Γράφει η Μαράη Γεωργούση
Ο Φασιανός έλεγε χαρακτηριστικά: «Το φως και η λάμψη, αυτά τα δύο γεννιούνται στην Ελλάδα. Ο μύθος ταυτίζεται με την πραγματικότητα. Από αυτή τη λάμψη, λένε οι ποιητές, γεννιέται η μουσική». Καλούμαστε να «αγγίξουμε» με το «βλέμμα» μας μέσα από τα έργα του αυτή την λάμψη.
Ο σημαντικός αυτός καλλιτέχνης καταδύεται στην ψυχή του, στις ελληνικές προσλαμβάνουσες από την παιδική του ακόμα ηλικία και μετουσιώνει τις βιωματικές του αναζητήσεις σε τέχνη, που αφορά και ενδιαφέρει το κοινό. Δεν είναι τυχαία η καθολική αποδοχή του τόσο από τον απλό κόσμο που αγαπά το έργο του, όσο και η αναγνώρισή του από την Ακαδημαϊκή κοινότητα.
Η γραμμή και το χρώμα βρίσκονται στην υπηρεσία ενός ικανού καλλιτέχνη, συνεχώς τροφοδοτούμενου από το συναίσθημα των διαφόρων ερεθισμάτων, το οποίο καλείται με τη σειρά του αμφίδρομα να συνομιλήσει με τον δέκτη και να αγγίξει ευαίσθητες χορδές του. Οι πινελιές του είναι ώριμες και σίγουρες, ενώ ο καλλιτέχνης πειραματίζεται πέρα από τα καθιερωμένα, το χρώμα είναι εκείνο που σχηματοποιεί τις φόρμες και τις ανθρώπινες μορφές. Δημιουργεί ένα προσωπικό σύμπαν στον καμβά, κληροδότημα γνώσης και μνήμης του διαθλασμένου κόσμου.
Επίκεντρο ο άνθρωπος και οι σχέσεις του, τον ενδιαφέρει η μυθολογία και ως δεινός κολορίστας, όσα τον αφορούν τα αποτυπώνει στα έργα του με χρώμα. Πραγματεύεται με σκωπτική διάθεση κάποιες φορές ζητήματα, όπως ο έρωτας, η χαρά, το γλέντι, η νοσταλγία, η μοναξιά. Χαρακτηριστικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα που αγαπά είναι μεταξύ άλλων: ο ποδηλάτης, τα άλογα, οι μέλισσες, τα πουλιά, τα στάχυα, το φουλάρι…
Οι βιωματικές εμπειρίες σε συνδυασμό με τις εξωγενείς προσλαμβάνουσες του ευαισθητοποιημένου καλλιτέχνη, μεταπλάθονται αβίαστα και δημιουργικά. Ο εικαστικός διαχειρίζεται την ίδια την εσωτερική δομή του πίνακα υποστηρίζοντάς την χρωματικά και έτσι δίνει την αίσθηση της διαφάνειας.
Η εικονοποιητική αφηγηματικότητά του είναι τόσο μεγάλη, ώστε συχνά οι θεατές περιμένουν να δουν την επόμενη εικόνα της ιστορίας.
Οι μεμονωμένες στατικές φιγούρες αποπνέουν κίνηση, το οξύμωρο το επιτυγχάνει ο Φασιανός με τα μαλλιά που ανεμίζουν, το φουλάρι στον αέρα… ενώ η παρουσία ζευγαριών γίνεται όλο και πιο συχνή. Οι ανθρώπινες μορφές σχηματοποιούνται, σιγά, σιγά μετατρέπονται σε αρχετυπικές μορφές που διαφέρουν στην στάση και στην ένδυση. Στο φόντο σε κάποιες δημιουργίες του, εμφανίζεται η νέα πόλη των Αθηνών με τις πολυκατοικίες της, συνήθως σε γραμμικό ελεύθερο σχέδιο. Ζωγραφίζει ελάχιστες νεκρές φύσεις που εντείνουν τη σχέση με την καθημερινότητα, και τονίζουν την ιδιαιτερότητα του τρόπου ζωής στην Ελλάδα.
Το καλοκαίρι του Φασιανού είναι καθαρά ελληνικό. Παρουσιάζει μέσα από τα έργα του, τις μικρές αλλά χαρακτηριστικές στιγμές του ελληνικού καλοκαιριού. Στους πίνακες του, οι μέλισσες, τα καρπούζια, τα ροδάκινα, τα ψάρια, τα βαπόρια αποκτούν συμβολικό και επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα. Αγαπά την θάλασσα, το Αιγαίο, είναι η εποχή που αποφασίζει να περνάει τις διακοπές του στην Τζια, γεγονός που αφήνει ανεξίτηλη σφραγίδα στην θεματογραφία του. Μετά το 1980 ξεκινάει με την επικράτηση των πλακάτων χρωμάτων, κυρίως του μπλε και αρκετά συχνά του χρυσού (φύλλα χρυσού), ερμητικά κλεισμένων μέσα στις φόρμες των σωμάτων, ενώ οι διαστάσεις των πινάκων μεγαλώνουν φτάνοντας μνημειακές διαστάσεις, εφόσον πλησιάζουν σε μήκος τα 5 μέτρα. Ωστόσο την ίδια περίοδο δουλεύει αρκετά έργα με την τεχνική του λαδοπαστέλ, πλούσια σε τονικές διαβαθμίσεις του ίδιου χρώματος.
Στην εκάστοτε χρονική περίοδο, έκανε μεταβάσεις από το ένα είδος ζωγραφικής στο άλλο: Από το απλό στο χρωματιστό σχέδιο με λάδι, από τον μονόχρωμο και αδιαβάθμητο τονικά πίνακα, στις πιο πλουραλιστικές συνθέσεις με τις νωχελικές φιγούρες, και από τα χαρακτικά και τις μεταξοτυπίες, στους δουλεμένους με φύλλα χρυσού πίνακες. Εκφραζόταν συνεπώς πολυεπίπεδα, με διαφορετικές τεχνικές και υλικά. Μια ωστόσο παρέμεινε σταθερή παράμετρος, κοινή σε όλα τα έργα του, το χαρακτηριστικό προσωπικό του ιδίωμα.
Η αμεσότητα του έργου του σε ένα βαθμό οφείλεται στη βαθιά μελέτη της αρχαίας ζωγραφικής αλλά και στη μαθητεία κοντά στους δασκάλους της Γενιάς του ’30. Επίσης στην σχέση του με το Θέατρο Σκιών. Κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισε φυσικά το δικό του προσωπικό φίλτρο, η δική του διαπεραστική και διορατική ματιά των πραγμάτων.
Η αμεσότητα του έργου του σε ένα βαθμό οφείλεται στη βαθιά μελέτη της αρχαίας ζωγραφικής αλλά και στη μαθητεία κοντά στους δασκάλους της Γενιάς του ’30. Επίσης στην σχέση του με το Θέατρο Σκιών.
Κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισε φυσικά το δικό του προσωπικό φίλτρο, η δική του διαπεραστική και διορατική ματιά των πραγμάτων.
Η ιδιαίτερη ευαισθησία με την οποία ενατένισε και βίωσε τον κόσμο. Η ταυτότητα του έμεινε ακέραιη, δέχτηκε διαφορετικά και πολλά ερεθίσματα ειδικά στα χρόνια του Παρισιού, ο ίδιος όμως θεματικά παρέμεινε σταθερός στην δική του βιωματική οπτική, στις ελληνικές προσλαμβάνουσες που τον διαφοροποίησαν. Δεν αλλοτριώθηκε ούτε αλλοιώθηκε το δικό του πρίσμα. Παράλληλα, από τα μέσα της δεκαετίας του 70, ενδιαφέρθηκε για τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία και φιλοτέχνησε σκηνικά και κοστούμια για κλασικά και σύγχρονα έργα σε κρατικές σκηνές, όπως στο Εθνικό θέατρο, αλλά και στο ελεύθερο θέατρο. Ασχολήθηκε επίσης με το αρχαίο δράμα.
Ως μαθητής του Μόραλη δεν ακολούθησε ούτε αφομοίωσε την ροπή του δασκάλου του προς την μελαγχολική ενατένιση, τον διαστοχασμό πάνω στη ζωή, τον έρωτα και τον θάνατο. Ταυτίζεται περισσότερο με την οπτική του Γιάννη Τσαρούχη. Τον ενδιαφέρουν και εκείνον η Αρχαιότητα, τα Φαγιούμ, το Βυζάντιο, η Αναγέννηση καθώς και η λαϊκή τέχνη.
Συνδιαλέγεται με τη ζωγραφική του Τσαρούχη, την μοντέρνα τέχνη και τις αναζητήσεις της. Γοητεία του ασκούσε και ο Ανρί Ματίς. Πρωταγωνιστές όπως γνωρίζουμε στην ζωγραφική του Τσαρούχη είναι οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, οι νέοι άνδρες που εξυψώνονται σε καβαφικά ινδάλματα της ομορφιάς, χωρίς να χάνουν την λαϊκότητά τους. Αυτό διαπνέει την τέχνη και των δύο τόσο καταξιωμένων και λαοφιλών εικαστικών. Η αυθεντικότητα και η τιμιότητα της αλήθειας τους.


























































