Επιχείρηση «EL DORADO CANYON», 14 Απριλίου 1986.
Το Αμερικανικό Ναυτικό κυνηγά το «Mad dog» της Μέσης Ανατολής
Γράφει ο Εμμανουήλ Μουρτζάκης
Το Αμερικανικό Ναυτικό (US Navy) έχει συμμετάσχει δυναμικά κατά καιρούς σε επιχειρήσεις εναντίον τρομοκρατών αλλά και εναντίον καθεστώτων τα οποία με το ένα ή τον άλλο τρόπο συνδέονται με τη διεθνή τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα1https://www.usmcu.edu/Outreach/Marine-Corps-University-Press/Expeditions-with-MCUP-digital-journal/US-Navy-Is-at-War. Η εμπλοκή αυτή ήταν ακόμα και σε περιόδους όπου ο βασικός του επιχειρησιακός προσανατολισμός αφορούσε την αντιμετώπιση μιας αντίστοιχα ισχυρής ναυτικής δύναμης όπως το Σοβιετικό Ναυτικό2Για την αναλυτική περιγραφή του Σοβιετικού Ναυτικού βλέπε το ένθετο στη Ναυτική Επιθεώρηση, Τ.606 «Το Πολεμικό Ναυτικό της ΕΣΣΔ μέσα από τα αρχεία της Αμερικανικής Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και η σύγχρονη Ρωσική Ναυτική Στρατηγική» του Εμμανουήλ Μουρτζάκη , http://www.yin.mil.gr/wp-content/uploads/2016/10/606.pdfκατά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Ήταν νύχτα της 14ης Απριλίου 1986 όταν μια από τις πλέον φιλόδοξες και σύνθετες αεροναυτικές επιχειρήσεις της εποχής ξεκίνησε από τις βρετανικές βάσεις της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ3https://www.mildenhall.af.mil/Portals/9/documents/welcome/AFD-130117-006.pdf?ver=2016-04-19-142646-083 σε συνδυασμό με το Αμερικανικό Ναυτικό. Η επιχείρηση «El Dorado Canyon», όπως ονομάστηκε, είχε κύριο στόχο να πλήξει το καθεστώς του Μουάμαρ Καντάφι το οποίο ευθυνόταν για μια σειρά από τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων. Παράλληλα, ήταν μια ευκαιρία να δοκιμασθούν τα μέσα αεροπορικής προβολής δύναμης των ΗΠΑ όσο και η ανθεκτικότητα ενός από τα πιο εκτεταμένα αντιαεροπορικά δίκτυα σοβιετικής κατασκευής που είχαν αναπτυχθεί στη Βόρεια Αφρική εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου. H σχέση ΗΠΑ – Λιβύης είχε ήδη επιδεινωθεί ραγδαία από το 1981 και μετά, με επανειλημμένες κατηγορίες περί υποστήριξης διεθνών τρομοκρατικών ενεργειών και εμπλοκής σε αποσταθεροποιητικές ενέργειες σε ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου και της Αφρικής. Τον Ιανουάριο του 1986, οι ΗΠΑ διέκοψαν τις διπλωματικές σχέσεις με τη Λιβύη, ενώ λίγες εβδομάδες πριν από την επιχείρηση, μια βομβιστική επίθεση στο νυχτερινό κέντρο “La Belle” στο Δυτικό Βερολίνο, που κόστισε τη ζωή σε Αμερικανούς στρατιώτες και πολλούς τραυματίες, αποτέλεσε την αφορμή για την επιλογή στρατιωτικής αντίδρασης από την Ουάσιγκτον.
Παράλληλα, μονομερώς και αντίθετα προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, ο Καντάφι είχε εγκαταστήσει μια νοητή γραμμή σε γεωγραφικό μήκος 32 μοίρες 30 λεπτά βόρειο (συχνά αναφερόταν σε αυτήν ως «Γραμμή του Θανάτου») μεταξύ Τρίπολης και Βεγγάζης η οποία περιλάμβανέ το μεγαλύτερο μέρος του κόλπου της Σύρτης (Gulf of Sidra). Σε αυτή τη περιοχή δεν επέτρεπε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Το λιβυκό καθεστώς τη θεωρούσε ως εθνικά χωρικά ύδατα και όχι ως διεθνή. Για τις ΗΠΑ αυτό ήταν μια ευθεία πρόκληση στα στρατηγικά τους συμφέροντα στην περιοχή.
Στρατηγικό Πλαίσιο και Πολιτική Απόφαση
Η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον Πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν, είχε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 υιοθετήσει μια σκληρή στάση απέναντι σε καθεστώτα που θεωρούνταν υποστηρικτές ή χρηματοδότες διεθνούς τρομοκρατίας. Ο συνδυασμός της επιθετικής ρητορικής της Τρίπολης, των υπερφίαλων αξιώσεων για κυριαρχικά δικαιώματα στο σύνολο του Κόλπου της Σύρτης και της εμμονικής υποστήριξης σε μη κρατικές ένοπλες οργανώσεις δημιούργησε ένα περιβάλλον συνεχούς έντασης. Η απόφαση για στρατιωτικό πλήγμα κατά της Λιβύης ήταν προϊόν μακράς διαβούλευσης, αναλύσεων και αξιολόγησης κινδύνου από το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας και το Πεντάγωνο.
Η ονομασία «El Dorado Canyon» επελέγη ως συνθηματικό για την προσβολή που είχε σχεδιαστεί ώστε να συνδυάσει ακρίβεια, αποτροπή και στρατηγικό μήνυμα σε μια μοναδική, πολυδιάστατη αποστολή. Το σχέδιο δεν ήταν απλώς μια τιμωρητική ενέργεια, αλλά μια επίδειξη των ικανοτήτων των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων να προβάλουν ισχύ σε μεγάλη απόσταση, υπερβαίνοντας τα όρια που είχαν μέχρι τότε τεθεί από γεωγραφικούς, πολιτικούς και τεχνικούς περιορισμούς, κοινώς μια επίδειξη δύναμης με αποδέκτη την αντίπαλη Σοβιετική Ένωση. Η συνολική διοίκηση της επιχείρησης ανατέθηκε στον Αντιναύαρχο Frank B. Kelso II, διοικητή του 6ου Αμερικανικού Στόλου, ο οποίος κλήθηκε να συντονίσει τις δυνάμεις του Πολεμικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας σε μια κοινή επιχείρηση που θα απαιτούσε ακριβή συγχρονισμό, στενή συνεργασία και πλήρη επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα.
Επιχειρησιακή Προετοιμασία: Διαθέσιμες Δυνάμεις και Διαδρομές
Η επιλογή του αεροσκάφους F-111F, που θα αποτελούσε τον κύριο φορέα των επιθέσεων, δεν ήταν τυχαία. Το συγκεκριμένο μαχητικό – βομβαρδιστικό διθέσιο αεροσκάφος, με μεταβλητή γεωμετρία πτέρυγας (swing-wing), διπλούς κινητήρες Pratt & Whitney TF-30 και προηγμένο σύστημα στόχευσης AN/AVQ-26 Pave Tack, διέθετε μοναδική για την εποχή του ικανότητα να επιχειρεί σε μεγάλο βεληνεκές με υψηλή ακρίβεια νυχτερινών επιχειρήσεων4Αποτέλεσε ένα από τα πιο προηγμένα επιθετικά αεροσκάφη του Ψυχρού Πολέμου, συνδυάζοντας υψηλή τεχνολογία, ισχύ πυρός και ευελιξία αποστολών. Κεντρικό επιχειρησιακό του χαρακτηριστικό ήταν η πολύ μεγάλη ακτίνα δράσης, που του επέτρεπε να πλήττει στόχους βαθιά στο εχθρικό έδαφος χωρίς ανεφοδιασμό, ενώ διέθετε και δυνατότητα εναέριου ανεφοδιασμού για ακόμη μεγαλύτερη εμβέλεια. Ο οπλισμός του περιλάμβανε συμβατικές και κατευθυνόμενες βόμβες, πυρηνικά όπλα τακτικού ρόλου, καθώς και όπλα ακριβείας, καθιστώντας το εξαιρετικά ευέλικτο σε σενάρια κλιμάκωσης σύγκρουσης. Το διμελές πλήρωμα καθόταν σε κάψουλα διαφυγής, ένα καινοτόμο σύστημα που αύξανε την επιβιωσιμότητα σε χαμηλά ύψη και μεγάλες ταχύτητες. Το εξελιγμένο ηλεκτρονικό σύστημα αυτοπροστασίας (ECM) παρείχε παρεμβολές και προειδοποίηση απειλών, αυξάνοντας την πιθανότητα επιβίωσης σε έντονα αντιαεροπορικά περιβάλλοντα. Η ικανότητα παντός καιρού, ημέρα και νύχτα, έδινε στο F-111F κρίσιμο πλεονέκτημα έναντι παλαιότερων αεροσκαφών. Στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, το F-111F ενσάρκωσε το δόγμα της ακριβούς, ταχείας και αποτρεπτικής κρούσης του ΝΑΤΟ. Το Pave Tack περιλάμβανε υπέρυθρο αισθητήρα και laser designator που επέτρεπαν στη μονάδα να ανιχνεύει και να παρακολουθεί στόχους ακόμα και κάτω από συνθήκες μειωμένης ορατότητας, ενώ οι κατευθυνόμενες βόμβες GBU-10 Paveway II συνέδεαν την ενημέρωση στόχου με την ακριβή καθοδήγηση της βόμβας τη στιγμή της βολής.
Η αποστολή των F-111F, των EF-111A Raven ηλεκτρονικού πολέμου και των δεκάδων δεξαμενών αέρος KC-135 και KC-10A που παρείχαν εναέρια ανεφοδιασμό, ήταν προϊόν εβδομάδων επιχειρησιακού σχεδιασμού και εξάσκησης σε προσομοιώσεις, συμπεριλαμβανομένης της προπαρασκευαστικής άσκησης «Operation Ghost Rider». Η τελευταία είχε δοκιμάσει τα σχέδια πτήσης, τα συστήματα ανεφοδιασμού και τις τεχνικές προσπέλασης σε μεγάλο βεληνεκές, ενώ είχε αποκαλύψει τις δυσκολίες του συντονισμού μεγάλων σχηματισμών υπό ραδιοφωνική σιγή και περιορισμούς αποστολής.
Αρχικά είχαν σχεδιαστεί να χρησιμοποιηθούν μόλις 18 αεροσκάφη F-111F, υπό την προϋπόθεση ότι οι ΗΠΑ θα λάμβαναν άδεια υπερπτήσεων από τη Γαλλία. Όταν αυτή η άδεια αρνήθηκε, οι πιλότοι κλήθηκαν να απογειωθούν χωρίς να χρησιμοποιήσουν τα ευρωπαϊκά εναέρια περάσματα, επιβαρύνοντας περαιτέρω την πτήση με πρόσθετες αποστάσεις και ανάγκες ανεφοδιασμού μέσω των αεροσκαφών-τάνκερ που ακολουθούσαν σε όλη τη διαδρομή. Η τελική δύναμη που σχηματίστηκε για την αποστολή περιελάμβανε τους F-111Fs από τη βάση RAF Lakenheath στην Αγγλία, πέντε EF-111A Ravens από την RAF Upper Heyford για την ηλεκτρονική αντιμέτραση και δεκάδες KC-10 και KC-135 για τον ανεφοδιασμό. Σε πλήρη διάταξη, ο σχηματισμός προέβλεπε τέσσερις ανεφοδιασμούς κατά την πορεία προς τον στόχο και επιπλέον δύο ή τρεις κατά την επιστροφή, καλύπτοντας συνολικά περισσότερα από 10.000 χιλιόμετρα σε μια εξαιρετικά απαιτητική πτήση περίπου 13–14 ωρών.
Λιβυκό Δίκτυο Αεράμυνας
Η Λιβύη διέθετε ένα από τα πιο εκτεταμένα αντιαεροπορικά δίκτυα στη Βόρεια Αφρική, δομημένο γύρω από σοβιετικά συστήματα με διαφορετικές εμβέλειες και δυνατότητες. Το SA-5B Gammon, με μέγιστη εμβέλεια άνω των 270 χιλιομέτρων και ταχύτητα Κ/Β άνω των Mach 4, αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της μεγάλης εμβέλειας άμυνας, υποστηριζόμενο από τις πιο κοντινές συστοιχίες SA-2 Guideline και SA-3 Goa που ήταν τοποθετημένες για να καλύπτουν περιοχές που τα SA-5 δεν μπορούσαν να προστατεύσουν άμεσα. Επιπλέον, κινητά συστήματα όπως το SA-6 Gainful, το SA-8 Gecko και το SA-13 παρείχαν ευελιξία σε μικρότερης εμβέλειας απειλές, ενώ δίκτυα ραντάρ έγκαιρηςπροειδοποίησης (όπως τα P-12, P-14, P-18 και P-35/37) έδιναν δυνατότητα εντοπισμού και κατάδειξης εχθρικών σχηματισμών σε μεγάλη απόσταση.
Αν και από τεχνικής άποψης ήταν μια ισχυρή πλατφόρμα άμυνας, η ανικανότητα λειτουργίας της Λιβυκής Αεράμυνας να ανταποκριθεί εγκαίρως στην πραγματική απειλή αποδείχθηκε εμφανής τη νύχτα της 14ης Απριλίου. Τα αντιαεροπορικά ραντάρ και συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας ενεργοποιήθηκαν μόνο αφού τα αμερικανικά αεροσκάφη είχαν ήδη ολοκληρώσει τις ρίψεις και είχαν αρχίσει την αποχώρηση από τον εναέριο χώρο της Λιβύης.
Από την Απογείωση μέχρι τον Πλήρη Αιφνιδιασμό
Στις 17:36 ώρα Γκρίνουιτς (GMT) της 14ης Απριλίου 1986, η κύρια δύναμη των 24 F-111F απογειώθηκε από τη RAF Lakenheath, σε σχηματισμούς ακριβείας, ενώ τα EF-111A Ravens εκτέλεσαν ελιγμούς ηλεκτρονικού πολέμου για να διαταράξουν τα λιβυκά ραντάρ και τα συστήματα αναγνώρισης. Την ίδια στιγμή, δεξαμενόπλοια KC-10 και KC-135 ακολούθησαν τον σχηματισμό, διασφαλίζοντας τον συνεχή ανεφοδιασμό καυσίμων υπό αυστηρές διαδικασίες σιωπής ασυρμάτου και επιχειρησιακής ασφάλειας.
Καθώς τα αεροσκάφη προσέγγιζαν τη Λιβύη, οι πιλότοι αντιλήφθηκαν το πεδίο κορεσμένο από ηλεκτρονικές παρεμβολές και ξεκίνησαν παθητικές και ενεργητικές τεχνικές αντιμέτρων που είχαν ως στόχο να αποπροσανατολίσουν και να συγχέουν τα συστήματα καθοδήγησης. Οι πιλότοι των F-111F συνέχισαν χωρίς διακοπή προς τις προκαθορισμένες ζώνες πρόσβασης των στόχων τους, εφαρμόζοντας συνδυασμούς εντολών από το σύστημα πλοήγησης INS και τα συστήματα καθοδήγησης Pave Tack για να προσδιορίσουν με ακρίβεια την τοποθεσία των κύριων στόχων. Τα F-111F εστίασαν σε τρεις κύριους στόχους στην Τρίπολη: τα στρατόπεδα Aziziyah και Murat Sidi Bilal — όπου βρίσκονταν διοικητικές εγκαταστάσεις, στρατιωτικά καταλύματα και κέντρα εκπαίδευσης — καθώς και στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της πόλης. Τα βομβαρδιστικά χρησιμοποίησαν GBU-10 Paveway II laser-κατευθυνόμενες βόμβες για τους κύριους στόχους υψηλής αξίας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποίησαν και Mk-82 Snakeye για αεροδυναμικά μη κατευθυνόμενες βολές με επιβραδυνόμενη πτώση, όπου κρίθηκε αναγκαίο να διασφαλιστεί η καταστροφή στόχων σε ειδικές τοποθεσίες.
“Praestantia Per Scientiam”
Η επιχειρησιακή συνδρομή του Αμερικανικού Ναυτικού στην επιχείρηση συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα σύνθετης αεροναυτικής επιχείρησης υψηλής έντασης, με εκτεταμένη χρήση προηγμένων πλατφορμών, αισθητήρων, οπλικών συστημάτων και δυνατοτήτων ηλεκτρονικού πολέμου. Η επιχείρηση διεξήχθη σε περιβάλλον αυξημένης απειλής, με ανεπτυγμένο δίκτυο αντιαεροπορικής άμυνας, γεγονός που επέβαλε αυστηρό σχεδιασμό και ακριβή συγχρονισμό των ναυτικών αεροπορικών δυνάμεων. Κύρια επιχειρησιακή βάση αποτέλεσαν τα αεροπλανοφόρα USS America (CV-66) και USS Coral Sea (CV-43), τα οποία ανέπτυξαν πλήρεις πτέρυγες αεροσκαφών (Carrier Air Wings). Η επιλογή αεροπλανοφόρων επέτρεψε την επιχειρησιακή αυτονομία, την άμεση επαναδιάταξη δυνάμεων και τη διατήρηση υψηλού ρυθμού εξόδων (sortie rate). Η διοίκηση και έλεγχος (C2) υποστηρίχθηκε από πλοία συνοδείας, εξοπλισμένα με συστήματα επικοινωνιών UHF/VHF και δορυφορικές ζεύξεις, διασφαλίζοντας τη συνεχή ροή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο καθώς και από αεροσκάφη Ε-2C Hawkeye.
Ο πυρήνας της ναυτικής ισχύος κρούσης βασίστηκε στα αεροσκάφη A-6E Intruder, τα οποία εκτέλεσαν αποστολές βαθιάς διείσδυσης σε χαμηλό ύψος. Το σύστημα TRAM (Target Recognition and Attack Multisensor), σε συνδυασμό με αδρανειακή ναυτιλία και λέιζερ κατάδειξης, παρείχε δυνατότητες προσβολής στόχων υψηλής ακρίβειας σε νυχτερινές και δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Τα A-6E έφεραν κατευθυνόμενα και μη κατευθυνόμενα πυρομαχικά, προσαρμοσμένα για προστατευμένους στόχους.
Η προστασία των σχηματισμών κρούσης εξασφαλίστηκε μέσω της συνδυασμένης δράσης F/A-18A Hornet και F-14A Tomcat. Τα F/A-18A εκτέλεσαν αποστολές SEAD (Suppression of Enemy Air Defenses), φέροντας K/B AGM-88 HARM, με σκοπό την καταστολή και εξουδετέρωση σταθμών ραντάρ και συστημάτων καθοδήγησης πυραύλων εδάφους-αέρος. Η δυνατότητα ταχείας μετάβασης μεταξύ ρόλων (multirole) αποτέλεσε κρίσιμο πλεονέκτημα του τύπου. Τα F-14A Tomcat ανέλαβαν αποστολές εναέριας υπεροχής και συνοδείας, αξιοποιώντας το ραντάρ AN/AWG-9, ικανό για ταυτόχρονη ιχνηλάτηση πολλαπλών στόχων σε μεγάλες αποστάσεις. Ο οπλισμός τους περιλάμβανε K/B AIM-54 Phoenix, AIM-7 Sparrow και AIM-9 Sidewinder, παρέχοντας πολυεπίπεδη αεροπορική άμυνα στον σχηματισμό.
Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η συμβολή του Αμερικανικού Ναυτικού στον τομέα του ηλεκτρονικού πολέμου (EW). Αεροσκάφη EA-6B Prowler παρείχαν ενεργή ηλεκτρονική παρεμβολή (jamming), στοχεύοντας συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, ραντάρ εγκλωβισμού και ζεύξεις επικοινωνιών. Η δράση αυτή μείωσε δραστικά την αποτελεσματικότητα της λιβυκής αντιαεροπορικής άμυνας και αύξησε την επιβιωσιμότητα των φίλιων αεροσκαφών. Παράλληλα, πλοία επιφανείας συνέλεξαν ηλεκτρονικές πληροφορίες (ELINT/SIGINT), ενισχύοντας την τακτική επίγνωση της κατάστασης.
Η επιχείρηση απαίτησε υψηλού επιπέδου διαχείριση καυσίμων, ακριβή χρονοπρογραμματισμό και αυστηρή τήρηση προφίλ πτήσης, λόγω των μεγάλων αποστάσεων και της ανάγκης εναέριου ανεφοδιασμού. Συνολικά, η τεχνική συνδρομή του US Navy στην επιχείρηση «El Dorado Canyon» ανέδειξε τη σημασία της ολοκληρωμένης αεροναυτικής ισχύος, της υπεροχής στον ηλεκτρονικό πόλεμο και της διαλειτουργικότητας πλατφορμών και οπλικών συστημάτων σε σύγχρονες επιχειρήσεις κρούσης.
Αποτίμηση Επιχειρήσεων και Μαθήματα
Σε επίπεδο στρατιωτικού αποτελέσματος, η επιχείρηση «El Dorado Canyon» παρά τα τεχνικά και επιχειρησιακά ζητήματα, κατέδειξε με σαφήνεια την ικανότητα των ΗΠΑ να επιχειρούν σε μεγάλες αποστάσεις και να εφαρμόζουν τακτικές νυχτερινής αεροπορικής ισχύος με συνδυασμό πολλαπλών τύπων αεροσκαφών και συστημάτων πολέμου. Η επιτυχία των ηλεκτρονικών μέτρων και η δυνατότητα ανεφοδιασμού εν πτήση παραμένουν μέχρι σήμερα παραδείγματα εξαιρετικού προγραμματισμού και τεχνικής αποτελεσματικότητας. Από την άλλη πλευρά, η αποτυχία σημαντικού τμήματος των F-111F να επιτύχουν πλήρη καταστροφή των προκαθορισμένων στόχων ανέδειξε ανάγκες για βελτιώσεις στα συστήματα καθοδήγησης, στην ανθεκτικότητα των ηλεκτρονικών παρεμβολών και στην ενοποίηση ενημέρωσης στόχου σε πραγματικό χρόνο — εμπειρίες που ενσωματώθηκαν στη συνέχεια στις επιχειρήσεις του Περσικού Κόλπου το 1991 και πέρα. Αντίθετα, τα τακτικά και επιχειρησιακά δόγματα του Αμερικανικού Ναυτικού αποδείχτηκαν πολύ αποτελεσματικότερα ενώ το σύνολο των μέσων του εκτέλεσε την αποστολή του χωρίς σημαντικές βλάβες.
Ο βασικός στόχος επετεύχθη: την αποστολή ενός σαφούς στρατιωτικού μηνύματος πως οι ΗΠΑ ήταν αποφασισμένες να αντιμετωπίσουν απειλές κατά των πολιτών και συμφερόντων τους όπου κι αν αυτές παρουσιάζονταν, αξιοποιώντας πλήρως τις τεχνολογικές και τακτικές τους δυνατότητες. Η ικανότητα της Πολεμικής Αεροπορίας και του Αμερικανικού Ναυτικού να χτυπήσουν στόχους στο πεδίο της βόρειας Αφρικής σημειώθηκε ως μια από τις πρώτες πραγματικές εφαρμογές της έννοιας «Global Reach» των Αμερικανικών ΕΔ.























































