αντιπροσώπευσης εξοικειωμένης με το αγγλοαμερικανικό εμπορικό δίκαιο, παρέδωσε ουσιαστικά τον έλεγχο του προγράμματος στους ίδιους τους αναδόχους.Αρχή φόρμας
- Τα ναυπηγεία και οι εμπλεκόμενοι εμπορικοί οίκοι
Οι συμβάσεις που υπογράφηκαν με τα αμερικανικά ναυπηγεία – το ναυπηγείο Berg για τη φρεγάτα «Ελπίς» και το ναυπηγείο Smith & Dimon για τη «Σωτήρ» – χαρακτηρίζονταν από σοβαρές ασάφειες. Δεν υπήρχαν σαφείς τεχνικές προδιαγραφές, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα, ρήτρες κόστους ή μηχανισμοί ελέγχου των υπερβάσεων. Επιπλέον, τα ναυπηγεία εισέπραξαν σημαντικά ποσά προκαταβολικά, ενώ καταβλήθηκαν και υψηλά ενοίκια για τη χρήση των εγκαταστάσεων, χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις ολοκλήρωσης.
Τα ναυπηγεία που ανέλαβαν την κατασκευή των φρεγατών ανήκαν σε επιχειρηματικά σχήματα με ισχυρή παρουσία στην αμερικανική ναυπηγική αγορά. Οι οίκοι αυτοί διέθεταν εμπειρία στην κατασκευή πολεμικών πλοίων τόσο για το αμερικανικό ναυτικό όσο και για ξένους πελάτες. Παράλληλα, λειτουργούσαν πρωτίστως με κριτήρια εμπορικού κέρδους και όχι πολιτικής ή ιδεολογικής συμπάθειας προς την ελληνική υπόθεση.
Η απουσία θεσμικού πλαισίου και συμβατικής αυστηρότητας δεν ήταν συγκυριακή. Αντανακλούσε τη γενικότερη κατάσταση της ελληνικής επαναστατικής διοίκησης, η οποία στερούνταν εμπειρίας στη διαχείριση σύνθετων διεθνών εξοπλιστικών προγραμμάτων και βασιζόταν περισσότερο σε προσωπικές σχέσεις και προσδοκίες παρά σε τυποποιημένες διαδικασίες. Ήδη από τα πρώτα στάδια, οι συμβάσεις παρουσίαζαν ασάφειες ως προς το τελικό κόστος, τον εξοπλισμό, τον χρόνο παράδοσης και τις ευθύνες των εμπλεκομένων μερών.
Η ελληνική πλευρά βρέθηκε έτσι αντιμέτωπη με οργανωμένους και νομικά θωρακισμένους εμπορικούς μηχανισμούς, ενώ στερούνταν αντίστοιχης τεχνικής και νομικής υποστήριξης. Οι Έλληνες αντιπρόσωποι εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από τις πληροφορίες που τους παρείχαν οι ίδιοι οι κατασκευαστές, γεγονός που περιόριζε δραστικά τη διαπραγματευτική τους ισχύ ενώ υπό την πίεση χρόνου και προσδοκιών, αυτοί αποδέχθηκαν όρους, που αργότερα αποδείχθηκαν επιζήμιοι.
- Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των φρεγατών και οι προσδοκίες
Οι φρεγάτες σχεδιάστηκαν ως πλοία υψηλών επιδόσεων, με ισχυρό πυροβολικό, αυξημένη ταχύτητα και αντοχή για υπερπόντιες επιχειρήσεις. Στα χαρτιά, επρόκειτο για πλοία ικανά να μεταβάλουν τις ισορροπίες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η επιλογή αυτού του τύπου πλοίου αντανακλούσε την επιθυμία της ελληνικής διοίκησης να αποκτήσει όχι απλώς αριθμητική ενίσχυση, αλλά ποιοτικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, η απόφαση αυτή συνεπαγόταν και σημαντικό κόστος, τόσο οικονομικό όσο και οργανωτικό. Οι απαιτήσεις σε εξοπλισμό, πλήρωμα και συντήρηση υπερέβαιναν κατά πολύ τις δυνατότητες ενός επαναστατικού στόλου που βασιζόταν μέχρι τότε σε ελαφρά πλοία.
- Η απουσία αποτελεσματικού ελέγχου και η μετάβαση από τις φρεγάτες των 44 πυροβόλων στις «υπερφρεγάτες»
Η έλλειψη τεχνικών επιθεωρητών και ανεξάρτητων οικονομικών ελεγκτών από ελληνικής πλευράς αποτέλεσε κρίσιμο μειονέκτημα. Δεν υπήρχε μηχανισμός επαλήθευσης των απαιτήσεων των ναυπηγείων ούτε δυνατότητα επιβολής κυρώσεων για καθυστερήσεις ή υπερβάσεις.
Αυτή η αδυναμία ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση των κατασκευαστών, οι οποίοι μπορούσαν να διαμορφώνουν τους όρους του παιχνιδιού. Η σχέση μεταξύ ελληνικών αντιπροσώπων και ναυπηγείων μετατράπηκε σταδιακά σε σχέση εξάρτησης, με την ελληνική πλευρά να ακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις καθορίζει.
Χωρίς επίσημη έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης και εν πολλοίς εν αγνοία της, το αρχικό σχέδιο των φρεγατών 44–48 πυροβόλων μεταβλήθηκε σταδιακά. Τα πλοία άρχισαν να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται ως φρεγάτες 64 πυροβόλων, σημαντικά μεγαλύτερες και βαρύτερες από τις αρχικώς προβλεπόμενες.
Η μετατροπή αυτή δεν υπαγορεύθηκε από στρατηγική ανάγκη της ελληνικής πλευράς, αλλά από τη λογική των αναδόχων. Μεγαλύτερα πλοία σήμαιναν περισσότερα υλικά, περισσότερη εργασία, μεγαλύτερη διάρκεια ναυπήγησης και, τελικώς, υψηλότερα κέρδη για τους εμπορικούς οίκους και τα ναυπηγεία. Η ελληνική αντιπροσωπεία, αδυνατώντας να αξιολογήσει τις τεχνικές και οικονομικές συνέπειες, αποδέχθηκε de facto την εκτροπή αυτή.
Έτσι, η αρχική απαίτηση για δύο σχετικά ελαφρές και ταχέως παραδοτέες φρεγάτες μετατράπηκε σε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο και δαπανηρό πρόγραμμα «υπερφρεγατών», χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη χρηματοδότησης.
- Εκρηκτική αύξηση κόστους και απώλεια ελέγχου
Η συνέπεια της μεταβολής του σχεδιασμού ήταν η εκρηκτική αύξηση του κόστους. Οι αρχικές εκτιμήσεις για το κόστος των φρεγατών αποδείχθηκαν εντελώς ανεπαρκείς, ενώ οι ναυπηγοί και οι εμπορικοί οίκοι, προέβαλαν πρόσθετες απαιτήσεις, επικαλούμενοι αυξήσεις τιμών υλικών, τεχνικές τροποποιήσεις και συμπληρωματικές εργασίες, που –κατά τους ίδιους– δεν περιλαμβάνονταν στις αρχικές συμφωνίες.
Η ελληνική πλευρά, δεσμευμένη ήδη από τις προκαταβολές και χωρίς εναλλακτική λύση, αναγκάστηκε να αποδεχθεί μεγάλο μέρος αυτών των απαιτήσεων. Το κόστος των φρεγατών διογκώθηκε σε βαθμό που άρχισε να απορροφά δυσανάλογο μέρος των διαθέσιμων κεφαλαίων των δανείων, ενώ δεν υπήρχε αποτελεσματικός μηχανισμός ελέγχου από την ελληνική πλευρά.
Παράλληλα, το χρονοδιάγραμμα κατέρρευσε. Οι φρεγάτες που υποτίθεται ότι θα είχαν παραδοθεί εντός μηνών παρέμεναν ημιτελείς, δεμένες στα ναυπηγεία, χωρίς σαφή προοπτική ολοκλήρωσης. Η ελληνική πλευρά είχε πλέον χάσει κάθε ουσιαστικό έλεγχο επί του προγράμματος, ενώ τα διαθέσιμα κεφάλαια από τα βρετανικά δάνεια εξαντλούνταν ταχύτατα.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν απλώς οικονομικό πρόβλημα, αλλά άγγιζε τον πυρήνα της στρατηγικής αξιοπιστίας του εγχειρήματος. Κάθε καθυστέρηση και κάθε νέα απαίτηση μείωνε την πιθανότητα έγκαιρης παράδοσης και ενίσχυε την εξάρτηση της Ελλάδας από τους ξένους προμηθευτές. Το πρόβλημα δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα λανθασμένων προσώπων. Ήταν δομικό: απουσία συμβολαίων με σαφείς τεχνικούς όρους, έλλειψη ανεξάρτητης τεχνικής επίβλεψης, σύγκρουση συμφερόντων των εμπορικών οίκων και πολιτική αδυναμία ελέγχου από το Λονδίνο και το Ναύπλιο.
- Η κρίσιμη καμπή: ο κίνδυνος απώλειας και των δύο φρεγατών
Στις αρχές του 1826, η κατάσταση είχε φτάσει στο όριο. Και τα δύο πλοία βρίσκονταν υπό ναυπήγηση, αλλά κανένα δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς νέα κεφάλαια. Τα ναυπηγεία και οι χρηματοδότες διακήρυτταν πλέον ανοιχτά ότι, ελλείψει πληρωμών, θα προχωρούσαν στην πώληση των πλοίων σε τρίτους.
Σε αυτό το σημείο, η αποτυχία του προγράμματος θα είχε συνέπειες πολύ ευρύτερες από την απώλεια χρημάτων. Θα σήμαινε διεθνή διασυρμό, απώλεια αξιοπιστίας των ελληνικών δανείων και σοβαρό πλήγμα στο φιλελληνικό κίνημα. Η ανάγκη για ριζική λύση ήταν πλέον επιτακτική. Παρά ταύτα, η πολιτική και συμβολική σημασία του εγχειρήματος διατηρούσε την υποστήριξή του. Η προσδοκία ότι η απόκτηση φρεγατών θα ενίσχυε καθοριστικά τη θέση της Ελλάδας στον Αγώνα λειτουργούσε ως βασικό επιχείρημα υπέρ της συνέχισης του προγράμματος, ακόμη και όταν οι δυσκολίες πλήθαιναν.
- Η επιλογή της πώλησης της μίας φρεγάτας ως στρατηγική υποχώρηση
Καθώς οι δαπάνες αυξάνονταν, τα διαθέσιμα κεφάλαια μειώνονταν και μπροστά στον άμεσο κίνδυνο απώλειας και των δύο φρεγατών, άρχισε στις αρχές του 1826 να διαμορφώνεται η ιδέα της πώλησης της μίας φρεγάτας. Η σκέψη αυτή ήταν μια λύση ανάγκης και ήταν μια στρατηγική υποχώρηση προκειμένου να εξασφαλιστούν οι πόροι για την ολοκλήρωση και παραλαβή της άλλης.
Η επιλογή αυτή δεν υπαγορεύθηκε από οικονομική σκοπιμότητα, αλλά από ανάγκη επιβίωσης του προγράμματος. Η πώληση ενός πλοίου σε τρίτο – και ιδίως σε κρατικό φορέα – αποτελούσε τον μοναδικό τρόπο για να αποτραπεί η πλήρης κατάρρευση και να διασωθεί τουλάχιστον ένα πολεμικό σκάφος για την Ελλάδα.
- Η εμπλοκή του Αμερικανικού Ναυτικού και η αγορά της φρεγάτας
Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στην πώληση της μίας φρεγάτας στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Αμερικανικό Ναυτικό, αναγνωρίζοντας την ποιότητα της κατασκευής και τις επιχειρησιακές δυνατότητες του πλοίου, συμφώνησε στην αγορά του, εντάσσοντάς το τελικά στον στόλο του ως USS Hudson (πρώην Liberator).
Η συναλλαγή αυτή υπήρξε καθοριστική. Αφενός, παρείχε την αναγκαία ρευστότητα για την εξόφληση μέρους των οφειλών προς τα ναυπηγεία και τους εμπορικούς οίκους. Αφετέρου, απέτρεψε τον διεθνή διασυρμό της ελληνικής υπόθεσης, καθώς η πώληση σε κρατικό φορέα παρείχε ένα είδος πολιτικής κάλυψης στο όλο εγχείρημα.
Ωστόσο, η τιμή πώλησης υπολείφθηκε σημαντικά των συνολικών δαπανών που είχαν πραγματοποιηθεί, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η επιλογή αυτή αποτέλεσε λύση ανάγκης και όχι οικονομικά επωφελή συμφωνία για την Ελλάδα.
- Η επιδείνωση των οικονομικών διαφορών και η προσφυγή στη διαιτησία
Παρά την πώληση της μίας φρεγάτας, οι οικονομικές διαφορές μεταξύ της ελληνικής πλευράς και των αναδόχων όχι μόνο δεν επιλύθηκαν, αλλά οξύνθηκαν. Οι εμπορικοί οίκοι και τα ναυπηγεία προέβαλαν νέες απαιτήσεις, επικαλούμενοι πρόσθετες εργασίες, τόκους και αποζημιώσεις καθυστέρησης.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος προσέφυγε σε στη λύση της δεσμευτικής διαιτησίας ενώπιον των δικαστικών αρχών της Νέας Υόρκης, επιδιώκοντας να επιβληθεί ένας στοιχειώδης έλεγχος επί των αξιώσεων των εμπλεκόμενων εμπορικών οίκων.
Η προσφυγή αυτή δεν ήταν επιλογή στρατηγικής, αλλά έσχατο μέτρο για την αποφυγή της πλήρους κατάσχεσης και την άρση των νομικών εμποδίων που κρατούσαν το εναπομείναν πλοίο δεμένο στο λιμάνι.
- Τα αιτήματα της ελληνικής πλευράς
Η ελληνική αντιπροσωπεία προσήλθε στη διαιτησία με συγκεκριμένα αιτήματα, τα οποία αποσκοπούσαν στη διαλεύκανση και τον περιορισμό των οικονομικών απαιτήσεων των κατασκευαστών. Βασικοί στόχοι ήταν:
- ο ακριβής απολογισμός των πραγματικών εξόδων ναυπήγησης,
- ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ κόστους κατασκευής και κόστους εξοπλισμού,
- ο περιορισμός των αυθαίρετων και μεταγενέστερων αξιώσεων των εμπόρων,
- η αποτροπή πλήρους απώλειας των ήδη καταβληθέντων κεφαλαίων.
Η ελληνική πλευρά επεδίωξε να παρουσιάσει το ζήτημα όχι μόνο ως εμπορική διαφορά, αλλά ως περίπτωση παραπλανητικής συμπεριφοράς εκ μέρους των κατασκευαστών.
- Η απόφαση της 3ης Αυγούστου 1826, ο περιορισμός της ζημίας και το πραγματικό της περιεχόμενο
Η διαιτητική απόφαση της 3ης Αυγούστου 1826 αποτέλεσε σημείο καμπής στο πρόγραμμα. Η διαιτησία απέφυγε να καταδικάσει τη πρακτική των κατασκευαστών, τους αναγνώρισε υπερβολές στις απαιτήσεις και τις περιόρισε, χωρίς όμως να αποδώσει ουσιαστική δικαιοσύνη στην ελληνική πλευρά.
Σύμφωνα με την απόφαση, το συνολικό ποσό για την κατασκευή της φρεγάτας προσδιορίστηκε με ακρίβεια, ενώ αναγνωρίστηκαν επιπλέον κονδύλια για εξαρτισμό και εφόδια. Παράλληλα, οι αρχικές απαιτήσεις των κατασκευαστών περιορίστηκαν δραστικά, χωρίς όμως να αναγνωριστεί ρητά η παραπλάνηση των Ελλήνων αντιπροσώπων. Η απόφαση υπήρξε, επομένως, ένας συμβιβασμός: περιόρισε τις πιο ακραίες αξιώσεις, αλλά δεν παρείχε στην Ελλάδα την πλήρη ηθική και νομική δικαίωση που επιζητούσε.
Η διαιτητική απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Σύγχρονες πηγές, αλλά και μεταγενέστερες ιστοριογραφικές αναλύσεις, υπογράμμισαν την ασυμμετρία της κρίσης. Ειδική μνεία έγινε στη σύγκριση της τιμής αντίστοιχων πλοίων που είχαν πωληθεί σε άλλους αγοραστές σε πολύ χαμηλότερο κόστος, γεγονός που ενίσχυε την άποψη περί δυσανάλογης επιβάρυνσης της Ελλάδας.
Χαρακτηριστική υπήρξε η αγόρευση του δικηγόρου της ελληνικής πλευράς, Henry D. Sedgwick, ο οποίος απευθυνόμενος στον πρόεδρο του δικαστηρίου Jonas Pratt φέρεται να δήλωσε ότι η απόφαση έπληττε τόσο την Ελλάδα όσο και το κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Η δήλωση αυτή συμπύκνωνε την αίσθηση αδικίας που επικράτησε στην ελληνική πλευρά.
Η απόφαση αυτή, αν και άδικη, επέτρεψε την αποδέσμευση του πλοίου και την προετοιμασία του για απόπλου. Υπό αυτή την έννοια, λειτούργησε ως μηχανισμός περιορισμού της ζημίας και όχι ως πράξη απονομής δικαιοσύνης.
- Η ανάγκη εγγύησης και το ζήτημα των «600.000 ταλήρων»
Παρά τη διαιτητική απόφαση, η ολοκλήρωση της διαδικασίας και ο απόπλους του πλοίου προσέκρουσαν σε νέο εμπόδιο: την απαίτηση παροχής χρηματικής εγγύησης για την αποδέσμευση της φρεγάτας. Στη μεταγενέστερη βιβλιογραφία εμφανίζεται συχνά το ποσό των «600.000 ταλήρων», χωρίς όμως σαφή τεκμηρίωση ως προς τη νομική του βάση.
Η ιστοριογραφική έρευνα δείχνει ότι δεν επρόκειτο για ενιαίο και τυπικά καθορισμένο ποσό, αλλά για συνδυασμό εγγυήσεων και οικονομικών δεσμεύσεων που αποτυπώθηκαν μεταγενέστερα με απλουστευτικό τρόπο. Η χρήση του όρου «τάληρα» αντανακλά περισσότερο μεταγενέστερη νομισματική αναγωγή παρά ακριβή σύγχρονη αποτύπωση των απαιτήσεων.
- Ο ρόλος του Robert Sedgwick
Καθοριστική υπήρξε η παρέμβαση του Robert Sedgwick, ο οποίος συνέβαλε στη συγκέντρωση των απαιτούμενων εγγυήσεων και στη διευθέτηση των νομικών εκκρεμοτήτων που εμπόδιζαν τον απόπλου. Η συμβολή του δεν συνίστατο σε προσωπική χρηματοδότηση, αλλά στη χρήση του κύρους, των διασυνδέσεων και της νομικής του γνώσης για την υπέρβαση των εμποδίων.
Η εμπλοκή του Sedgwick αποτυπώνει τον ρόλο που μπορούσαν να διαδραματίσουν ιδιώτες παράγοντες σε ένα διεθνές εμπορικό και νομικό περιβάλλον, όπου η επίσημη κρατική υποστήριξη προς την Ελλάδα παρέμενε περιορισμένη.
- Ο απόπλους από τη Νέα Υόρκη και οι επιχειρησιακές αδυναμίες
Μετά την άρση των νομικών εμποδίων, κατέστη δυνατός ο απόπλους του πλοίου από τη Νέα Υόρκη. Η διαδικασία αυτή πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες οικονομικής στενότητας και επιχειρησιακής αβεβαιότητας.
Υπεύθυνοι για το ταξίδι ορίστηκαν ο Πλοίαρχος Francis Gregory και ο Υποπλοίαρχος John Smith. Το πλήρωμα αριθμούσε περίπου 150 άνδρες, αριθμός ανεπαρκής για τις πραγματικές ανάγκες ενός πλοίου τέτοιου μεγέθους και πολυπλοκότητας.
Η υποστελέχωση αυτή δεν αποτέλεσε επιλογή, αλλά αναγκαστική συνέπεια της οικονομικής στενότητας. Η απόφαση του Κοντόσταυλου να μην προσλάβει επιπλέον ναύτες προκάλεσε ένταση και ρήξη με τον Gregory, αποκαλύπτοντας για ακόμη μία φορά το χάσμα μεταξύ επιχειρησιακών απαιτήσεων και διαθέσιμων πόρων.
Παρά τις δυσκολίες, ο απόπλους πραγματοποιήθηκε, σηματοδοτώντας το τέλος ενός ιδιαίτερα προβληματικού εξοπλιστικού εγχειρήματος και την αρχή μιας νέας φάσης, κατά την οποία τα αποτελέσματα των επιλογών αυτών θα γίνονταν πλέον ορατά στο πεδίο.
- Η επιχειρησιακή αξία της φρεγάτας και τα όρια της αξιοποίησής της
Η παραλαβή της εναπομείνασας φρεγάτας αποτέλεσε αναμφίβολα σημαντικό γεγονός για τον ελληνικό Αγώνα. Το πλοίο, προϊόν της πλέον προηγμένης αμερικανικής ναυπηγικής τεχνολογίας της εποχής, διέθετε υψηλή ταχύτητα, ισχυρό οπλισμό και αξιόλογη αντοχή στη θάλασσα. Σε θεωρητικό επίπεδο, θα μπορούσε να προσφέρει στην Ελλάδα ένα κρίσιμο πλεονέκτημα έναντι του οθωμανικού στόλου.
Στην πράξη, όμως, η αξιοποίησή του υπήρξε περιορισμένη. Η έλλειψη επαρκούς και εκπαιδευμένου πληρώματος, οι ελλείψεις σε εφόδια και η γενικότερη οικονομική ένδεια περιόρισαν σημαντικά τις επιχειρησιακές δυνατότητες του πλοίου. Το εγχείρημα της απόκτησης βαριάς φρεγάτας δεν συνοδεύτηκε από την αναγκαία υποδομή για τη μακροχρόνια συντήρηση και επιχειρησιακή εκμετάλλευσή της.
- Οι οικονομικές συνέπειες και η επιβάρυνση των δανείων
Το πρόγραμμα ναυπήγησης φρεγατών στις Ηνωμένες Πολιτείες επιβάρυνε καθοριστικά τα ήδη προβληματικά οικονομικά της Επανάστασης. Σημαντικό μέρος των κεφαλαίων των βρετανικών δανείων απορροφήθηκε χωρίς να αποδώσει το αναμενόμενο στρατιωτικό αποτέλεσμα. Η απώλεια της μίας φρεγάτας μέσω πώλησης, σε συνδυασμό με τις υπερβάσεις κόστους, κατέστησε το εγχείρημα δυσανάλογα δαπανηρό σε σχέση με το όφελος.
Οι οικονομικές αυτές συνέπειες δεν περιορίστηκαν στη διάρκεια του Αγώνα. Η επιβάρυνση των δανείων και η διεθνής εικόνα κακοδιαχείρισης επηρέασαν τη μελλοντική πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού κράτους και συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός δυσμενούς πλαισίου για τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας.
- Δομικά διδάγματα και ιστορική σημασία
Η υπόθεση της ναυπήγησης ελληνικών φρεγατών στις Ηνωμένες Πολιτείες υπερβαίνει τα όρια ενός αποτυχημένου εξοπλιστικού προγράμματος. Αποτελεί πρώιμο και αποκαλυπτικό παράδειγμα των δομικών ανισορροπιών που χαρακτηρίζουν τη σχέση μικρών και αδύναμων κρατών με τη διεθνή αγορά πολεμικού υλικού. Οι πρακτικές των εμπορικών οίκων, η σύγκρουση συμφερόντων και η ασυμμετρία ισχύος προαναγγέλλουν φαινόμενα που θα επαναληφθούν πολλές φορές στη νεότερη ελληνική ιστορία.
Ταυτόχρονα, το εγχείρημα φωτίζει τα όρια του φιλελληνισμού, όταν αυτός έρχεται αντιμέτωπος με τις σκληρές πραγματικότητες της αγοράς και του διεθνούς δικαίου. Η πολιτική συμπάθεια δεν μεταφράστηκε σε εμπορική επιείκεια ούτε σε θεσμική προστασία των ελληνικών συμφερόντων.
- Συνολική αποτίμηση
Συνολικά, η ναυπήγηση των ελληνικών φρεγατών στις Ηνωμένες Πολιτείες συνιστά μια περίπτωση όπου οι στρατηγικές φιλοδοξίες υπερέβησαν τις διοικητικές και οικονομικές δυνατότητες του επαναστατικού κράτους. Το αποτέλεσμα υπήρξε ένα μερικώς επιτυχημένο, αλλά δυσανάλογα δαπανηρό εγχείρημα, το οποίο προσέφερε στην Ελλάδα περιορισμένο στρατιωτικό όφελος με υψηλό πολιτικό και οικονομικό κόστος.
Παρά ταύτα, η σημασία του δεν έγκειται μόνο στο αποτέλεσμα, αλλά κυρίως στα διδάγματα που προσφέρει για τη διαδικασία κρατικής συγκρότησης, τη διαχείριση διεθνών εξοπλιστικών προγραμμάτων και τις πρώιμες εμπειρίες της Ελλάδας στο πεδίο των διεθνών οικονομικών σχέσεων.
- Η επιχειρησιακή αξία της φρεγάτας σε πραγματικές συνθήκες
Η άφιξη της φρεγάτας στην ελληνική επικράτεια δημιούργησε εύλογες προσδοκίες για ουσιαστική ενίσχυση της ναυτικής ισχύος του Αγώνα. Το πλοίο, κατασκευασμένο σύμφωνα με τα πλέον σύγχρονα πρότυπα της αμερικανικής ναυπηγικής, διέθετε ανώτερες επιδόσεις σε ταχύτητα, πλεύση και οπλισμό σε σύγκριση με τον υφιστάμενο ελληνικό στόλο.
Ωστόσο, η επιχειρησιακή αξιοποίησή του αποδείχθηκε περιορισμένη. Η χρόνια έλλειψη επαρκούς και εκπαιδευμένου πληρώματος, τα προβλήματα ανεφοδιασμού και η απουσία οργανωμένου συστήματος συντήρησης περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα συνεχούς δράσης. Το πλοίο μπορούσε να λειτουργήσει περισσότερο ως μεμονωμένη ισχυρή μονάδα παρά ως μέρος ενός συνεκτικού ναυτικού σχηματισμού.
- Η αναντιστοιχία μεταξύ στρατηγικών προσδοκιών και πραγματικών δυνατοτήτων
Το πρόγραμμα των φρεγατών βασίστηκε στην υπόθεση ότι η απόκτηση ενός ή δύο βαρέων πολεμικών πλοίων θα μπορούσε να μεταβάλει αποφασιστικά την ισορροπία δυνάμεων στη θάλασσα. Η υπόθεση αυτή αποδείχθηκε υπεραισιόδοξη. Η ναυτική ισχύς δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ποιότητα μεμονωμένων μονάδων, αλλά από τη συνολική οργανωτική, οικονομική και διοικητική υποδομή που τις υποστηρίζει.
Η Ελλάδα της περιόδου 1824–1827 στερούνταν αυτών των προϋποθέσεων. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πλοίο υψηλών δυνατοτήτων, το οποίο δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί στο βαθμό που επέτρεπαν τα τεχνικά του χαρακτηριστικά.
- Οι οικονομικές επιπτώσεις του προγράμματος
Σε οικονομικό επίπεδο, το πρόγραμμα ναυπήγησης φρεγατών υπήρξε ιδιαίτερα επιβαρυντικό. Σημαντικό μέρος των κεφαλαίων των βρετανικών δανείων απορροφήθηκε χωρίς αντίστοιχο στρατιωτικό όφελος. Οι υπερβάσεις κόστους, οι νομικές δαπάνες και οι απώλειες από την πώληση της μίας φρεγάτας επιδείνωσαν τη συνολική οικονομική θέση της επαναστατικής διοίκησης.
Οι επιπτώσεις αυτές δεν περιορίστηκαν στη διάρκεια του Αγώνα. Η διαχείριση των δανείων και η διεθνής εικόνα της Ελλάδας ως επισφαλούς οφειλέτη επηρέασαν τη μεταγενέστερη οικονομική πολιτική του νεοσύστατου κράτους.
- Πολιτικές συνέπειες και θεσμικά διδάγματα
Το εγχείρημα των φρεγατών ανέδειξε τις αδυναμίες του επαναστατικού διοικητικού μηχανισμού. Η απουσία συγκροτημένων θεσμών, η έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών και η αδυναμία άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου επί μεγάλων διεθνών συμβάσεων αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες αποτυχίας.
Ταυτόχρονα, όμως, το πρόγραμμα λειτούργησε και ως σχολείο κρατικής εμπειρίας. Οι συγκρούσεις, οι αποτυχίες και οι νομικές διαμάχες προσέφεραν πολύτιμα διδάγματα για τη μελλοντική οργάνωση της δημόσιας διοίκησης και τη διαχείριση διεθνών οικονομικών σχέσεων.
- Η θέση του προγράμματος στη μακρά διάρκεια της ελληνικής ιστορίας
Το πρόγραμμα ναυπήγησης φρεγατών στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να ιδωθεί ως πρόδρομος μεταγενέστερων ελληνικών εμπειριών στον τομέα των εξοπλισμών. Η εξάρτηση από ξένους προμηθευτές, η ανισορροπία διαπραγματευτικής ισχύος και η δυσκολία ελέγχου κόστους αποτελούν μοτίβα που επανεμφανίζονται στη νεότερη ελληνική ιστορία.
Υπό αυτή την έννοια, η υπόθεση δεν αποτελεί απλώς ιστορικό επεισόδιο, αλλά διαχρονικό παράδειγμα των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ένα μικρό κράτος στην προσπάθειά του να αποκτήσει σύγχρονα στρατιωτικά μέσα.
- Συνολικό συμπέρασμα
Συνοψίζοντας, η ναυπήγηση ελληνικών φρεγατών στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξε ένα εγχείρημα υψηλών φιλοδοξιών αλλά περιορισμένων δυνατοτήτων. Παρά την τελική απόκτηση ενός σύγχρονου πολεμικού πλοίου, το κόστος –οικονομικό, πολιτικό και θεσμικό– υπήρξε δυσανάλογο σε σχέση με το αποτέλεσμα.
Η σημασία του προγράμματος δεν έγκειται τόσο στην επιχειρησιακή του συνεισφορά όσο στα διδάγματα που προσφέρει για την κρατική συγκρότηση, τη διαχείριση διεθνών εξοπλιστικών συμβάσεων και τα όρια της διεθνούς αλληλεγγύης σε συνθήκες πολέμου.























































