Κοκορέλι – Γατζάο – Καΐκιο – Μαλτέζα – Κλεφτρίνα
Κείμενο : Θανάσης Γιαννίκος (πρωτοδημοσιεύτηκε στον ιστότοπο naftotopos.gr)
Πρίν μερικά χρόνια, σε έντυπο(1) του Ν. Μουσείου Ελλάδος και ως εισαγωγή στην παρουσίαση του Λευκώματος υδατογραφιών του Γ. Αχή «Αιγαιοπελαγίτικα Καράβια», διάβασα τα σχόλια-πληροφορίες που έδινε ο αείμνηστος Α. Τζαμτζής, για κάθε ένα από τα εικονιζόμενα σε μία σειρά από πίνακες σκάφη. Ανάμεσα σε αυτά, την προσοχή μου τράβηξε το σχόλιο που αφορούσε ένα σκάφος, με τον αποδιδόμενο τίτλο «Κοκκορέλι Μανιάτικο» και με το παρακάτω κείμενο.
«Κοκορέλι Μανιάτικο»: Συχνά το συναντούμε και με το όνομα Μαλτέζα. Η μαλτέζικη επίδραση στο σχήμα του σκάφους είναι φανερή. Η όρθια πλώρη με το κοράκι να προεξέχει αρκετά πάνω από την κουπαστή θυμίζει τη μαλτέζικη ντάϊσα. Η ιστιοφορία του είναι μικτή, ψάθα στο πλωριό και μπούμα στο πρυμνιό με δύο φλόκους. Χρησιμοποιήθηκε πολύ στη Μάνη και στην Κρήτη. Τα μικρά ονομάζονταν και οι κλεφτρίνες απ’ την απασχόλησή τους σε πειρατικές επιδρομές.»
Ο πίνακας που παρατίθεται στο έντυπο, απεικονίζει ένα σκάφος όπου η γάστρα του μοιάζει με αυτήν του Τρεχαντηριού, φέρει ιστιοφορία ραντοψάθι με δύο φλόκους και ασυνήθιστο-παράξενο από πλάγια όψη, υπερυψωμένο πλωριό ποδόσταμο.
Ωστόσο κάποια από τα στοιχεία του κειμένου, αν και οφείλω να σεβαστώ ό,τι έχει γραφεί μέχρι πρότινος μέσα από επίπονη πρωτογενή εργασία ιστορικών- ερευνητών, δεν συμφωνούσαν με αυτά που κατά καιρούς είχα συναντήσει σε σχετικά Ιστορικά κείμενα και ξένη βιβλιογραφία. Έτσι αποφάσισα να ξεκινήσω μία δική μου έρευνα, για κάθε ένα από τους περιεχόμενους όρους, αναζητώντας όχι τόσο ένα γρήγορο αποσαφηνιστικό αποτέλεσμα, αλλά την έξαψη της ίδιας της αναζήτησης.
Ως ερασιτέχνης ερευνητής, η αναζήτηση μου βασίσθηκε στην σχετική κατεχόμενη δική μου βιβλιογραφία, αλλά και στην «εύκολη» λύση των ημερών μας, το διαδίκτυο. Βέβαια ο χαρακτηρισμός «εύκολη» αφορά απλά θέματα, γιατί σε κάθε ειδική αναζήτηση στο διαδίκτυο ενός όρου-λέξης, τις περισσότερες φορές αυτή πρέπει να ανασυρθεί, μέσα από πληθώρα άσχετων αποτελεσμάτων, αλλά και των παραλλαγών του τρόπου γραφής. Η λέξη μπορεί να υπάρχει ως διαφορετικά γραμμένη, ανορθόγραφη ή ακόμα και διακεκομμένη, σε αλλαγή σειράς κειμένου και στην πράξη, η λέξη θα πρέπει αλιευθεί…
Οι πληροφορίες για το σκάφος «κοκορέλι», στην πρόσφατη βιβλιογραφία(2) είναι ελάχιστες: παλαιότερο σκάφος με κυρτά και τα δύο ποδοστάματα και αναφορές για την παρουσία του στην Ικαρία και στην Μάνη. Στράφηκα λοιπόν στην αναζήτηση της λέξης «κοκορέλι» (ως σκάφος) στο διαδίκτυο, με τα εμφανή αρχικά αποτελέσματα, απογοητευτικά. Κατάφερα όμως να ανασύρω την λέξη, μέσα από ένα αρχείο pdf της εφημερίδας «Κιμωλιακό Φως», του Συνδέσμου των απανταχού Κιμωλίων. Η λέξη αναφερόταν σε ένα άρθρο του Ιατρού και Λαογράφου Μανόλη Χριστουλάκη με τίτλο «Η ιστιοφόρος εμπορική ναυτιλία της Κιμώλου»(3).
Στο άρθρο αναφέρεται πως η Κίμωλος την περίοδο του μεσοπολέμου αποκτά μεγάλο εμπορικό στόλο και πως ανάμεσα στα σκάφη της συγκαταλέγονταν και «κοκορέλια (γαντζάοι)»! Μάλιστα.! Αναρωτιέμαι αν αυτός ο επιπλέον όρος («γαντζάοι») και το νέο μονοπάτι που ανοίγεται μπροστά μου, έρχεται για να συντομεύσει ή να επιτείνει τον ενθουσιασμό μου στην αναζήτηση. Αποφάσισα να επικοινωνήσω τηλεφωνικά με τον εκλιπόντα σήμερα, κο Χριστουλάκη, ιδρυτή επίσης και του Λαογραφικού Μουσείου Κιμώλου, προκειμένου να δώ αν υπάρχουν επιπλέον στοιχεία, γι’ αυτήν την διπλή ονομασία.
Στην συζήτηση που ακολούθησε την επικοινωνία μας, μου είπε πως “τους Γατζάους”, αν και μεγάλος σε ηλικία, δεν τα πρόλαβε ως σκάφη στην Κίμωλο- πως δεν κατασκευάζονταν εκεί αλλά τα αγόραζαν οι καπεταναίοι… Κάπου είχε δεί ένα σκίτσο και ήσαν οξύπρυμνα χωρίς καμπύλες …και πως η ονομασία κοκορέλι δεν ξέρει πως «στάθηκε» γι’ αυτά τα σκάφη-έτσι του μετέφεραν πως τα έλεγα παλιοί καπεταναίοι. Αξιόπιστη και σεβαστή η μαρτυρία του, αλλά χρειαζόμουν περισσότερα στοιχεία που θα οδηγούσαν σε επιβεβαίωση της. Έτσι ξεκίνησα μία νέα, εμβόλιμη αναζήτηση, για το «Γατζάος-Γατζάο».
Και πάλι από την νεότερη χρονικά βιβλιογραφία(4) μου, διαβάζω για το σκάφος «Γατζάο» κάποιες ελάχιστες, σχεδόν ίδιες με το κοκορέλι πληροφορίες: «Το Γατζάο», σκάφος τοπικό εμπορικό με καταγωγή το Ιόνιο και τα Δυτικά παράλια της Ελλάδος, με ευθύ και κυρτό αντίστοιχα τα ποδοστάματα πλώρης και πρύμνης, κλασικό παράδειγμα συνδυασμού ναυπηγικής Αδριατικής και Αιγαίου επηρεασμένο από το Τραμπάκουλο και το Τρεχαντήρι. Ως ιστία έφερε είτε δύο ψάθες είτε δύο μπούμες, τελευταία ναυπήγηση την δεκαετία του 60 και περιγραφή των βασικών διαστάσεων για σκάφη του 1947 και 1969.
Από την Διατριβή επί Διδακτορία(5) όμως του ναυπηγού-μηχανολόγου Αντωνίου το 1969, ανέσυρα κάποια λίγα περισσότερα στοιχεία και μελλοντικά ενδιαφέροντα: «Ο Γατζάος» είναι Επτανησιακό σκάφος με παρουσία και στην Δυτική Πελ/σο, οξύπρυμνο – οξύπρωρο και αρκετά φαρδύ και πως «οι γατζάοι κατεσκευάσθησαν εἰς μικρά μεγέθη» έχοντας χρήση πλοηγού κι αργότερα ως μεγάλα φορτηγά. Σημειώνει δε : « Η μορφή «τῶν γατζάου εἶναι μᾶλλον ἄκομψος ἢ δέ κατασκευή των δύναται να χαρακτηρισθῆ ὡς οὐχί ὑψηλῆς ναυπηγικής τέχνης»…. «Βεβαίως ὑφίστανται και γατζάοι ἐπιμελημένης κατασκευής.» Περιγράφει τις διαστάσεις ενός σκάφους του 1952 «καλῆς Κερκυραϊκής τέχνης» και στην σελίδα 75 παραθέτει δύο ασπρόμαυρες φωτο, πλώρης και πρύμνης με υπότιτλους «Κερκυραϊκός Γατζάος». Το σκάφος φαίνεται μηχανοκίνητο και μεγάλων διαστάσεων
Παρατηρώ και σημειώνω την αναφορά με άρθρα αρσενικού γένους «ο–οι–των» που όπως και ο κ. Χριστουλάκης, χρησιμοποιεί σε όλο το κείμενο του.
Στην συνέχεια στράφηκα πάλι στο διαδίκτυο, από το οποίο με τεχνικές, κατάφερα να ανακαλύψω στην βιβλιοθήκη του Πανεπιστήμιο Κύπρου ένα αρχείο pdf με περιεχόμενο ένα περιοδικό Λογοτεχνικό έντυπο(6) του 1922. Εκεί υπάρχει ένα αυτοβιογραφικό πόνημα του Κ. Φαλτάϊτς(7) στο οποίο περιγράφει σε λογοτεχνική μορφή, την μαθητική του σχέση κατά την διάρκεια της θητείας του στο Β. Ναυτικό, με κάποιον παλιό Υπαξιωματικό. Ανάμεσα σε αυτά που έμαθε και σε ότι αφορά τους τύπους των σκαφών, σε κάποιο σημείου του κειμένου γράφει, «κοκκοφέλι ή γατζάος». «Κοκκοφέλι» δυσνόητο και ομολογώ πως αυτόν τον συνδυασμό δεν τον σκέφτηκα. Επειδή το σύνολο του πονήματος, περιέχει επιβεβαιωμένες ναυτικούς όρους- πληροφορίες αλλά και λόγω του βιογραφικού του Κ. Φαλτάϊτς, εκτίμησα την νέα αυτή καταγραφή, ως την πλέον αξιόπιστη επιβεβαίωση της σχέσης των δύο σκαφών.
Τώρα μπορούσα να επιστρέψω στην αρχική μου διαδρομή, μένοντας στην αναζήτηση μου για το κοκορέλι κι επειδή το σχόλιο του Α. Τζαμτζή, δεν περιείχε αναφορά στο «Γατζάο». Αυτή την φορά, με διάφορες τεχνικές αναζήτησης με λατινική γραφή στο διαδίκτυο και μετά από αρκετή προσπάθεια, είχα δύο αποτελέσματα! «Cocoreli» και «Cocorella»!
Το πρώτο αποτέλεσμα-λέξη βρίσκεται ως λήμμα σε Αγγλικό λεξικό(8) των σκαφών του κόσμου. Εκεί τις περιγραφές των Ελληνικών σκαφών, έχει επιμεληθεί ο Α. Τζαμτζής και το σχετικό κείμενο για το «cocoreli», είναι περίπου η μετάφραση του κειμένου στο έντυπο του Ν.Μ.Ε. Παραθέτει δε και σκίτσο του σκάφους, σχεδόν ίδιο με αυτό του πίνακα του Αχή. Παρατήρησα κι εδώ πως, αν και δίνει πληροφορίες για πολλά ελληνικά σκάφη, δεν κάνει καμία αναφορά σε «Γατζάο-ος»!
Η δεύτερη λέξη βρίσκεται σε ένα βιβλίο του Ludwig Salvator(9) (Österreich, Erzherzog.) με τίτλο «Paxos und Antipaxos im jonischen Meere».Το βιβλίο είναι γραμμένο σε Γερμανική γλώσσα αλλά και μόνο από τον αναγνωρίσιμο τίτλο (Παξός-Αντιπαξός) του Ιονίου κατάλαβα πως βρίσκομαι σε καλό δρόμο. Ψάχνοντας με την λέξη «cocorella» στο ευτυχώς ψηφιακά προσβάσιμο βιβλίο του, διαπίστωσα πως υπάρχουν αρκετές αναφορές στο σκάφος αυτό, αλλά έμενε να μεταφραστούν.
Επιπλέον, διαβάζοντας το βιογραφικό του, είδα πως έχει επισκεφθεί κι άλλα Ιόνια νησιά κι αμέσως αναζήτησα τυχόν άλλα σχετικά με την περιοχή, βιβλία του. Έτσι κι από την συλλογή του(10), επέλεξα να ερευνήσω την ψηφιακή έκδοση των βιβλίων που έδειχναν ενδιαφέροντα(11). Τα Γερμανικά μου βέβαια είναι ανύπαρκτα, όμως αν και μέσω του συγγραφέα βρήκα και την Ελληνική απόδοση του «Παξός και Αντίπαξος»,(12) με την βοήθεια καλών φίλων, προτίμησα την αναζήτηση στα πρωτότυπα κείμενα. Την παρατήρηση του συγγραφέα πως, «Ἐκ τῶν πολλῶν τοῦ πρωτοτύπου εἰκόνων παρελάβομεν ἐν τῇ ἑλληνικῇ ἐκδόσει κατ ̓ ἐκλογὴν τὰς κυριωτέρας.» την θεώρησα περισσότερο ως «προειδοποίηση»!
Ξεκινώντας από το βιβλίο «Paxos und Antipaxos” στην σελίδα 144 παραθέτει των αριθμό των σκαφών των Παξών-καταγεγραμμένων στο λιμάνι του Γάϊου και την χωρητικότητα αυτών. Στον πίνακα αυτόν καταγράφονται 40 σκάφη, και κάτω από την στήλη «Ονομασία σκάφους» υπάρχουν 37 «cocorella» με χωρητικότητα από 5τ έως 23τ, δύο (2) Τραμπάκουλα και μία (1) «Gajta» (κρατάω τον όρο όπως γράφεται). Από περιέργεια για την ελληνική απόδοση του «cocorella», ανέτρεξα και στην μεταφρασμένη έκδοση του βιβλίου, όπου στην σελίδα 129, εδώ η στήλη ονομασία σκάφους, έχει αποδοθεί ως «Χαρακτηρισμός σκάφους» και πράγματι φαίνονται 37 «κοκορέλλα» κι επιπλέον, δίπλα στο «κοκορέλλα» σε παρένθεση γράφεται (καΐκι). Σημειώνω κι εδώ την «αυθαιρεσία» του μεταφραστή, γιατί δεν ξέρω αν γίνεται ως προσδιορισμός συνωνυμίας ή ως κατάταξη. Η μετάφραση γίνεται γύρω στο 1905 και ίσως κάποια σημερινά άγνωστα, τότε να ήσαν κοινά. Επίσης πως εδώ το «Gajta» μεταφράζεται ως «γαϊτα».
Σε συνέχεια του πίνακα στο βιβλίο του, ο Salvatore δίνει την παρακάτω μεταφρασμένη περιγραφή:
«… Όπως είδαμε, εάν εξαιρέσουμε τα δύο (2) Τραμπάκουλα κατασκευασμένα κατά τον Αδριατικόν τρόπο, όλα τα πλοία των Παξών είναι κοκορέλλες και λίγες gajta. Τα πρώτα (εννοεί τις κοκορέλλες) είναι πραγματικά κομψά κι ακόμα με ελαφρύ άνεμο, ταχύπλοα σκάφη. Είναι ποικιλόχρωμα, βαμμένα κυρίως με πράσινο χρώμα και με τα επάνω πλευρά τους, μαύρα…»
Στην σελίδα 146 παραθέτει ένα σκίτσο κοκορέλλας ιδωμένο από δεξιά και από την πρύμνη ενώ στην σελίδα 147 σε σκίτσο το λιμάνι του Γάϊου με τίτλο «στέγνωμα πανιών στον Γάϊο» και (προφανώς) μία κοκορέλλα ιδωμένη από την πλώρη. Κι εδώ δικαιώνομαι για το ότι ακολούθησα την Γερμανική έκδοση, γιατί στην αντίστοιχη Ελληνική δεν υπάρχει το σκίτσο από το λιμάνι του Γάϊου…
Ο Salvatore δεν δίνει στοιχεία κατασκευαστικά και ιστιοφορίας για αυτά σκάφη, οπότε παραθέτω εδώ και τα δύο σκίτσα, για να επισημάνω-σχολιάσω μερικές λεπτομέρειες.
Η κοκορέλλα των σκίτσων φαίνεται ως ένα δικάταρτο οξύπρυμνο σκάφος, με ιστιοφορία θα λέγαμε μπρατσέρας με ένα φλόκο. Στην μοναχική απεικόνιση της (αριστερό σκίτσο) βλέπουμε πως μόνο η πρυμνιά ψάθα έχει ράντα, καθότι μόνο εκεί φαίνεται η σκότα. Αντίθετα στην απεικόνιση των σκαφών στο λιμάνι του Γάϊου, φαίνεται πως δεν υπάρχουν καθόλου ράντες. Παρατηρούμε επίσης πως η εναλλαγή των πανιών της είναι αντίθετη από την Αιγαιοπελαγίτικη αντίστοιχη ιστιοφορία, όπου η πρυμνιά ψάθα αναρτάται αριστερά του καταρτιού. Χαρακτηριστικό της γάστρας του σκάφους είναι το υπερυψωμένο πλωριό ποδόσταμο-κοράκι και η συνολική γύρω του κατασκευή, όπου στο σκίτσο του λιμανιού φαίνεται να την διαπερνά το μπαστούνι του φλόκου. Κι αν αυτό και δεν το καταγράφει εδώ, ο Salvatore το παρατηρεί και το επισημαίνει στο βιβλίο του «Cannossa»(13), όπου στην σελίδα 25 και σε μετάφραση από τα Ιταλικά γράφει: «Σε κάθε στόμιο του καναλιού βλέπουμε κάτι νέο στη θάλασσα. Τώρα είναι οι γνωστές κοκορέλες με τις υψηλές πρώρες, που συνεχίζουν το ταξίδι τους προς το Ιόνιο Πέλαγος, τώρα ένα καλλίγραμμο ελληνικό μπρίκι από το Γαλαξίδι…»
Στην συνέχεια του σχετικού κεφαλαίου του βιβλίου του (Παξός-Αντιπαξός), αναφέρει τα είδη ξυλείας από τα οποία ναυπηγούνται οι κοκορέλες, τον τόπο προμήθειας διάφορων υλικών του σκάφους, τον χρόνο κατασκευής τους, ορισμένους ναυπηγούς αμοιβές ναυτών, τελετή καθέλκυσης και δρομολόγια προς τα γύρω λιμάνια της Δ. Ελλάδος. Δεν υπάρχει κάτι επιπλέον που να αφορά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σκάφους οπότε και συνέχισα την αναζήτηση μου στο επόμενο χρονικά βιβλίο του.
Στο «Ζάκυνθος», δεν βρήκα καμία αναφορά για σκάφος κοκορέλα, όμως αρκετά άλλα ενδιαφέροντα και κυρίως για σκάφη, που τα ονομάζει «kaikia»! Στην σελίδα 564 στον πίνακα «Επισκόπηση των πλοίων που είναι νηολογημένα στο λιμάνι της Ζακύνθου μέχρι τις 5 Μαΐου 1902» καταγράφει 44 «Καΐκια» κάτω των 60 τ. και τα ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα σκάφη όπως, Γολέτες-Mπομπάρδες-Τραμπάκουλα-Gaiten-Πασσάρες και Μπρατσέρες. Σε κείμενο δε κάτω από αντίστοιχο πίνακα για το 1903 (σελ. 565) και σε μετάφραση γράφει:
«Τα διάφορα σκάφη που χρησιμοποιούνται στη Ζάκυνθο είναι τα ακόλουθα: «Τα Battelli…Οι μαούνες ….Υπάρχουν ακόμη Καΐκια με δύο κατάρτια, και σκάφη με δύο κατάρτια, χωρίς τα πλευρικά κομμάτια «(Magula , Kiefern)» (μάγουλα – σιαγώνες) προσκολλημένα στο ποδόσταμο, τα οποία ονομάζονται Gaita» (Γάϊτα;)….Το Τρεχαντήρι έχει εξαρτισμό όπως η Μπρατσέρα ή η Σκούνα. Υπάρχει μόνο ένα (τρεχαντήρι) 25 τόνων, που έχει συμπεριληφθεί στα Καΐκια στον παραπάνω πίνακα….»
Εδώ αρχικά βλέπουμε πως ξεχωρίζει το Τρεχαντήρι από τα Καΐκια κι επομένως μένει ερώτημα, ποιός τύπος σκάφους είναι το «Καΐκι»;
Επιπλέον το υπερυψωμένο πλωριό ποδόσταμα με τα πλευρικά του τμήματα, το τοποθετεί ως χαρακτηριστικό του σκάφους που ονομάζει «Καΐκι». Τα δε πλευρικά αυτά τμήματα τα ονομάζει-προσομοιάζει με «Kiefer» σιαγώνες, όπως ακριβώς το σχήμα που έχουν τα ναυπηγικά κατασκευαστικά στοιχεία «μπρατσόλια». Δηλαδή το ίδιο ακριβώς κατασκευαστικό στοιχείο που φαίνεται στα σκίτσα του «Παξός-Αντίπαξος», όταν αναπαριστά την κοκορέλα!
Σε επιβεβαίωση των παραπάνω, στην σελίδα 566 παραθέτει και την φωτο ενός σκάφους «Καΐκι», στο οποίο εκτός από το κοινό με την κοκορέλα υπερυψωμένο πλωριό ποδόσταμο-μάγουλα, παρατηρούμε επίσης και την ίδια διάταξη στην ιστιοφορία τους (η πρυμνιά ψάθα αναρτάτε αριστερά του καταρτιού). Δεν είναι ευκρινές αν και οι δύο ψάθες έχουν ράντες ή μόνο η πρυμνιές.
Απορώ γιατί δεν ονομάζει το σκάφος cocorella, αφού από την περιγραφή, τις φωτο και τα σκίτσα φαίνεται να είναι το ίδιο σκάφος. Αν δεχθούμε πως δεν το θυμάται, γιατί έχουν βέβαια μεσολαβήσει 20 χρόνια ανάμεσα στις δύο επισκέψεις του, Παξοί- Ζάκυνθος, υπάρχει η αναφορά του στην κοκορέλα στο βιβλίο του Canossa και μόλις πρίν από επτά χρόνια. Οπότε το πιθανότερο που συμπεραίνεται είναι, πως στην Ζάκυνθο το σκάφος το ονόμαζαν διαφορετικά. (Βλέπουμε και την διαφορά του Gajta (με ένα ιστό) και Gaita (με δύο ιστούς).
Τέλος στο βιβλίο του «Ithaka» με τους πίνακες «Εμπορικά πλοία που φθάνουν και αναχωρούν από το λιμάνι της Ιθάκης» 1900-1903 (σελ. 126-129), απλά επιβεβαιώνεται, πως κι εδώ χρησιμοποιεί τον όρο «Καΐκια» για συγκεκριμένη ομάδα-τύπο σκαφών, αφού ακόμα και τα Τρεχαντήρια, δεν τα συγκαταλέγει σε αυτά αλλά τα καταγράφει χωριστά. Επίσης δεν προκύπτει-δεν ξεχωρίζει πως τα «Καΐκια» στην Ιθάκη, είναι διαφορετικά από τα «Καΐκια» στην Ζάκυνθο.
Συνοψίζοντας τις παρατηρήσεις-περιγραφές από τα βιβλία του Salvatore, για το κοκορέλι, αυτές φαίνεται να επιβεβαιώνουν τα χαρακτηριστικά της γάστρας του σκάφους στον πίνακα του Γ. Αχή. Ο τίτλος-χαρακτηρισμός στον πίνακα «Κοκορέλι Μανιάτικο», εκτός από την προέλευση, ενδεχομένως να προσδιορίζει και την παραλλαγή στον εξαρτισμό του σκάφους. Δεν δίδεται όμως καμία πληροφορία στην σχέση με Γατζάο-ος ή και Μαλτέζα.
Συμπεράσματα για το σκάφος Κοκορέλι
Από όλα τα παραπάνω ευρήματα και τις περιγραφές, προκύπτει πως το σκάφος με την αποδιδόμενη ονομασία «Κοκορέλι» αρχικά (1884) υπήρξε ως ένα δικάταρτο οξύπρυμνο σκάφος, των Ιονίων νήσων με εκτόπισμα από 5 έως 23 τ. και με μορφή Τρεχαντηριού. Έφερε ιστιοφορία θα λέγαμε μπρατσέρας με ένα φλόκο, οι ψάθες της είτε φαίνεται να έχουν ράντα μόνο στην πρυμνιά, (είτε καθόλου), ενώ η εναλλαγή των πανιών στους ιστούς, είναι αντίθετη από την Αιγαιοπελαγίτικη αντίστοιχη ιστιοφορία. Χαρακτηριστικό της γάστρας του σκάφους είναι το υπερυψωμένο πλωριό ποδόσταμο και τα δύο δεξιά και αριστερά μπρατσόλια, που αν και φαίνεται να το στηρίζουν, τουλάχιστον το ένα, μάλλον αποτελεί ενισχυτικό-υποστηρικτικό στοιχείο για το μπαστούνι του φλόκου, το οποίο και το διαπερνά.
Στην εξέλιξη του χρόνου (1905) το σκάφος φαίνεται να συνεχίζει να κατασκευάζεται στα Επτάνησα με βελτιώσεις-παραλλαγές κατά τόπους και συναντάται και ως «Καΐκι». Διατηρεί τα ίδια χαρακτηριστικά γάστρας, του πλωριού ποδοστάματος με μάγουλα, της ιστιοφορίας μπρατσέρας με «ανάποδες» ψάθες, αλλά τώρα με ράντες και έως δύο φλόκους. Πιθανότατα να αυξάνεται και σε διαστάσεις (τονάζ), αφού στην Ιθάκη ο Salvatore το κατατάσσει στα σκάφη κάτω των 60 τ., χωρίς άλλες λεπτομέρειες.
Από τις πληροφορίες του Αντωνίου και τις μαρτυρίες των Φαλτάϊτς (1920) και Χριστουλάκη για την διπλή ονομασίας του, το σκάφος φαίνεται να φτάνει μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, αλλά με σοβαρές παρεμβάσεις-μετασκευές λόγω της εμφάνισης της μηχανής. Οι ανάγκες για μεγαλύτερα φορτία και γρηγορότερη μετακίνηση, μάλλον επέφεραν την δραματική αλλαγή του σκάφους, ώστε από ένα καλλίγραμμο τέτοιο (Salavatore), να καταλήξει σε ένα άκομψο και κακότεχνο μηχανικό σκάφος (Αντωνίου).
Αυτό που επίσης προκύπτει είναι πως στο Ιόνιο, τουλάχιστον ανάμεσα στο 1884 και 1903 υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός σκαφών με ονομασίες Κοκορέλι και Καΐκι. Μόνο για τους Παξούς και την Ζάκυνθο, ο Salavatore παραθέτει ογδόντα (80) τέτοια σκάφη και είναι καταχωρημμένο(14) πως και τα υπόλοιπα νησιά αλλά και η Δυτική Ελλάδα, δεν ήσαν αμέτοχες σε ναυπηγήσεις Καϊκιών.
Ο πίνακας ναυπηγήσεων των ετών 1843-1858 του «Ναυτικού Υπουργείου», που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Πανδώρα» το 1858, καταγράφει τους τύπου σκαφών (Τρεχαντήρια-Μπρατσέρες-Τσερνίκια κλπ που ναυπηγήθηκαν ανά την Ελλάδα, την χωρητικότητα αυτών, καθώς και το σύνολο των πληρωμάτων. Σε ιδιαίτερη στήλη «Καΐκια», καταγράφει 188 ναυπηγήσεις σκαφών με τις περισσότερες από αυτές στην Καλαμάτα (90), την Πύλο (22) και την Πάτρα (33), και χωρίς επιπλέον να περιλαμβάνει τις ναυπηγήσεις των Επτανήσων, καθότι δεν έχουν ακόμα ενωθεί με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Με τον πίνακα αυτός θεωρώ πως επιβεβαιώνεται πλήρως, πως για το Ιόνιο και τα Δυτικά Εληνικά παράλια, το Καΐκι αποτελούσε τύπο σκάφους. Η έλλειψη της καταγραφής σκαφών Κοκορέλι – Γατζάο, από την σχετική νεότερη βιβλιογραφία για την ναυτιλία των Ιονίων νήσων(15) και η όποια σύντομη αναφορά σε «καΐκια», μπορεί ίσως να αποδοθεί στο ότι το σκάφος, ως μικρό ακτοπλοϊκό, δεν θα είχε θέση ανάμεσα σε ποντοπόρα κι εμπορικές συναλλαγές με το εξωτερικό. Επιπλέον, όπως και για την βιβλιογραφία με συγκεκριμένη θεματολογία Ελ. ναυπηγικής και τυπολογίας σκαφών(16), η απουσία του, μάλλον βασίζεται στην επονομασία του ως Καΐκι. Η απόδοση αυτή, μάλλον κατέταξε το σκάφος στην γενικότητα του όρου που χαρακτηρίζει πολλά πλοιάρια στο Αιγαίο κι έτσι ως κάτι «κοινότυπο- αδιάφορο» για τους συγγραφείς, δεν θεωρήθηκε σημαντικό για να εξετασθεί περισσότερο. Ωστόσο η απουσία αυτού του σκάφους από την βιβλιογραφία, δεν αναιρεί την ύπαρξη του κι επομένως και το ερώτημα, με ποιά ονομασία καταγράφονταν σε έγγραφα Κρατικών φορέων και Υπηρεσιών, καθώς και σε κάθε άλλου είδους συναλλαγές. Κι αυτή βέβαια ήταν ευκαιρία για μία ακόμα διαδρομή αναζήτησης, που δεν θα άφηνα χωρίς να την ερευνήσω, κυρίως για να επιβεβαιωθούν ή όχι κάποιες υποψίες μου.
Μέσα λοιπόν στα περιθώρια κινήσεων που μου δίνονται ως ερασιτέχνη ερευνητή, αρχικά έκανα μία διαδικτυακή αναζήτηση για «Ναυτολόγιο Α»(17), έγγραφο στο οποίο θα κατατασσόταν το σκάφος, ως κάτω των 30 τ. Σχετικά εύκολα κατάφερα να εντοπίσω τρία των ετών 1916-1917 κι από διαφορετικές περιοχές του Ιονίου. Κέρκυρα, Παξούς και Ιθάκη.
Τα κοινά στοιχεία σε όλα (περιοχή- τύπος σκάφους), νομίζω ελαχιστοποιούν την σύμπτωση. Όπως φαίνεται στην εικόνα και τα τρία αναγράφουν ως τύπο του σκάφους «Καΐκιον». Στην συνέχεια επισκέφθηκα τα διαθέσιμα και διαδικτυακά προσβάσιμα Γενικά αρχεία του κράτους (Γ.Α.Κ.). Εκεί αναζήτησα τις υπάρχουσες καταγραφές Λιμεναρχείων περιοχής Δυτικής Ελλάδος στα Βιβλία κατάπλου / απόπλου σκαφών των Λιμεναρχείων Γαλαξιδίου, Κυλλήνης, Καρβασαρά (Αμφιλοχίας) και Υγειονομείου Πατρών(18), καθώς και Συμβολαιογραφικές πράξεις με πράξεις αγοραπωλησίας σκαφών, συμβολαιογράφων του Μεσολογγίου(19). των ετών 1850-1865. Σε ότι αφορά τις καταγραφές από Λιμενικές αρχές και παρόλο το δυσανάγνωστο χειρόγραφο χαρακτήρα αυτών, υπάρχουν αρκετές με «Είδος πλοίου», «Καΐκιον». Στα δε επίσης δυσανάγνωστα συμβόλαια αγοραπωλησίας σκαφών, η περισσότερο συνηθισμένη καταγραφή είναι η «εν πλοίον Καΐκιον».
Θα παρατηρήσω εδώ πως από την Αρχειακή υπηρεσία οι περιλήψεις των τεκμηρίων αγοραπωλησίας σκαφών, περιγράφουν αυτά ως απλά-κοινά «καΐκια».! Καταλήγοντας και σε αυτήν την διαδρομή, δεν συνάντησα κανέναν από τους όρους «Κοκορέλι» και «Γατζάος» παρά μόνο καταγραφές «Καΐκιον» από 5-22 τ., οπότε η υποψία μου μάλλον επιβεβαιώνεται. Και οι δύο χαρακτηρισμοί, το πιθανότερο είναι παρωνύμια (παρατσούκλια).
Σε ότι αφορά τον αποδιδόμενο χαρακτηρισμό στο σκάφος ως «κοκορέλι», δεν φαίνεται κάτι άλλο από το ότι του αποδίδεται ως περιπαικτικός προσδιορισμός της Κερκυραϊκής καταγωγής του λόγω και του τοπικού ιδιώματος για τον μικρό κόκκορα.
Για την ονομασία «Γατζάο-ος» ομολογώ πως έψαξα πολύ.! Υπάρχουν βέβαια οι καταγραφές δύο υποθέσεων-εικασιών, χωρίς όμως περισσότερα στοιχεία. Η πρώτη απλά σημειώνει ένα Ιταλικό σκάφος του 1674 με το όνομα «ganzara» ή και «ganzaroli»(19) και η δεύτερη περιέχεται σε μία έκδοση του Ναυτ. Μουσείου της Κροατίας,(20) πως πιθανόν το όνομα προήλθε από ένα σκάφος το 1805 με το όνομα «Gazzella». Ωστόσο όπως επισημαίνεται, η έρευνα αυτή δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί, βρίσκεται σε εξέλιξη κι αυτό μου έδωσε την αφορμή να σκεφτώ διαφορετικά και όχι ίσως, όπως οι σχετικοί ερευνητές. Θεώρησα λοιπόν πως η δεύτερη ονομασία ως Γατζάο-ος για το Κοκορέλι με καταγωγή τον Γάϊο των Παξών, καθώς και η διαφορά γένους «ο-ος», θα πρέπει να έχουν κάποια σχέση. Κι επειδή δεν μπόρεσα να συνδυάσω κάτι με την Ελληνική γλώσσα, στράφηκα και πάλι σε όποια άλλη.
Η ιστορία των Ιονίων του 19ου αιώνος, περιέχει την Γαλλική (1807–1814) και την Αγγλική κατοχή (1815–1864). Σε ότι αφορά τους Γάλλους, ο Γάϊος σε δύο τουλάχιστον Γεωγραφικές εγκυκλοπαίδειες κι ένα Ναυτιλιακό Εγχειρίδιο θέσεων φάρων, αναγράφεται ως «Gajo»(21) (Γκάτζο). Σε ότι αφορά τους Άγγλους, εδώ ο Γάϊος αναγράφεται ως «Gaja» (Γκάτζα) σε πολλά βιβλία-έντυπα αλλά και χάρτες της εποχής(22).
Οπότε αν μπορώ να προσθέσω κι εγώ την δική μου υπόθεση, αυτή είναι η παρακάτω. Το σκάφος ως μάλλον η Ελληνική εκδοχή κάποιου Δυτικού (πιθανόν Μαλτέζικου(23) ή Δαλματικού) δεν θα του είχε δοθεί όνομα. Και μπορεί επίσημα να καταγραφόταν ως «Καΐκιο», αλλά στην καθημερινή χρήση του λόγου, είχε και παρωνύμια. Ο προσδιορισμός του ως γένους αρσενικού με κατάληξη «ος» κατά την γνώμη μου, είναι τοπικός προσδιορισμός της προέλευσης του κι αυτής Ελληνοποιημένης, από την Αγγλική γλώσσα. Γατζάος, ο προερχόμενος από τον Γάϊο.
Ευχαριστίες (Acknowledgments)
- Ευχαριστώ τους φίλους μοντελιστές κο W. Eberhard Falck και κο Παναγιώτη Χρυσοβέργη για την συνεισφορά τους στην μετάφραση κειμένων από την Γερμανική γλώσσα.
- Τον πολύ καλό φίλο Μπουζούνη Γ. για τις ατελείωτες παραγωγικές συζητήσεις.
Βιβλιογραφία
- Περιοδικό «Περίπλους» τεύχος 107 σελ. 15 (2019)
- «Ελληνική Παραδοσιακή Ναυπηγική» Κ. Δαμιανίδη σελ. 94 (1996)
- Εφημερίδα «Κιμωλιακό Φως» αρ. φύλλου 3 / σελ.4 (1996)
- α. «Ελληνική Παραδοσιακή Ναυπηγική» Κ. Δαμιανίδη σελ.45, β. «Τα Ελληνικά Ιστιοφόρα του 20ου αιώνα» Κ. Δαμιανίδης- Τ. Λεοντής σελ.18 (1992-3), γ. «Ναυπηγική και πλοία της Ανατολικής Μεσογείου και Μ. Θάλασσας κατά τον 18ο-19ο αιώνα» Κ Δαμιανίδης (1995)
- «Έρευνα επί των Ναυπηγικών δεδομένων των Ελληνικού τύπου σκαφών» Αν. Αντωνίου σελ. 34 (1969)
- «Ελληνική επιθεώρησις» – Τμ ΙΕ’ τευχ. 174 (Απρ. 1922) σελ.14 «Ομιλίαι μέ τό Ναύκληρο». https://lekythos.library.ucy.ac.cy/archive/item/114006
- Κωνσταντίνος Φαλτάϊτς
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A6%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AC%CE%B9%CF%84%CF%82 - «Dictionary of the world’s watercraft from Aak to Zumbra» Chatham Publishing (2001) σελ. 145
- https://en.wikipedia.org/wiki/Archduke_Ludwig_Salvator_of_ Austria
- https://www.ludwigsalvator.com/buecher/
- α) «Paxos und Antipaxos im jonischen Meere. (1887), β) «Cannossa» (1897), γ) «Zante» (1904), δ) «Ithaka Wintertage» (1905)
- Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών (Παξός-Αντίπαξος» Αναστασίου Μιτσιάλη (1905)
- Η Canosa di Puglia είναι μια πόλη στην Ν. Ιταλία με θέα στην Αδριατική.
- α. «The Ionian islands in the year 1863» D. T. Ansted, β. Περιοδικό «Πανδώρα» 1858 τομ. 9ος σελ.545
- α. « Η ναυτιλία των Ιονίων Νήσων » Ν. Βλασσοπούλου, β. «Η ναυτιλιακή επιχείρηση των Επτανήσων (1814-1864). Η περίπτωση της Κεφαλονιάς» Μηνά Αντύπα.
- α. «Mediterranean Wooden Shipbuilding in the nineteenth century: Production, Productivity and Ship Types in Comparative Perspective.» Apostolos Delis (2012), β. «From Lateen to Square Rig: The evolution of the Greek- owned merchant fleet and its ships in the eighteenth and nineteenth centuries» Apostolos Delis (2014)
- «Οι Ελληνικοί Κώδικες μετὰ τῶν τροποποιούντων αὐτοὺς νεωτέρων Νόμων καὶ Β. Διαταγμάτων» 1844. τομ Β΄σελ.559
- α. Γ.ΑΚ. Αρχείο Γραμματείας / Υπουργείου επί των Οικονομικών (1833-1862)/Υποσειρά #005 – Βιβλία Τελωνείων – Λιμεναρχείων – Υγειονομείων Φάκελοι # 717 / 720 / 723, β. Γ.Α.Κ. Αρχεία Ν. Αιτωλοακαρνανίας/ Συμβολαιογράφοι Μεσολογγίου Αθανάσιος Παπαλουκάς και Δημήτριος Καψάλης. Φάκελος # 004 /Τεκμήρια034/…/098/…396/…2160…/2207…/2211 /4320…/7322 κ.α.
- «Ελληνική Παραδοσιακή Ναυπηγική» Κ. Δαμιανίδη σελ. 48 σημ 31
- “NAŠE MORE” ( “MARE NOSTRUM”) (1069 – 2019)” Hrvatski pomorski muzej Split Glagoljaša 18, Split σελ. 77 (2019 Έκδοση του Κρατικού Ναυτικού Μουσείου του Σπλίτ-Κροατία)
- α. «GRAND DICTIONNAIRE DE GÉO GRAPHI UNIVERSELLE» ANCIENNE ET MODERNE (1859) σελ.16, β. «GÉOGRAPHIE GÉNÉRALE» (1880) σελ.672 E. Dussieux, γ. «PHARE LA MER MÉDITERRANÉE DE LA MER NOIRE ET DE LA MER D’AZOF» (1881) σελ. 92
- α. «Notes and observations on the Ionian Islands and Malta» (1842) John Davy. σελ.213&235, β. «GAZETTEER OF THE WORLD, OR DICTIONARY OF GEOGRAPHICAL KNOWLEDGE». (1859) σελ.500, γ. 1. Χάρτης του Christian Gottlieb Reichard, 1823 και 2. Χάρτηςτου John Arrowsmith published by Edward Stanford 1887.
- «Early Maltese Migration to Corfu (1815-1830)» (2025) Arnold Cassola

























































