Γράφει η Αλεξάνδρα Βλάχου
Ο υποπλοίαρχος έφτασε στον Πειραιά με ούριο άνεμο και φορτωμένο αμπάρι. Κιβώτια με καπνό, σύκα και σταφίδα μπάλες βαμβακιού και σακιά με σιτηρά. Εμπορεύματα καταγεγραμμένα με ακρίβεια·προορισμένα για την ενδοχώρα και τα νησιά.
Ημερολόγιο πλου – Ημέρα 3η
Αναχώρηση: Σμύρνη1Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σμύρνη αποτέλεσε εκ νέου σημαντικό εμπορικό κόμβο της Ανατολικής Μεσογείου. Το λιμάνι της γνώρισε σταδιακή ανασυγκρότηση και αναζωογόνηση του εμπορίου, κυρίως σε αγροτικά προϊόντα και πρώτες ύλες, εξυπηρετώντας ναυτικές και εμπορικές διαδρομές προς τον ελλαδικό χώρο και την Ευρώπη
Κατάπλους: Πειραιάς. Τις μέρες υπέγραφε χαρτιά, λογάριαζε μίλια και ημερομίσθια. Το καράβι θα έμενε λίγο· όσο χρειαζόταν για τους ελέγχους, τις μικροεπισκευές και την απαραίτητη ανάπαυλα του πληρώματος. Επόμενο λιμάνι, Κωνσταντινούπολη. Συνήθιζε να κατεβαίνει μόνος στο λιμάνι.
Ο Πειραιάς εκείνης της εποχής, παρά τις πληγές από τους βομβαρδισμούς —συνεργεία στους δρόμους έκλειναν τρύπες από οβίδες, ενώ οι γερανοί στο λιμάνι δούλευαν ακατάπαυστα, απομακρύνοντας συντρίμμια— διατηρούσε ακόμη τον ευρωπαϊκό του χαρακτήρα και έμοιαζε με πίνακα του Βολανάκη2Ζωγράφος του 19ου αιώνα, κορυφαίος εκπρόσωπος της ελληνικής θαλασσογραφίας. Τα έργα του αποτυπώνουν λιμάνια, ακτές και πλοία με ρεαλισμό και λυρικότητα, διαμορφώνοντας την εικαστική μνήμη της ναυτικής Ελλάδας, ποτισμένο με μυρωδιά αλμύρας, κάρβουνου, λαδιού μηχανής. Παραπέρα σπιτάκια φτωχικά, ασβεστωμένα, φωλιασμένα πάνω από μικρούς κολπίσκους.
Στην ακτή της Καστέλλας την είδε. Στεκόταν μόνη, με ένα βιβλίο στο χέρι και ένα μαύρο μολύβι αντιγραφής3Ειδικό είδος μολυβιού που χρησιμοποιούνταν ευρέως. Το ίχνος του ήταν ανεξίτηλο στο νερό· αν υγρανόταν η μύτη του, έγραφε σαν μελάνι. Χρησιμοποιήθηκε επίσης εκτενώς από στρατιώτες και ναυτικούς τη δεκαετία του 1940 για ημερολόγια, σημειώσεις και πρόχειρα σχέδια εν πλω που χάραζε άναρχα σχέδια σε κόλλες χαρτιού. Δεν έμοιαζε να περιμένει κανέναν. Σαν να συνομιλούσε με τη θάλασσα. Αντάλλαξαν ματιές. Το βλέμμα της είχε μια καθαρότητα που τον αποσυντόνιζε. Κι εκείνος, μαθημένος σε χάρτες, εξάντες και πορείες, κατάλαβε πως είχε ήδη ξεστρατίσει. Άρχισε να κατεβαίνει συχνότερα στην ακτή. Εκείνη, πάντα εκεί. Ο έρωτας ήρθε όπως η αλλαγή του καιρού μετά τη νηνεμία: αθόρυβα. Κοντά της ξέχασε τα πάντα. Όμως το τελευταίο απόγευμα έφτασε γρήγορα. Το καράβι του θα αναχωρούσε την επομένη, αχάραγα. Εκείνος ήξερε από την αρχή πως θα φύγει· τώρα μάθαινε πως θα έφευγε εκείνη — πρώτη.
Ήταν έτοιμο να αποπλεύσει τις απογευματινές ώρες της 21ης Δεκεμβρίου του ’45. Βαρύς χειμώνας, θάλασσα μολυβένια. Το κατάστρωμα γεμάτο νιάτα, ελπίδα και βλέμματα που λαχταρούσαν να μιλήσουν για φιλοσοφία, τέχνη και πολιτική. Προορισμός: Μασσαλία. Ενδιάμεσος σταθμός: Τάραντας.
Στην προβλήτα επικρατούσε αναβρασμός. Υπογραφές βιαστικές, έλεγχος εγγράφων, κάβοι έτοιμοι να λυθούν μέσα στο τσουχτερό κρύο. Ανάμεσά τους, εκείνη. Δίπλα της, ένας νέος δεν γύρισε πίσω ούτε στιγμή· ήταν η μάνα του στο λιμάνι και δεν άντεχε να την αποχαιρετήσει — της το εξομολογήθηκε αργότερα, βουρκωμένος. Εκείνης οι δικοί της είχαν χαθεί στην Κατοχή. Ο υποπλοίαρχος στεκόταν μουδιασμένος. Στα χέρια της, εκείνη κρατούσε μια μικρή βαλίτσα και έναν φάκελο δεμένο με σπάγκο — όλο το βιος της για το μεγάλο ταξίδι. Μέσα στον φάκελο, το καλύτερο κασμιρένιο ύφασμα από το φορτίο και μια εικόνα του Αγίου Νικολάου.
Το «Ματαρόα» σφύριξε. Οι κάβοι λύθηκαν. Το πλοίο πήρε πορεία και, για πρώτη φορά στη ζωή του, ο αξιωματικός δεν ήταν εκείνος που έφευγε. Ήταν εκείνος που έμενε στην αποβάθρα. Δεν την ξαναείδε ποτέ. Μα δεν την ξέχασε. Στο πηδάλιο του καραβιού του, δίπλα στα εικονίσματα, υπήρχε πάντα ένα κιτρινισμένο χαρτί: μια γραφική ακτή του Πειραιά σχεδιασμένη βιαστικά με μαύρο μολύβι αντιγραφής, μα με υπογραφή καλλιγραφική. Την ίδια ακριβώς υπογραφή είχαν, χρόνια αργότερα, κάποιοι πίνακες που κοσμούσαν γκαλερί του Παρισιού. Σήμα κατατεθέν της ζωγράφου, το κασμιρένιο της φουλάρι. Το γούρι της, όπως έλεγε.
Διαβάστε ένα ενδιαφέρον άρθρο για την ιστορία του 'Ματαρόα".
























































