Γράφει ο Λεωνίδας Τσιαντούλας
Στις 14 Δεκεμβρίου 1942, μια ριπή πυροβόλου αγγλικού αεροπλάνου πλήττει το ιταλικό εξοπλισμένο αλιευτικό “Cefalo” στα ανοικτά της Τυνισίας, σκοτώνοντας ή τραυματίζοντας μέλη του πληρώματος. Ανάμεσα στους νεκρούς είναι και ο τριαντατετράχρονος κυβερνήτης του πλοίου, πλωτάρχης Σαλβατόρε Τόνταρο, θρυλική μορφή του Iταλικού Βασιλικού Ναυτικού. Πολυπαρασημοφορημένος, αλλά προορισμένος να περάσει στην ιστορία περισσότερο για τις ηθικές του αρχές παρά για τα πολεμικά του κατορθώματα.
Γεννημένος στη Μεσσήνη το 1908, ο Τόνταρο μεγάλωσε στην Κιότζια (κοντά στη Βενετία), όπου είχε μετακομίσει η οικογένειά του για να ακολουθήσει τον πατέρα του, υπαξιωματικό του Βασιλικού Στρατού. Μπήκε στη Ναυτική Ακαδημία του Λιβόρνο το 1923, μόλις δεκαπέντε ετών. Ονομάστηκε σημαιοφόρος το 1927 και ανθυποπλοίαρχος το επόμενο έτος.
Μετά από ειδικό κύκλο εκπαίδευσης, τοποθετήθηκε σε Μοίρα υδροπλάνων ως παρατηρητής. Στις 27 Απριλίου 1933, στη Λα Σπέτσια, το αεροσκάφος του (ένα Savoia-Marchetti S.55) υπέστη ατύχημα και ο Τόνταρο τραυματίστηκε σοβαρά στη σπονδυλική στήλη. Ζήτησε και πέτυχε να παραμείνει σε ενεργό υπηρεσία, αλλά από τότε αναγκάστηκε να φορά μεταλλικό νάρθηκα, που του προκαλούσε τέτοιους πόνους ώστε, σε ακραίες περιπτώσεις, κατέφευγε στη μορφίνη.
Μετατέθηκε στα υποβρύχια και τον Μάιο του 1937 του ανατέθηκε το παράκτιο υποβρύχιο H.4. Στη συνέχεια –κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου– υπηρέτησε στα Macallè και Jalea, υποβρύχια μεσαίου μεγέθους.
Με την είσοδο της Ιταλίας τον στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προήχθη σε Πλωτάρχη και τον Ιούλιο του 1940 ανέλαβε τη διοίκηση του υποβρυχίου Luciano Manara. Λίγο αργότερα, στις 26 Σεπτεμβρίου 1940, του ανατέθηκε το νέο ωκεάνιο υποβρύχιο Comandante Cappellini, μία από τις 11 μονάδες της κλάσης Marcello, που τότε αντιπροσώπευαν το καλύτερο υλικό της υποβρυχιακής δύναμης της Regia Marina1μήκος 73 μέτρα, εκτόπισμα 1.060 τόνους εν επιφανεία, οπλισμένο με δύο πυροβόλα των 100 χιλ., δύο δίδυμα αντιαεροπορικά πολυβόλα Breda των 13,2 χιλ. και οκτώ τορπιλοσωλήνες των 533 χιλ., με απόθεμα 16 τορπιλών.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1940, μόλις 2 ημέρες μετά την παραλαβή καθηκόντων Κυβερνήτη από τον Τόνταρο, το Cappellini απέπλευσε από τη Λα Σπέτσια με προορισμό τη νέα βάση των ιταλικών υποβρυχίων στο Μπορντό (κωδική ονομασία Betasom). Ο Τόνταρο κατόρθωσε να διασχίσει το στενό του Γιβραλτάρ, αποφεύγοντας βρετανικά αντιτορπιλικά και ναρκοπέδια, και ξεκίνησε την πρώτη του περιπολία στον Ατλαντικό στις 3 Οκτωβρίου.
Δώδεκα ημέρες αργότερα, στις 23:15 της 15ης Οκτωβρίου, πλέοντας στην επιφάνεια, το Cappellini εντόπισε ένα πλοίο που κινείτο χωρίς φώτα. Ο Tόνταρο αποφάσισε να επιτεθεί, παρότι δεν ήταν βέβαιος για την εθνικότητά του, καθόσον στα ουδέτερα πλοία απαγορευόταν ο πλήρης συσκοτισμός. Σύντομα δέχθηκε και πυρά από το πυροβόλο καταστρώματος του εμπορικού.
Το Cappellini ελίχθηκε ώστε να προσφέρει το μικρότερο δυνατό στόχο, ενώ ταυτόχρονα έβαλε σε δράση και τα δύο πυροβόλα των 100 χιλ., τα οποία έπληξαν επανειλημμένα το εμπορικό πλοίο, προκαλώντας πυρκαγιά. Τότε ο Tόνταρο διέκρινε το όνομα και τη σημαία του. Επρόκειτο για το Kabalo, εμπορικό πλοιο εκτοπίσματος 5.186 τόνων, με σημαία Βελγίου, χώρας που ήταν ακόμη ουδέτερη. Βέβαια, όπως έγινε γνωστό αργότερα, το πλοίο μετέφερε ανταλλακτικά αεροσκαφών για τους βρετανούς.
Όταν το Kabalo βυθίστηκε, οι άνδρες του Cappellini εντόπισαν πρώτα πέντε ναυαγούς στο νερό, τους οποίους διέσωσαν άμεσα, και στη συνέχεια μία λέμβο με 21 άτομα, ανάμεσά τους και τον κυβερνήτη του εμπορικού, πλοίαρχο Georges Vogels. Τότε ο Tόνταρο πήρε μια απόφαση αντίθετη με τις διαταγές που ίσχυαν για τα υποβρύχια σε εμπόλεμη ζώνη. Να μην εγκαταλείψει τους ναυαγούς, αλλά να ρυμουλκήσει τη λέμβο μέχρι το πλησιέστερο ασφαλές λιμάνι, τις Αζόρες, σχεδόν 400 μίλια μακριά.
Για να κινηθεί ταχύτερα, μετά από μία ημέρα πλου αναγκάστηκε να επιβιβάσει όλους τους επιζώντες του Kabalo στο υποβρύχιο. Από εκείνη τη στιγμή, το Cappellini έπλεε σε συνθήκες τέτοιου συνωστισμού που καθιστούσαν αδύνατη την κατάδυση — μια επιλογή που θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην καταστροφή του εάν συναντούσε εχθρικά πλοία ή αεροσκάφη.
Κάτι τέτοιο συνέβη πράγματι το πρωί της 18ης Οκτωβρίου, όταν το Cappellini διασταυρώθηκε με βρετανική νηοπομπή. Αφού δέχθηκε πυρά από ένα συνοδευτικό πλοίο, ο Tόνταρο μετέδωσε μήνυμα σε ανοικτή συχνότητα εξηγώντας την κατάσταση: είχε Βέλγους ναυαγούς επί του σκάφους και κατευθυνόταν για να τους διασώσει, ζητώντας ουσιαστικά… ανακωχή. Ο Βρετανός επικεφαλής της νηοπομπής τον εμπιστεύθηκε, διέταξε παύση πυρός και τον άφησε να περάσει.
Το Cappellini έφθασε στις Αζόρες τα ξημερώματα της 19ης Οκτωβρίου. Όλοι οι επιζώντες του Kabalo αποβιβάστηκαν σώοι και έζησαν μέχρι το τέλος του πολέμου.
Ένα παρόμοιο επεισόδιο σημειώθηκε λιγότερο από τρεις μήνες αργότερα, όταν το Cappellini βύθισε το βρετανικό οπλισμένο ατμόπλοιο Shakespeare και ο Todaro κατάφερε να ανασύρει από τη θάλασσα 22 μέλη του πληρώματος του βυθισμένου πλοίου, αποβιβάζοντάς τα σε ένα από τα κοντινά νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου.
Ο τρόπος ενεργείας του Τόνταρο προκάλεσε την άμεση κριτική του Γερμανού ναυάρχου Karl Dönitz, αρχηγού του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού. “Ένας Γερμανός κυβερνήτης“, υποστήριξε, “δεν θα έθετε ποτέ το σκάφος του σε κίνδυνο για χάρη της διάσωσης εχθρικών ζωών“2Από την έναρξη του πολέμου το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό, με την έκδοση του War Order No. 154 του 1939 εφάρμοσε την “απεριόριστη υποβρυχιακή δράση”, δηλαδή επίθεση χωρίς προειδοποίηση σε εμπορικά σκάφη του εχθρού και απαγόρευση διάσωσης των ναυαγών
Η λιτή απάντηση του Tόνταρο όταν πληροφορήθηκε την οξύτατη αυτή κρίση του ναυάρχου λέγεται πως ήταν: “Ένας Γερμανός κυβερνήτης δεν έχει πίσω του δύο χιλιάδες χρόνια πολιτισμού. Εγώ έχω“.
Παρά τις επιτυχίες του στα υποβρύχια ο Tόνταρο αναζητούσε έναν διαφορετικό τύπο πολέμου. Προσπάθησε και μετατέθηκε στην 10η Μοίρα τορπιλακατων και πήρε μέρος στη σκληρή πολιορκία της Σεβαστούπολης στην Κριμαία, όπου τιμήθηκε με το τρίτο Αργυρό Μετάλλιο Ανδρείας (Ιούνιος 1942).
Μετά από σύντομη επιστροφή στην πατρίδα, τον Νοέμβριο του 1942 ανέλαβε τη διοίκηση του οπλισμένου μηχανοκίνητου αλιευτικού Cefalo, που επιχειρούσε από το νησί La Galite, βόρεια των ακτών της Τυνησίας. Εκεί σχεδίασε μια τολμηρή επίθεση κατά της εχθρικής βάσης της Bona. Κατά την επιστροφή από την αποστολή, τη νύχτα μεταξύ 13 και 14 Δεκεμβρίου 1942, το Cefalo δέχθηκε χαμηλή αεροπορική επίθεση από βρετανικό Spitfire. Ο Tόνταρο σκοτώθηκε από θραύσμα.
Στον κυβερνήτη απονεμήθηκε μετά θάνατον το Χρυσό Μετάλλιο Στρατιωτικής Ανδρείας. Είναι θαμμένος στο Λιβόρνο, όπου ζει η δεύτερη κόρη του, η οποία γεννήθηκε μετά τον θάνατό του. Η μνήμη και το παράδειγμά του παραμένουν ζωντανά στο Ιταλικό Ναυτικό μέσω του υποβρυχίου S-526 Salvatore Todaro, που τέθηκε σε υπηρεσία το 2006.
Υστερόγραφο:
Ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του Σαλβατόρε Τόνταρο βρέθηκε μια επιστολή που του είχε γράψει δύο χρόνια νωρίτερα μια Πορτογαλίδα, σύζυγος ναύτη από το πλήρωμα ενός τορπιλισμένου από αυτόν πλοίου. «Υπάρχει ένας ηρωισμός βάρβαρος και ένας άλλος μπροστά στον οποίο η ψυχή γονατίζει: ο δικός σας. Να είστε ευλογημένος για την καλοσύνη σας, που σας έκανε ήρωα όχι μόνο της Ιταλίας αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας».























































