Γράφει ο Γεράσιμος Λειβαδάς
Το γεγονός ότι έχουμε ένα Ελληνικό πλοίο με σιτάρι στην Μασσαλία μας οδηγεί στην υπόθεση ότι το πλοίο είχε φθάσει στην πόλη από την Οδησσό, την κύρια πηγή εξαγωγής των Ουκρανικών σιτηρών προς την Ευρώπη. Έλληνες έμποροι της διασποράς κυριαρχούσαν τότε στην γραμμή αυτή με σημαντικότερους οίκους αυτούς που ίδρυσαν οι Ροδοκανάκηδες, οι Παπούδωφ, οι Ράλληδες, οι Αλφιεράκηδες και άλλοι.
Μετά την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, μία συνθήκη που ακολούθησε έναν εξαετή Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο, η Μεγάλη Αικατερίνη εξασφάλισε το δικαίωμα της ελεύθερης διέλευσης Ρωσικών πλοίων από τα Δαρδανέλια. Την έλλειψη εμπορικού στόλου της Ρωσία κάλυψε η Ελληνική επιχειρηματικότητα. Οι Έλληνες εκμεταλλεύθηκαν την κατάληψη της Γένοβας και της Βενετίας από τον Ναπολέοντα το 1797 αλλά και την συνθήκη της Βιέννης του 1815 που κατάργησε την αυτονομία τους ως πόλεις-κράτη και τις ενέταξε, την πρώτη στο Βασίλειο της Σαρδηνίας, την δεύτερη στην Αυστριακή Αυτοκρατορία, αφαιρώντας την κυριαρχία της πάνω στην Κρήτη, την Κύπρο και άλλες περιοχές στο Αιγαίο. Μεταξύ 1860 και 1871, πραγματοποιείται η Ιταλική Ενοποίηση (Risorgimento), οπότε το Βασίλειο πλέον της Ιταλίας έστρεψε το ενδιαφέρον του στα ατμόπλοια, ενώ η Αμερικανική ήπειρος αποτέλεσε αξιοσημείωτη πηγή έλξης για πιο κερδοφόρες πηγές της Ιταλικής εμπορικής δραστηριότητας αλλά και μετανάστευσης.
Οι Έλληνες επομένως, με την κρατική τους πλέον υπόσταση, συνέχισαν να επικρατούν στο εμπόριο με την Ρωσία, παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή καταργήθηκε με την Συνθήκη των Παρισίων του 1856 και τα Ελληνικά πλοία πλέον έφεραν την γαλανόλευκη.
Οι Ρωσικές εξαγωγές σιταριού το 1876, έτος που ο Moutte ζωγράφισε τον πίνακα, ανέρχονταν σε 1,8 εκατομμύρια τόνους από 0,5 εκατομμύριο το 1851, ενώ το 1900 ανήλθαν σε 2,7. Η Γαλλία, δεύτερη Ευρωπαϊκή χώρα μετά την Αγγλία, το 1876, εισήγαγε 295 χιλιάδες τόνους σιτάρι, με κύριο λιμάνι την Μασσαλία, δεκαπενταπλασιάζοντας τις εισαγωγές της από το 1851, ενώ οι τελωνειακοί δασμοί ήταν ελάχιστοι, γύρω στο ένα Γαλλικό φράγκο στον τόνο. Στην Μασσαλία κατέπλεαν περί τα 20,000 πλοία τον χρόνο. Μετά το 1885 η Γαλλία αύξησε τους δασμούς στα σιτηρά για να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή με αποτέλεσμα να μειωθούν οι εισαγωγές ειδικά από τις Η.Π.Α., αλλά και την Ρωσία. Μετά το 1900 συνέχισε να εισάγει από την Ρωσία, ενώ εξήγαγε το Γαλλικό σιτάρι ειδικά στην Αίγυπτο καλύπτοντας το 60% των αναγκών της χώρας.
Ποιοι απεικονίζονται;
Όσον αφορά στα πρόσωπα που απεικονίζει ο πίνακας διακρίνουμε τρείς άνδρες όρθιους στην προκυμαία και άλλον έναν επί του σκάφους με κόκκινα μαλακά φεσάκια χωρίς φούντα. Προφανώς είναι οι Έλληνες, μέλη του πληρώματος. Οι άλλοι εργάτες με τα ψάθινα ή μάλλινα καπέλα πρέπει να είναι οι ντόπιοι ελεγκτές που με τέσσερεις σίτες που στηρίζονται σε πρόχειρα τρίποδα, ελέγχουν εμπειρικά την ποικιλία του σιταριού, την παρουσία προσβολής από έντομα, την περιεκτικότητα ξένων υλών, την παρουσία βλαστημένων κόκκων, τον βαθμό της υγρασίας αλλά και την γενικότερη ποιότητα του σιταριού. Ο μεσήλικας άνδρας με το γαλάζιο σακάκι και το ψάθινο καπέλο που διακρίνεται ανάμεσα στους Έλληνες εργάτες, είναι μάλλον ο επιχειρηματίας ή κάποιος αξιωματούχος που εμπλέκεται στο εμπόριο του λιμανιού. Η ενδυμασία και η θέση του στη σκηνή υποδηλώνει ότι αποτελεί μέρος της εμπορικής τάξης της πόλης εκείνη την εποχή.
Από τα ρούχα που φορούν οι εικονιζόμενοι μπορούμε να υποθέσουμε ότι η σκηνή εξελίσσεται το φθινόπωρο και όχι το καλοκαίρι. Επομένως, η ποικιλία του σιταριού πρέπει να είναι σκληρό σιτάρι Triticum durum που είναι και καλύτερης ποιότητος. Η συγκομιδή πραγματοποιείται τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο στο χωράφι που βρίσκεται σε μία περιοχή με ακτίνα 650 χιλιόμετρα από το λιμάνι της Οδησσού. Η μεταφορά γινόταν μέσα από τις στέπες από τους Ουκρανούς αγωγιάτες, “Τσουμάκους”, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας ανοικτά κάρα που έσερναν βόδια, μετέφεραν τα σιτηρά στην Οδησσό και επέστρεφαν φορτωμένοι με το αλάτι της Κριμαίας. Αν υπολογίσουμε μία έως τρείς εβδομάδες που χρειάζεται η μεταφορά και η φόρτωση στα πλοία από το χωράφι στην Οδησσό, και περίπου άλλες τέσσερεις εβδομάδες ναυσιπλοΐας μέχρι την Μασσαλία, υπολογίζουμε την άφιξη περί τα τέλη Οκτωβρίου που συνάδει με την εικονιζόμενη ενδυμασία. Ο σιδηρόδρομος αντικατέστησε οριστικά τους τσουμάκους μέχρι το 1900.
Ο πίνακας “Le Débarquement des blés”/ “Η εκφόρτωση σιταριού” είναι λάδι σε καμβά, διαστάσεων 150Χ200 και βρίσκεται στο Palais Longchamp όπου στεγάζεται το Musée des Beaux-Arts της Μασσαλίας. Εκτέθηκε στο Salon des Artistes Français των Παρισίων το 1877, ένα χρόνο από τη δημιουργία του, από όπου αποκτήθηκε από τον Δήμο της Μασσαλίας.
Ας ξεκινήσουμε από τα πρόδηλα και προφανή. Το πλοίο που απεικονίζει στα δεξιά είναι ελληνικό ξύλινο δικάταρτο ή τρικάταρτο ιστιοφόρο μπάρκο. Η γαλανόλευκη που κυματίζει χαμηλά στον επίδρομο της πλώρης ή το μαντάρι του φλόκου επιβεβαιώνει ότι ήταν Ελληνικών συμφερόντων. Η μάλλον πρόχειρη τοποθέτηση της σημαίας εκεί είναι δηλωτική της εθνικότητας του εμπόρου που το είχε ναυλώσει, ενώ το πλοίο πιθανόν έφερε άλλη σημαία, πιθανότατα Ρωσική.
Ποιο είναι το λιμάνι που απεικονίζει ο πίνακας; Εκ πρώτης όψεως υπολογίζεται ότι είναι ένα μεγάλο λιμάνι περιτριγυρισμένο από λόφους, επομένως σαν τέτοιο η αρχική σκέψη μας οδηγεί στην Μασσαλία. Η επιβεβαίωση προκύπτει από την ταυτοποίηση δύο κτηρίων. Στα αριστερά, στο άκρο του πίνακα, στο βάθος, διακρίνεται ένα γοτθικό καμπαναριό με ρολόϊ και πιο δεξιά ένα μεγάλο κτήριο σε σχήμα Π ανοικτό προς το λιμάνι.
Το πρώτο είναι το καμπαναριό του 13ου αιώνα της γοτθικής Église Notre Dame des Accoules. Η εκκλησία κατεδαφίστηκε το 1794 και στην θέση της κτίστηκε νέα, όμως το καμπαναριό διατηρήθηκε, λόγω του ότι αποτελούσε σημαντικό ορόσημο της πόλης. Ήταν κτισμένο στην κορυφή του παλαιότερου Πύργου Sauveterre, μιας κατασκευής του 13ου αιώνα που χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να χτυπάει τον συναγερμό και να συγκαλεί δημοτικά συμβούλια. Το υπάρχον ρολόι τοποθετήθηκε κατά την διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης.
Το μεγάλο κτήριο σε σχήμα Π είναι το νοσοκομείο Hotel Dieu του 1753 που εγκαινιάστηκε από τον Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ’ το 1866. Σήμερα, έχει μετατραπεί σε ξενοδοχείο 5 αστέρων Hôtel Dieu Intercontinental Marseille.
Τα δύο αυτά κτήρια, αλλά και η γωνία από την οποία διακρίνονται, μας οδηγούν στο να τοποθετήσουμε το πλοίο στο Quai de Rive Neuve και ειδικότερα στο Quai du Canal της Μασσαλίας όπου στο παρελθόν, ένα τεχνητό κανάλι περιέβαλε κτήρια αποθηκών αλλά και το τελωνείο.
Το γεγονός ότι έχουμε ένα Ελληνικό πλοίο με σιτάρι στην Μασσαλία μας οδηγεί στην υπόθεση ότι το πλοίο είχε φθάσει στην πόλη από την Οδησσό, την κύρια πηγή εξαγωγής των Ουκρανικών σιτηρών προς την Ευρώπη. Έλληνες έμποροι της διασποράς κυριαρχούσαν τότε στην γραμμή αυτή με σημαντικότερους οίκους αυτούς που ίδρυσαν οι Ροδοκανάκηδες, οι Παπούδωφ, οι Ράλληδες, οι Αλφιεράκηδες και άλλοι.
Μετά την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, μία συνθήκη που ακολούθησε έναν εξαετή Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο, η Μεγάλη Αικατερίνη εξασφάλισε το δικαίωμα της ελεύθερης διέλευσης Ρωσικών πλοίων από τα Δαρδανέλια. Την έλλειψη εμπορικού στόλου της Ρωσία κάλυψε η Ελληνική επιχειρηματικότητα. Οι Έλληνες εκμεταλλεύθηκαν την κατάληψη της Γένοβας και της Βενετίας από τον Ναπολέοντα το 1797 αλλά και την συνθήκη της Βιέννης του 1815 που κατάργησε την αυτονομία τους ως πόλεις-κράτη και τις ενέταξε, την πρώτη στο Βασίλειο της Σαρδηνίας, την δεύτερη στην Αυστριακή Αυτοκρατορία, αφαιρώντας την κυριαρχία της πάνω στην Κρήτη, την Κύπρο και άλλες περιοχές στο Αιγαίο. Μεταξύ 1860 και 1871, πραγματοποιείται η Ιταλική Ενοποίηση (Risorgimento), οπότε το Βασίλειο πλέον της Ιταλίας έστρεψε το ενδιαφέρον του στα ατμόπλοια, ενώ η Αμερικανική ήπειρος αποτέλεσε αξιοσημείωτη πηγή έλξης για πιο κερδοφόρες πηγές της Ιταλικής εμπορικής δραστηριότητας αλλά και μετανάστευσης.
Οι Έλληνες επομένως, με την κρατική τους πλέον υπόσταση, συνέχισαν να επικρατούν στο εμπόριο με την Ρωσία, παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή καταργήθηκε με την Συνθήκη των Παρισίων του 1856 και τα Ελληνικά πλοία πλέον έφεραν την γαλανόλευκη.
Οι Ρωσικές εξαγωγές σιταριού το 1876, έτος που ο Moutte ζωγράφισε τον πίνακα, ανέρχονταν σε 1,8 εκατομμύρια τόνους από 0,5 εκατομμύριο το 1851, ενώ το 1900 ανήλθαν σε 2,7. Η Γαλλία, δεύτερη Ευρωπαϊκή χώρα μετά την Αγγλία, το 1876, εισήγαγε 295 χιλιάδες τόνους σιτάρι, με κύριο λιμάνι την Μασσαλία, δεκαπενταπλασιάζοντας τις εισαγωγές της από το 1851, ενώ οι τελωνειακοί δασμοί ήταν ελάχιστοι, γύρω στο ένα Γαλλικό φράγκο στον τόνο. Στην Μασσαλία κατέπλεαν περί τα 20,000 πλοία τον χρόνο. Μετά το 1885 η Γαλλία αύξησε τους δασμούς στα σιτηρά για να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή με αποτέλεσμα να μειωθούν οι εισαγωγές ειδικά από τις Η.Π.Α., αλλά και την Ρωσία. Μετά το 1900 συνέχισε να εισάγει από την Ρωσία, ενώ εξήγαγε το Γαλλικό σιτάρι ειδικά στην Αίγυπτο καλύπτοντας το 60% των αναγκών της χώρας.
Ποιοι απεικονίζονται;
Όσον αφορά στα πρόσωπα που απεικονίζει ο πίνακας διακρίνουμε τρείς άνδρες όρθιους στην προκυμαία και άλλον έναν επί του σκάφους με κόκκινα μαλακά φεσάκια χωρίς φούντα. Προφανώς είναι οι Έλληνες, μέλη του πληρώματος. Οι άλλοι εργάτες με τα ψάθινα ή μάλλινα καπέλα πρέπει να είναι οι ντόπιοι ελεγκτές που με τέσσερεις σίτες που στηρίζονται σε πρόχειρα τρίποδα, ελέγχουν εμπειρικά την ποικιλία του σιταριού, την παρουσία προσβολής από έντομα, την περιεκτικότητα ξένων υλών, την παρουσία βλαστημένων κόκκων, τον βαθμό της υγρασίας αλλά και την γενικότερη ποιότητα του σιταριού. Ο μεσήλικας άνδρας με το γαλάζιο σακάκι και το ψάθινο καπέλο που διακρίνεται ανάμεσα στους Έλληνες εργάτες, είναι μάλλον ο επιχειρηματίας ή κάποιος αξιωματούχος που εμπλέκεται στο εμπόριο του λιμανιού. Η ενδυμασία και η θέση του στη σκηνή υποδηλώνει ότι αποτελεί μέρος της εμπορικής τάξης της πόλης εκείνη την εποχή.
Από τα ρούχα που φορούν οι εικονιζόμενοι μπορούμε να υποθέσουμε ότι η σκηνή εξελίσσεται το φθινόπωρο και όχι το καλοκαίρι. Επομένως, η ποικιλία του σιταριού πρέπει να είναι σκληρό σιτάρι Triticum durum που είναι και καλύτερης ποιότητος. Η συγκομιδή πραγματοποιείται τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο στο χωράφι που βρίσκεται σε μία περιοχή με ακτίνα 650 χιλιόμετρα από το λιμάνι της Οδησσού. Η μεταφορά γινόταν μέσα από τις στέπες από τους Ουκρανούς αγωγιάτες, “Τσουμάκους”, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας ανοικτά κάρα που έσερναν βόδια, μετέφεραν τα σιτηρά στην Οδησσό και επέστρεφαν φορτωμένοι με το αλάτι της Κριμαίας. Αν υπολογίσουμε μία έως τρείς εβδομάδες που χρειάζεται η μεταφορά και η φόρτωση στα πλοία από το χωράφι στην Οδησσό, και περίπου άλλες τέσσερεις εβδομάδες ναυσιπλοΐας μέχρι την Μασσαλία, υπολογίζουμε την άφιξη περί τα τέλη Οκτωβρίου που συνάδει με την εικονιζόμενη ενδυμασία. Ο σιδηρόδρομος αντικατέστησε οριστικά τους τσουμάκους μέχρι το 1900.
Αισθητική του πίνακα:
Με την πτώση του Ναπολέοντος και την ήττα στο Βατερλώ η Γαλλική ζωγραφική με κυρίαρχο τότε ρεύμα τον Νεοκλασικισμό έχασε τον προσανατολισμό της που αναζητούσε με την θεματολογία της την αρετή στην αρχαιότητα. Οι εκπρόσωποί της (David, Ingres, κ.α.) αναγνώριζαν στην αρχαία Ελλάδα τα δοξαστικά στοιχεία της δικής τους Αυτοκρατορίας.
Η κατάρρευση της ιδεολογίας αυτής έδωσε την θέση της στον Ρομαντισμό που επικράτησε μετά την λαϊκή επανάσταση του 1830, που δεν ήταν παρά μια σύγκρουση ενάντια στην τάξη και τον ορθολογισμό του νεοκλασικισμού. Πρόβαλε σε αντίθεση το ατομικό συναίσθημα, τη φαντασία και την υποκειμενική εμπειρία, χρησιμοποιώντας συχνά δραματικά και εξωτικά θέματα για να προκαλέσει την αίσθηση του μεγαλείου αναζητώντας τα κυρίως στην Ανατολή (Οριενταλισμός).
Η Επανάσταση του 1848 που κατέλυσε την Βασιλεία των Βουρβώνων της Ορλεάνης, λειτούργησε ως το χαριστική βολή στον Ρομαντισμό, μετατοπίζοντας βίαια την καλλιτεχνική εστίαση από τα εξιδανικευμένα συναισθήματα στη σκληρή, αντικειμενική πραγματικότητα της εργατικής τάξης. Η φύση και οι απλοί άνθρωποι μετουσιώθηκαν σε κεντρικό θέμα στην Γαλλική ζωγραφική και οι ίδιοι οι ζωγράφοι διαπίστωσαν με ανακούφιση ότι η φυγή στην ύπαιθρο και έξω από τον περιορισμό του εργαστηρίου, τους πρόσφερε τον λυρισμό που έλειπε στην αισθητική τους αναζήτηση. Έτσι γεννήθηκε ο νατουραλισμός.
Ο Alphonse Moutte ήταν νατουραλιστής ζωγράφος, γνωστός για τα ναυτική θεματολογία του έργου του. Ήταν από τους πρωτοπόρους του νατουραλισμού που πρωτοεμφανίστηκε στη Γαλλία. Κύριοι εκπρόσωποι του νέου αυτού ρεύματος ήταν η ομάδα της σχολής του Barbizon με βασικούς συντελεστές τον Theodore Rousseau, τον Camille Corot, τον Edouard Manet και τον Edgar Degas που παρουσίαζαν με έντονο ρεαλισμό την βουκολική φύση και ειδικότερα το δάσος του Fontainebleau, ενώ μια άλλη ομάδα δημιούργησε την ομάδα της Προβηγκίας με κυρίαρχη προσωπικότητα τον Adolphe Monticelli. Οι Προβηγκιανοί ζωγράφοι ήταν πλούσιοι στους χρωματικούς τόνους με έντονες αντιθέσεις του φωτός σε μία προσπάθεια να συλλάβουν την ψυχή της θάλασσας της Μεσογείου. Από αυτούς, ο Felix Ziem, o Monticelli και ο Moutte, επειδή εργάστηκαν ιδιαίτερα στην Μασσαλία και αποτύπωσαν όψεις του λιμανιού της πόλης, διαμόρφωσαν την λεγόμενη Σχολή της Μασσαλίας.
Από αυτούς, ο Moutte ξεχώρισε με μία πιο πιστή καταγραφή στο έργο του χρησιμοποιώντας στις συνθέσεις του πληθωρικά το ανθρώπινο στοιχείο σε αντίθεση με τους ζωγράφους της Barbizon που εξιδανίκευαν την φύση σε όλο της το μεγαλείο.
Βιογραφία του Moutte
Ο Jean Joseph Marie Alphonse Moutte γεννήθηκε to 1840 σε μια παλιά οικογένεια της Προβηγκίας και ξεκίνησε την εκπαίδευσή του στην Μασσαλία. Συνέχισε στην École supérieure d’art et de design Marseille-Méditerranée όπου σπούδασε υπό τον Émile Loubon, αν και η οικογένειά του σκόπευε να τον κάνει μεσίτη σιταριού. Στην πραγματικότητα, εργάστηκε με αυτή την ιδιότητα για αρκετά χρόνια, αλλά αποφάσισε να γίνει καλλιτέχνης πλήρους απασχόλησης και πήγε στο Παρίσι για να μαθητεύσει στο εργαστήριο του μεγάλου ζωγράφου Jean-Louis-Ernest Meissonier. Η πρώτη του συμμετοχή σε έκθεση της Ακαδημίας των Καλών Τεχνών των Παρισίων (Académie des Beaux-Arts), το γνωστό Salon, πραγματοποιήθηκε το 1869, ενώ κέρδισε μετάλλια το 1881 και το 1882.
Επέστρεψε στη Μασσαλία το 1891 και, το 1895 διαδέχθηκε τον Dominique-Antoine Magaud ως διευθυντής της École supérieure d’art. Σύντομα έγινε εξέχουσα προσωπικότητα και τα έργα του προβλήθηκαν σε γκαλερί σε όλη την Προβηγκία. Συνέχισε να εκθέτει στο Salon μέχρι το θάνατό του.
Του απονεμήθηκe αργυρό μετάλλιο στην Παγκόσμια Έκθεση του 1889 και χάλκινο μετάλλιο το 1900. Μεταξύ των πιο γνωστών μαθητών του ήταν ο Jean-Baptiste Olive και ο γλύπτης Ary Bitter.
Το 1892 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας της Μασσαλίας και το 1893 χρίστηκε Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής. Απεβίωσε το 1913. Ένας δρόμος στη Μασσαλία φέρει το όνομά του που είναι η συνέχεια της οδού αφιερωμένης στον επίσης ζωγράφο Camille Corot.
Σήμερα, έργα του εκτίθενται στις Πινακοθήκες της Μασσαλίας, του Montpelier, της Νάντης, της Avignon, της Digne, του Bezier και αλλού, όχι όμως στο Λούβρο ή το Orsay

























































